Μια πρόσκαιρη ανάσα στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος επιχειρεί να πάρει το ευρώ, καθώς πλησιάζει το τέλος Οκτωβρίου, χωρίς ωστόσο να έχει καταφέρει να ανατρέψει τις πιέσεις που δέχθηκε στη διάρκεια του μήνα.
Το ευρωπαϊκό νόμισμα κινείται την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου κοντά στα 1,12 δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 0,16% στα 1,1199 δολάρια και κατευθυνόμενο προς την τρίτη συνεχόμενη συνεδρίαση ενίσχυσης.
Πίσω όμως από τη βραχυπρόθεσμη ανάκαμψη κρύβεται μια διαφορετική εικόνα: το ευρώ οδεύει προς μηνιαία υποχώρηση περίπου 1,3% έναντι του αμερικανικού νομίσματος, έχοντας προηγουμένως αγγίξει τα χαμηλότερα επίπεδα από τον Μάιο του 2025.
Η αδυναμία αυτή αντανακλά ένα σύνθετο οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο η επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη συμπίπτει με τη δημοσιονομική αναταραχή στη Γαλλία, την αβεβαιότητα για τα επιτόκια και την επίμονη ενεργειακή πίεση.
Το αποτέλεσμα είναι ένα νόμισμα που ανακτά μέρος των απωλειών του κυρίως όταν αποδυναμώνεται το δολάριο, χωρίς να έχει ακόμη διαμορφωθεί σαφής βάση για μια διατηρήσιμη ανοδική τάση.
Η Ευρωζώνη σε τρεις ταχύτητες – Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία προβληματίζουν
Τα στοιχεία του τρίτου τριμήνου αναδεικνύουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Η Γαλλία παρουσίασε απροσδόκητη οικονομική συρρίκνωση, με υποχώρηση των εξαγωγών και των επενδύσεων.
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, κατέγραψε μόλις οριακή ανάπτυξη, ενώ η Ιταλία παρέμεινε στάσιμη.
Ο συνδυασμός αυτών των εξελίξεων ενισχύει τις ανησυχίες ότι η ευρωπαϊκή οικονομία δυσκολεύεται να αποκτήσει ουσιαστική αναπτυξιακή δυναμική.
Για την αγορά συναλλάγματος, το πρόβλημα είναι διπλό.
Αφενός, η ασθενής ανάπτυξη περιορίζει την ελκυστικότητα των ευρωπαϊκών περιουσιακών στοιχείων. Αφετέρου, οι υψηλές ενεργειακές τιμές και οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις δυσκολεύουν τη χάραξη νομισματικής πολιτικής.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται επομένως να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη σταθερότητας των τιμών και στον κίνδυνο περαιτέρω επιβράδυνσης της οικονομίας.
Η γαλλική κρίση γίνεται ευρωπαϊκό πρόβλημα
Ιδιαίτερο βάρος στις συναλλαγματικές ισοτιμίες έχει αποκτήσει η δημοσιονομική κατάσταση στη Γαλλία.
Οι πολιτικές δυσκολίες γύρω από την έγκριση του προϋπολογισμού, σε συνδυασμό με τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας, έχουν οδηγήσει τις αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων σε υψηλά άνω των δύο δεκαετιών, σύμφωνα με τα στοιχεία του ρεπορτάζ.
Η άνοδος των αποδόσεων μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος δανεισμού και αυξημένη πίεση στη χρηματοδότηση του Δημοσίου.
Για τις αγορές, το κρίσιμο ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις του Παρισιού.
Η Γαλλία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης και βασικό εκδότη κρατικού χρέους. Επομένως, μια παρατεταμένη δημοσιονομική κρίση μπορεί να επηρεάσει τις συνθήκες χρηματοδότησης και το επενδυτικό κλίμα στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρωζώνη βρίσκεται αυτομάτως μπροστά σε νέα κρίση χρέους. Σημαίνει, όμως, ότι οι επενδυτές παρακολουθούν στενότερα τη δημοσιονομική αξιοπιστία των μεγάλων κρατών-μελών.
Η ΕΚΤ δεν αυξάνει τα επιτόκια – Αλλά δεν κλείνει την πόρτα
Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια την Πέμπτη δεν αιφνιδίασε τις αγορές.
Εκείνο που προκάλεσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν η απουσία σαφούς καθοδήγησης για την επόμενη κίνηση.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, επιβεβαίωσε ότι στο Διοικητικό Συμβούλιο εξετάστηκε το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων, αλλά τελικά επικράτησε ομόφωνα η επιλογή της διατήρησής τους.
Η απόφαση αποτυπώνει τη δυσκολία που αντιμετωπίζει η Φρανκφούρτη.
Από τη μία πλευρά, οι ενεργειακές τιμές εξακολουθούν να δημιουργούν κινδύνους για τον πληθωρισμό. Από την άλλη, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει ήδη καταστήσει αυστηρότερες τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Με άλλα λόγια, ένα μέρος της περιοριστικής επίδρασης που θα προκαλούσε μια νέα αύξηση επιτοκίων πραγματοποιείται ήδη μέσω των αγορών ομολόγων.
Η ΕΚΤ επιχειρεί να αξιολογήσει εάν αυτή η αυστηροποίηση αρκεί για να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την ανάπτυξη.
Γιατί οι αγορές απομακρύνονται από το σενάριο αύξησης τον Δεκέμβριο
Πριν από την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ, μέρος των επενδυτών είχε ενισχύσει τις προσδοκίες για νέα αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο.
Η προσεκτική στάση της κεντρικής τράπεζας οδήγησε σε αναθεώρηση αυτών των εκτιμήσεων.
Για το ευρώ, οι μεταβολές στις προσδοκίες των επιτοκίων είναι ιδιαίτερα σημαντικές.
Υψηλότερα επιτόκια μπορούν, υπό άλλες ίσες συνθήκες, να ενισχύσουν την ελκυστικότητα ενός νομίσματος, καθώς αυξάνουν την απόδοση ορισμένων τοποθετήσεων σε αυτό.
Αντίθετα, η υποχώρηση των προσδοκιών για αυξήσεις μπορεί να περιορίσει τη σχετική του δυναμική.
Ωστόσο, η αναφορά της Λαγκάρντ ότι συζητήθηκε το ενδεχόμενο νέας σύσφιγξης βοήθησε το ευρώ να ανακτήσει μέρος των απωλειών του.
Ο αναλυτής της Commerzbank, Norman Liebke, εστιάζει στη μεγαλύτερη εικόνα: το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα αποφασίσει η ΕΚΤ τον Δεκέμβριο, αλλά ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσει στη συνέχεια.
Κεντρικός παράγοντας θα είναι η εξέλιξη των ενεργειακών τιμών, ιδιαίτερα του φυσικού αερίου.
Η αποχώρηση Λαγκάρντ και η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα
Μία ακόμη παράμετρος προστίθεται στις εκτιμήσεις των επενδυτών: η ανακοίνωση της Κριστίν Λαγκάρντ ότι σχεδιάζει να αποχωρήσει από την προεδρία της ΕΚΤ τον Φεβρουάριο, οκτώ μήνες πριν από την προγραμματισμένη λήξη της θητείας της.
Η αλλαγή ηγεσίας, εφόσον υλοποιηθεί σύμφωνα με το ανακοινωθέν χρονοδιάγραμμα, θα πραγματοποιηθεί σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.
Οι αγορές θα εξετάσουν όχι μόνο τη διαδικασία διαδοχής, αλλά και τις ενδείξεις για τη μελλοντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.
Η θεσμική συνέχεια της ΕΚΤ παραμένει δεδομένη, καθώς οι αποφάσεις λαμβάνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Ωστόσο, η αλλαγή προσώπου στην προεδρία μπορεί να επηρεάσει τις προσδοκίες για την επικοινωνιακή στρατηγική και τις προτεραιότητες της τράπεζας.
Το δολάριο χάνει δυνάμεις εξαιτίας της Wall Street και της τεχνητής νοημοσύνης
Η ανάκαμψη του ευρώ στις τελευταίες συνεδριάσεις του μήνα δεν οφείλεται αποκλειστικά σε ευρωπαϊκούς παράγοντες.
Το αμερικανικό δολάριο δέχεται πιέσεις, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων των Ηνωμένων Πολιτειών υποχωρούν και οι επενδυτές επαναξιολογούν τις τοποθετήσεις τους στον τεχνολογικό κλάδο.
Ο δείκτης δολαρίου υποχωρεί κατά περίπου 0,2% την Παρασκευή, διατηρώντας πάντως μηνιαία κέρδη κοντά στο 0,3%.
Οι εξελίξεις συνδέονται με την αναταραχή που προκάλεσαν οι εταιρικές ανακοινώσεις των Alphabet, Amazon και Intel.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τα ερωτήματα για τον χρόνο και το μέγεθος της απόδοσής τους.
Η αγορά επιχειρεί να αποτιμήσει εάν οι υψηλές κεφαλαιουχικές δαπάνες των τεχνολογικών ομίλων θα μεταφραστούν αρκετά γρήγορα σε πρόσθετα κέρδη.
Η αβεβαιότητα αυτή έχει οδηγήσει σε ανακατανομή κεφαλαίων, επηρεάζοντας όχι μόνο τις μετοχές αλλά και τις αγορές ομολόγων και συναλλάγματος.
Η παράδοξη συμπεριφορά του δολαρίου
Σε μια συνηθισμένη περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, το δολάριο τείνει να προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια λόγω του ρόλου του ως ασφαλούς καταφυγίου.
Αυτή τη φορά, όμως, η αντίδραση εμφανίζεται διαφορετική.
Η υποχώρηση των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων περιορίζει την ελκυστικότητα των τοποθετήσεων σε δολάρια, παρά την επιφυλακτικότητα που επικρατεί στις αγορές μετοχών.
Ο αναλυτής συναλλάγματος της OCBC, Sim Moh Siong, επισημαίνει ότι οι ανησυχίες γύρω από τις αμερικανικές επενδύσεις στην AI δημιουργούν διαφορετικό συνδυασμό κινήσεων από εκείνον που παρατηρείται σε μια κλασική ενεργειακή κρίση.
Συγκεκριμένα, η αποδυνάμωση των τεχνολογικών μετοχών συνοδεύεται από χαμηλότερες αποδόσεις ομολόγων και ασθενέστερο δολάριο.
Αυτή η διαφοροποίηση προσφέρει προσωρινή στήριξη στο ευρώ, ακόμη και όταν οι ευρωπαϊκές οικονομικές προοπτικές παραμένουν περιορισμένες.
Γεν και στερλίνα: Οι άλλοι πρωταγωνιστές της αγοράς συναλλάγματος
Στην Ασία, το ιαπωνικό γεν ενισχύεται μετά την απόφαση της Τράπεζας της Ιαπωνίας να διατηρήσει το βασικό επιτόκιο στο 1,25%.
Το ιαπωνικό νόμισμα έφθασε έως τα 157,115 γεν ανά δολάριο και στη συνέχεια κινήθηκε κοντά στα 157,2, κατευθυνόμενο προς την τρίτη συνεχόμενη ημερήσια ενίσχυση.
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας αναθεώρησε παράλληλα την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό του επόμενου οικονομικού έτους στο 2,6%, από 2,4%, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων.
Στη Βρετανία, η στερλίνα καταγράφει άνοδο περίπου 0,3%, στα 1,341 δολάρια, διατηρώντας μηνιαία κέρδη κοντά στο 1%.
Το ελβετικό φράγκο επίσης ενισχύεται, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη ζήτηση για νομίσματα που θεωρούνται σχετικά ασφαλή σε περιόδους χρηματοπιστωτικής αβεβαιότητας.
Οι κεντρικές τράπεζες σε αναμονή – Η ενέργεια καθορίζει το παιχνίδι
Η τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου χαρακτηρίστηκε από μια κοινή επιλογή των μεγάλων κεντρικών τραπεζών: τη διατήρηση των επιτοκίων.
Η Federal Reserve, η ΕΚΤ, η Τράπεζα της Ιαπωνίας και η Κεντρική Τράπεζα της Νέας Ζηλανδίας επέλεξαν να μην προχωρήσουν σε νέες μεταβολές.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο κύκλος της νομισματικής σύσφιγξης έχει ολοκληρωθεί.
Οι υψηλές ενεργειακές τιμές και η συνεχιζόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να δημιουργούν κινδύνους για τον πληθωρισμό.
Για την Ευρώπη, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς οι εισαγωγές ενέργειας επηρεάζουν τόσο το κόστος παραγωγής όσο και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Μια νέα παρατεταμένη άνοδος του φυσικού αερίου θα μπορούσε να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να περιορίσει τα περιθώρια ευελιξίας της ΕΚΤ.
Τι σημαίνει το ευρώ στα 1,12 δολάρια για την ελληνική οικονομία
Η πορεία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος έχει άμεση σημασία και για την Ελλάδα.
Ένα ασθενέστερο ευρώ μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα ορισμένων ελληνικών εξαγωγών προς αγορές εκτός Ευρωζώνης, καθώς τα προϊόντα τους γίνονται σχετικά φθηνότερα για αγοραστές που χρησιμοποιούν άλλα νομίσματα.
Αντίστοιχα, μπορεί να ευνοήσει την αγοραστική δύναμη ξένων επισκεπτών που προέρχονται από χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ, επηρεάζοντας θετικά την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος.
Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη πλευρά.
Οι εισαγωγές που τιμολογούνται σε δολάρια, όπως σημαντικό μέρος των ενεργειακών προϊόντων και των διεθνών πρώτων υλών, γίνονται ακριβότερες όταν το ευρώ υποχωρεί.
Επομένως, η επίδραση στην ελληνική οικονομία εξαρτάται από την ισορροπία ανάμεσα στα πιθανά οφέλη για τις εξαγωγές και στις πρόσθετες επιβαρύνσεις για την ενέργεια και τις εισαγωγές.
Το κρίσιμο τρίμηνο για το ευρωπαϊκό νόμισμα
Η τελευταία εικόνα των αγορών αποτυπώνει ένα ευρώ που επιχειρεί να σταθεροποιηθεί, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.
Η δημοσιονομική κατάσταση στη Γαλλία, η αδύναμη ανάπτυξη στη Γερμανία και στην Ιταλία, οι ενεργειακές τιμές και η πορεία των αμερικανικών αποδόσεων θα παραμείνουν καθοριστικοί παράγοντες.
Παράλληλα, η στάση της ΕΚΤ απέναντι στον πληθωρισμό θα διαμορφώσει τις προσδοκίες για τα ευρωπαϊκά επιτόκια.
Το ευρώ μπορεί να κερδίζει τις τελευταίες συνεδριάσεις του Οκτωβρίου, αλλά εξακολουθεί να χάνει τη μάχη του μήνα.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η περιοχή των 1,12 δολαρίων μπορεί να αποτελέσει βάση σταθεροποίησης ή εάν οι οικονομικές και γεωπολιτικές πιέσεις θα οδηγήσουν σε νέα δοκιμασία του ευρωπαϊκού νομίσματος.
Πηγή: pagenews.gr
