Οικονομία

Στουρνάρας: Ανάπτυξη 2,3% το 2024 αλλά με ”καμπανάκια”

Στουρνάρας: Ανάπτυξη 2,3% το 2024 αλλά με ”καμπανάκια”

Πηγή Φωτογραφίας: Eurokinissi (Αρχείου)//Ρυθμό ανάπτυξης στο 2,3% φέτος, 2,5% το 2025 και 2,3% το 2026 προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως είπε προ ολίγου ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, από το βήμα της 91ης Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Κεντρικής Τράπεζας.

Όσα είπε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος από το βήμα της 91ης Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Κεντρικής Τράπεζας

Ρυθμό ανάπτυξης στο 2,3% φέτος, 2,5% το 2025 και 2,3% το 2026 προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως είπε προ ολίγου ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, από το βήμα της 91ης Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Κεντρικής Τράπεζας.

Παράλληλα, κατά τις προβλέψεις της ΤτΕ, το πρωτογενές πλεόνασμα το 2023 θα διαμορφωθεί στο 1,4%, υψηλότερα από τις προβλέψεις του Κρατικού Προϋπολογισμού. Επίσης, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω σε 152,3% του ΑΕΠ το 2024. Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά, προβλέπεται μείωσή του σεονομαστικούς όρους για πρώτη φορά από το 2019.

Αργή απομονή Δικαιοσύνης, Παιδεία, αλλά και γραφειοκρατία, μονοπώλια και πληθωρισμός «απληστίας» από κλάδους της οικονομίας που σημείωσαν υπερκέρδη λόγω ακριβών προϊόντων και υπηρεσιών, είναι τα καμπανάκια που χτύπησε ο Γιάννης Στουρνάρας. Και τόνισε πως η «μεταρρυθμιστική κόπωση» αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση της ελληνικής οικονομίας.

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αφού ξεκίνησε την ομιλία του τονίζοντας πως η φετινή χρονιά είναι πολύ σημαντική για τις Κεντρικές Τράπεζες στα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης, καθώς συμπληρώνονται 25 χρόνια από τη δημιουργία του ευρώ, τόνισε πως η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής είναι πολύ σημαντικές, καθώς αφότου χαθούν πολύ δύσκολα ανακτώνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα που ανέκτησε επενδυτική βαθμίδα έπειτα από 13 χρόνια. Για αυτό και η πολιτική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα «είναι δημόσια αγαθά και πρέπει να διαφυλαχθούν ως κόρη οφθαλμού».

Σε αυτό το πλαίσιο και για να συνεχίσει η χώρα να κινείται στην ίδια κατεύθυνση, η ΤτΕ της Ελλάδος προτείνει, μεταξύ άλλων:

  • Προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, μέσω της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, και στην επαναξιολόγηση των υφιστάμενων φοροαπαλλαγών.
  • Η αύξηση της συμμετοχής ανδρών και γυναικών και ιδίως των νέων στο εργατικό δυναμικό έχει ιδιαίτερη σημασία.
  • Συνέχιση και ενίσχυση των μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα σε τομείς με χρόνιες δυσλειτουργίες, όπως για παράδειγμα η απονομή της δικαιοσύνης.
  • Η περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος θα ενισχύσει τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα της εργασίας. Δράσεις προς αυτή την κατεύθυνση περιλαμβάνουν την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης, την ταχεία ολοκλήρωση του κτηματολογίου, αλλά και τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος που θα μπορούσε να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου για τους επενδυτές και να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του επενδυτικού κενού.
  • Κρίνεται αναγκαία η επιτάχυνση της απορρόφησης και η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του ευρωπαϊκού μέσου ανάκαμψης NGEU και του ΕΣΠΑ 2021-27.
  • Η περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών απαιτεί τη διαφοροποίηση των εξαγώγιμων αγαθών και υπηρεσιών και την έμφαση σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
  • Το υψηλό ιδιωτικό χρέος που είναι εκτός τραπεζικού τομέα αποτελεί μια σημαντική ανισορροπία που εμποδίζει, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Η αντιμετώπισή του μπορεί να επιτευχθεί με την παροχή διατηρήσιμων λύσεων ρύθμισης για τους «βιώσιμους» πιστούχους και τη ρευστοποίηση των εμπράγματων εξασφαλίσεων για τις υπόλοιπες περιπτώσεις. Εν προκειμένω, ο ρόλος των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
  • Το κόστος αντιμετώπισης των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης επιβάλλει την ανάγκη μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού.
  • Η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης και της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα θα συμβάλει στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων.

Ειδικότερα, στην έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ, προβλέπεται:

  1. Για τον ρυθμό ανάπτυξης: Η ελληνική οικονομία προβλέπεται ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και το 2024, με υψηλότερο ρυθμό έναντι του 2023 και πολύ πάνω από το μέσο όρο της ευρωζώνης. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η οικονομική δραστηριότητα προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,3% το 2024, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να αποτελούν βασικές κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης, ενώ οριακά αρνητική θα είναι η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Πιο συγκεκριμένα, η ιδιωτική κατανάλωση (+1,7%) θα υποστηριχθεί από την αναμενόμενη άνοδο του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, λόγω της αύξησης του εισοδήματος από εξαρτημένη εργασία, της συνεχιζόμενης ανάκαμψης της απασχόλησης και της περαιτέρω αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού. Οι επενδύσεις (+11,1%) θα συνεχίσουν να αυξάνονται με υψηλούς ρυθμούς, με τη στήριξη των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Οι πόροι αυτοί, σε συνδυασμό με την υψηλή ρευστότητα του τραπεζικού τομέα, θα προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια. Οι υψηλοί ρυθμοί αύξησης των επενδύσεων αντικατοπτρίζουν τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος, ιδιαίτερα μετά την αναβάθμιση της κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης στην επενδυτική κατηγορία και τη σημαντική αποεπένδυση που είχε σημειωθεί την τελευταία δεκαετία. Οι εξαγωγές (+3,7%) θα συνεχίσουν να αυξάνονται σημαντικά τα επόμενα χρόνια παρά την αναιμική ανάπτυξη στην ευρωζώνη, ενώ η απώλεια ανταγωνιστικότητας λόγω υψηλότερου μοναδιαίου κόστους εργασίας θα επιβαρύνει τη δυναμική τους. Παρ’ όλα αυτά, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας θα είναι ελαφρώς αρνητική, καθώς η έντονη επενδυτική δραστηριότητα θα αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές (+3,5%).
  2. Για τον πληθωρισμό: Τόσο ο γενικός εναρμονισμένος πληθωρισμός όσο και ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να υποχωρήσουν το 2024, καθώς όλες οι επιμέρους συνιστώσες εμφανίζουν τάσεις αποκλιμάκωσης. Παρά το κλίμα αβεβαιότητας που δημιουργούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, το 2024 ο πληθωρισμός, βάσει του ΕνΔΤΚ, αναμένεται να επιβραδυνθεί περαιτέρω σε 2,8%, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά σε 3%.
  3. Για τον τουρισμό: Ο τομέας του τουρισμού παρουσιάζει και φέτος θετικές προοπτικές, παρά τη συνεχιζόμενη διεθνή αβεβαιότητα. Η συμβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων στην ελληνική οικονομία είναι σημαντική, καθώς μεταξύ άλλων ενισχύουν την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές υπηρεσιών, συγκρατώντας τη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι ευνοϊκοί για την Ελλάδα πρόδρομοι δείκτες τουριστικής δραστηριότητας, όπως ο προγραμματισμός αεροπορικών θέσεων και οι κρατήσεις ξενοδοχείων, επιβεβαιώνουν το θετικό κλίμα στον τουριστικό κλάδο, δημιουργώντας προσδοκίες για μια ακόμη ανοδική χρονιά.
  4. Για την αγορά εργασίας: Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές της αγοράς εργασίας παραμένουν θετικές. Αναμένεται περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης (κατά 1,3% ετησίως) και υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας (σε 10,4%) το 2024, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.
  5. Για την ανταγωνιστικότητα: Η επιτάχυνση της οικονομικής δυναμικής αναμένεται να επηρεάσει θετικά την παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ οι μισθολογικές εξελίξεις ενδέχεται να έχουν αρνητική επίπτωση στην ανταγωνιστικότητα. Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας αναμένεται να παραμείνει περιορισμένη το 2024 σε 1,0% (όσο και το 2023). Από την άλλη πλευρά, οι μέσες αποδοχές και το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται με ρυθμούς παρόμοιους με εκείνους του 2023. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2024 προβλέπεται αύξηση των αμοιβών ανά μισθωτό κατά 5,4% (2023: 5,5%) και του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος κατά 4,4% (2023: 4,5%). Οι τάσεις αυτές αναμένεται να ασκήσουν καθοδικές πιέσεις στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Η άνοδος των αποδοχών το 2024 θα επηρεαστεί τόσο από την αύξηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων όσο και από τη λήξη της αναστολής των επιδομάτων προϋπηρεσίας (τριετιών) των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, η οποία είχε νομοθετηθεί κατά την περίοδο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Επιπλέον, επισπεύσθηκε νομοθετικά η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού, προκειμένου να χορηγηθεί νέα αύξηση από 1ης Απριλίου 2024, η οποία – όπως ανακοινώθηκε στις 29 Μαρτίου – θα είναι 6,4%.
  6. Για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: Το 2024 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ) αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω ως ποσοστό του ΑΕΠ σε 6,0% του ΑΕΠ (από 6,3% του ΑΕΠ το 2023). Οι παράγοντες που αναμένεται να συμβάλουν στη βελτίωση αυτή είναι: α) Οι εξαγωγές αγαθών, παρά τη μείωση που κατέγραψαν το 2023, διατήρησαν και διεύρυναν το μερίδιο αγοράς τους, γεγονός που αποτελεί εφαλτήριο για την επίτευξη καλύτερων επιδόσεων τα επόμενα έτη. β) Η εκτιμώμενη επιβράδυνση της εγχώριας καταναλωτικής δαπάνης, σε συνδυασμό με την περαιτέρω αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, θα περιορίσει τις εισαγωγές των σχετικών αγαθών. γ) Περαιτέρω αύξηση αναμένεται στο πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών, καθώς οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες εκτιμάται ότι θα καταγράψουν μικρή άνοδο το 2024, χωρίς να επηρεάζονται σημαντικά από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, κυρίως μέσω της επέκτασης της τουριστικής περιόδου, της αξιοποίησης άλλων μορφών τουρισμού και της ενίσχυσης της κρουαζιέρας. Παράλληλα, οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας εκτιμάται ότι – τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα ‒ θα συμβάλουν στην άνοδο των ναύλων και συνεπώς των εισπράξεων από θαλάσσιες υπηρεσίες. δ) H αναμενόμενη μείωση των επιτοκίων, σε συνδυασμό με την ανάκτηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας στην επενδυτική κατηγορία, θα συμβάλει στη μείωση των πληρωμών τόκων και συνεπώς στη βελτίωση του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων. ε) H χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους, στο βαθμό που λαμβάνει τη μορφή επιχορηγήσεων (π.χ. κονδύλια του ευρωπαϊκού μέσου ανάκαμψης ΝextGenerationEU ‒ NGEU), θα έχει άμεση θετική επίδραση στο ΙΤΣ, μέσω των ισοζυγίων πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων. στ) Οι ξένες άμεσες επενδύσεις αναμένεται να διατηρήσουν τη δυναμική τους, αντανακλώντας την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, τις εισροές από τα ευρωπαϊκά ταμεία, καθώς και τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος. Από την άλλη πλευρά, οι ανάγκες για εισαγωγές επενδυτικών αγαθών θα επιβαρύνουν το έλλειμμα του ΙΤΣ.
  7. Για την αγορά ακινήτων: Οι προοπτικές της ελληνικής αγοράς ακινήτων παραμένουν θετικές. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, όσο η ζήτηση από το εξωτερικό διατηρείται ισχυρή, οι τιμές εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν την ανοδική τάση τους στο υψηλών προδιαγραφών τμήμα της αγοράς, συμπαρασύροντας και τις τιμές στις δευτερεύουσες αγορές.
  8. Για τη νομισματική πολιτική: Η νομισματική πολιτική το 2024 θα συνεχίσει να είναι περιοριστική, διατηρώντας τα επιτόκια σε επαρκώς υψηλά επίπεδα για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο. Με βάση την τρέχουσα αξιολόγησή του, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θεωρεί ότι τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ βρίσκονται σε επίπεδα τα οποία, αν διατηρηθούν για επαρκώς μακρό χρονικό διάστημα, θα έχουν σημαντική συμβολή στην έγκαιρη επιστροφή του πληθωρισμού στο μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%.
  9. Για τη δημοσιονομική πολιτική: Η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής εκτιμάται ότι θα είναι ελαφρώς επεκτατική και το 2024, σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών. Η δημοσιονομική ώθηση προέρχεται από τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες για επενδύσεις μέσω του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Εξαιρουμένης της επίπτωσης αυτής, η δημοσιονομική κατεύθυνση εκτιμάται ουδέτερη, δρώντας συμπληρωματικά προς την περιοριστική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής και την προσπάθεια συγκράτησης του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και τις παρεμβάσεις που έχουν εξαγγελθεί, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να αυξηθεί σε 2,1% του ΑΕΠ το 2024. Η βελτίωση του πρωτογενούς αποτελέσματος εξηγείται κυρίως από την προβλεπόμενη αύξηση των φορολογικών εσόδων και των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές λόγω του ισχυρού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. Η πρόβλεψη αυτή λαμβάνει υπόψη τις παρεμβάσεις που έχουν νομοθετηθεί για το 2024, σωρευτικού δημοσιονομικού κόστους 2,6% του ΑΕΠ, το οποίο είναι χαμηλότερο από αυτό των παρεμβάσεων του 2023. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω σε 152,3% του ΑΕΠ το 2024, με βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με τα προηγούμενα τρία έτη, καθώς η επιβράδυνση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ αναμένεται να αντισταθμίσει τόσο την επιτάχυνση του πραγματικού ΑΕΠ όσο και τη μειωτική επίδραση από τη διεύρυνση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Επιπλέον, προβλέπεται μείωση του δημόσιου χρέους σε ονομαστικούς όρους για πρώτη φορά από το 2019 και για μόλις πέμπτη φορά κατά την περίοδο των 29 συνολικά ετών για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα εθνικολογιστικά στοιχεία.
  10. Για το δημόσιο χρέος: Ο λόγος χρέους/ΑΕΠ αναμένεται να ακολουθήσει σταθερή πτωτική πορεία μεσομακροπρόθεσμα. Το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπει ότι, υπό την προϋπόθεση της προσήλωσης στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και της αποτελεσματικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ τίθεται σε σταθερή καθοδική τροχιά, η οποία ανακόπτεται προσωρινά μόνο το 2033 για αμιγώς τεχνικούς λόγους, συνδεόμενους με τη συμπερίληψη των αναβαλλόμενων δαπανών τόκων μέρους του δανείου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) στο δημόσιο χρέος.
  11. Για τις τραπεζικό σύστημα: Όσον αφορά το χρηματοπιστωτικό τομέα, το 2024 θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για μείωση των εγχώριων τραπεζικών επιτοκίων, καθώς ο πληθωρισμός θα προσεγγίσει σταδιακά το μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% και τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ θα αρχίσουν να μειώνονται. Ευνοϊκά στο χρηματοπιστωτικό τομέα αναμένεται να συμβάλουν: α) η παρατηρούμενη βελτίωση στην αγορά εργασίας και ακολούθως της πιστοληπτικής ικανότητας των υποψήφιων δανειοληπτών, β) οι εξελίξεις στην αγορά ακινήτων, δηλ. η αύξηση της αξίας των προσφερόμενων εξασφαλίσεων για τη λήψη δανείων, και γ) η σχετικά πρόσφατη αναβάθμιση της κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης στην επενδυτική κατηγορία, η οποία βελτιώνει τις συνθήκες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, ασκώντας καθοδικές πιέσεις στο κόστος χρηματοδότησής τους μέσω των αγορών κεφαλαίων.
  12. Για τις χορηγήσεις δανείων: Οι προοπτικές της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα εξαρτώνται από την πορεία των επιτοκίων αναφοράς. Ο ρυθμός της πιστωτικής επέκτασης αρχικά κατά το 2024 θα συνεχίσει να επηρεάζεται αρνητικά από τις προγενέστερες αυξήσεις των δανειακών επιτοκίων. Στη συνέχεια, η διατήρηση ή η ενδεχόμενη μείωση του επιπέδου των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ σε δεύτερο χρόνο θα επιδράσει θετικά στην πιστωτική επέκταση αλλά προοδευτικά, λόγω των εκτιμώμενων χρονικών υστερήσεων. Αν ο ρυθμός ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας το 2024 διατηρηθεί σε επίπεδο τουλάχιστον παρόμοιο με εκείνο του 2023, η ζήτηση δανείων εκ μέρους των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών θα ενισχυθεί περαιτέρω. Το ευνοϊκότερο επενδυτικό περιβάλλον μετά την αναβάθμιση της κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης στην επενδυτική κατηγορία θα επενεργήσει θετικά στην προσφορά τραπεζικών δανείων. Παράλληλα, η προσφορά τραπεζικής πίστης θα συνεχίσει να υποστηρίζεται σε σημαντικό βαθμό από τα χαμηλότοκα δάνεια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, τα προγράμματα του ΕΣΠΑ (2021-27) και τα νέα προγράμματα συγχρηματοδότησης και εγγυοδοσίας της ΕΑΤ και του Ομίλου ΕΤΕπ. Αυτά τα χρηματοδοτικά εργαλεία θα διευκολύνουν την προώθηση και τη χρηματοδότηση επενδύσεων, ορισμένες εκ των οποίων με μακροχρόνιο ορίζοντα από μεγάλες επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις ΜΧΕ αναμένεται να κυμανθεί κατά μέσο όρο στα ίδια επίπεδα όπως το 2023.
  13. Για τις τραπεζικές καταθέσεις: Η διατήρηση αξιόλογων ρυθμών ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, αναμένεται ότι θα συμβάλει σε περαιτέρω αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων. Τυχόν μεγαλύτερος βαθμός ενσωμάτωσης, στο εγγύς μέλλον, των αυξήσεων των επιτοκίων πολιτικής στα εγχώρια επιτόκια καταθέσεων, και μάλιστα σε συνδυασμό με την προσδοκώμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, επίσης θα τονώσει τα αποταμιευτικά κίνητρα των ιδιωτών και επομένως τη ζήτηση τοκοφόρων καταθέσεων. Αν η προσδοκώμενη μείωση των επιτοκίων πολιτικής συμβαδίσει με σταθεροποίηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα και με ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και της πιστωτικής επέκτασης, τότε το απόθεμα των καταθέσεων θα συνεχίσει την ανοδική του πορεία.
  14. Για τις τράπεζες: Θετικές είναι οι εκτιμήσεις και για τις εξελίξεις στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Οι προοπτικές των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των τραπεζών διαγράφονται θετικές, υποστηριζόμενες τόσο από την αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδος στην επενδυτική κατηγορία και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας όσο και από τις εξελίξεις στα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών, όπως η βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου τους (με τη μείωση του δείκτη ΜΕΔ) και η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας, της κερδοφορίας και της ρευστότητάς τους. Στην περαιτέρω βελτίωση των επιδόσεων των τραπεζών αναμένεται να βοηθήσει η συγκράτηση του κόστους χρηματοδότησής τους εν μέσω συνέχισης των εκδόσεων τραπεζικών ομολόγων, η οποία επίσης συμβάλλει στη διατήρηση της κερδοφορίας των τραπεζών. Από την άλλη πλευρά, ενδεχόμενη αποκλιμάκωση των επιτοκίων αναμένεται να έχει σχετικά μικρή επίπτωση στην κερδοφορία των τραπεζών.

Οι προκλήσεις

Στην έκθεσή του ο Διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, όπως προαναφέρθηκε, εφιστά την προσοχή στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και παραθέτει τις εξής πηγές κινδύνου κι αβεβαιότητας, όσον αφορά την ελληνική οικονομία:

  1. Η επίτευξη ικανοποιητικού ρυθμού ανάπτυξης αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση. Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν την πρόβλεψη για την αύξηση του ΑΕΠ είναι κυρίως καθοδικοί και αφορούν: α) το ενδεχόμενο περαιτέρω επιβράδυνσης του ρυθμού ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, β) την αυξανόμενη αβεβαιότητα λόγω δυσμενών γεωπολιτικών εξελίξεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, και τις επιπτώσεις της στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, γ) την τυχόν καθυστέρηση των δράσεων εφαρμογής του NGEU και το βραδύτερο ρυθμό απορρόφησης των σχετικών κονδυλίων, δ) την εμφάνιση μεταρρυθμιστικής κόπωσης, με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, και ε) τις επιπτώσεις ενδεχόμενων φυσικών καταστροφών που συνδέονται με την κλιματική κρίση. Από την άλλη πλευρά, θετικά στο ρυθμό ανάπτυξης θα μπορούσε να επιδράσει μια ενδεχόμενη καλύτερη από την αναμενόμενη επίδοση του τουρισμού. Συγκεκριμένα, η κατανομή των ταξιδιωτικών ροών σε περισσότερες περιφέρειες, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, η κάλυψη των ελλείψεων ανθρώπινου δυναμικού στις ξενοδοχειακές μονάδες της χώρας και η υλοποίηση νέων έργων υποδομής συνιστούν ορισμένες προκλήσεις, οι οποίες δύνανται να αναβαθμίσουν περαιτέρω το τουριστικό προϊόν της χώρας, ενισχύοντας τις ήδη θετικές προοπτικές.
  2. Η αύξηση της αβεβαιότητας που συνεπάγονται οι πρόσφατες γεωπολιτικές αναταράξεις ενδέχεται να ασκήσει ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμόμε δυσμενείς αναδιανεμητικές επιδράσεις. Η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων και η ενδεχόμενη διατήρηση της αυξητικής πορείας των τιμών κυρίως στα είδη διατροφής και τις δαπάνες στέγασης θα πλήξουν περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία δαπανούν σχετικά υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους στις συγκεκριμένες ανάγκες. Εντούτοις, αντισταθμιστική αναμένεται να είναι η επίδραση των στοχευμένων μέτρων της κυβέρνησης για τη στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών έναντι των αυξήσεων των τιμών. Παράλληλα, οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις για τον εξορθολογισμό και τη διαφάνεια των τιμών, καθώς και την αύξηση του ανταγωνισμού, αναμένεται να κάμψουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να στηρίξουν την καταναλωτική δαπάνη, ιδίως των ευάλωτων νοικοκυριών.
  3. Παράλληλα, οι προκλήσεις στην αγορά εργασίας αυξάνονται. Η μείωση του ποσοστού ανεργίας καθιστά πιο δύσκολη την εξεύρεση προσωπικού, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η στενότητα στην αγορά εργασίας, ιδίως στους τομείς των κατασκευών, του τουρισμού, της μεταποίησης και στον πρωτογενή τομέα. Επιπλέον, παρά την αισθητή μείωση της ανεργίας τα τελευταία έτη, αρκετές στρεβλώσεις συνεχίζουν να υφίστανται, καθώς τα ποσοστά ανεργίας των γυναικών, των νέων και των μακροχρόνια ανέργων παραμένουν σημαντικά υψηλότερα του μέσου όρου της ΕΕ. Σημειώνεται ότι το φυσικό ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα εκτιμάται κοντά στο 13%, διπλάσιο από ό,τι σε πολλές χώρες της ΕΕ, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ύπαρξης σοβαρών στρεβλώσεων και διαρθρωτικών προβλημάτων.
  4. Σημαντικοί κίνδυνοι παραμένουν στην πορεία βελτίωσης του ΙΤΣ. Βασικότερος παράγοντας ανησυχίας είναι η επιβράδυνση της παγκόσμιας ζήτησης, ιδίως από τους κύριους προορισμούς των ελληνικών αγαθών, η οποία δεν συνηγορεί σε σημαντική βελτίωση των εξαγωγών το 2024. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η ενδεχόμενη εκ νέου άνοδος των τιμών των καυσίμων και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων αποτελούν πρόσθετους κινδύνους.
  5. Παρά τις θετικές προοπτικές της ελληνικής αγοράς ακινήτων για το επόμενο διάστημα, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες, που σχετίζονται με τη γεωπολιτική αστάθεια σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι εξελίξεις των τιμών και οι επιμέρους διορθώσεις που καταγράφονται σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο κατά την πρόσφατη περίοδο, σε συνδυασμό με τις συνθήκες πληθωρισμού, αυξημένου ενεργειακού κόστους και υψηλότερων επιτοκίων, εκτιμάται ότι, εφόσον διατηρηθούν, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε ηπιότερους ρυθμούς αύξησης ή και σε κάποια πιθανή διόρθωση των τιμών της εγχώριας αγοράς ακινήτων το επόμενο διάστημα.
  6. Δεδομένης της υψηλής αβεβαιότηταςο μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός της δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αξιολόγηση των κινδύνων. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η δημιουργία ικανών αποθεμάτων διαχρονικά, ώστε να υπάρχει δυνατότητα στήριξης της οικονομίας σε περιόδους κρίσης. Ένα πλαίσιο βασιζόμενο στη διαχείριση κινδύνων θα πρέπει: α) να παρέχει κίνητρα δημιουργίας αποθεμάτων, ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεσος υψηλός κίνδυνος για τη βιωσιμότητα του χρέους, και β) να επιδιώκει πιο φιλόδοξους στόχους δημοσιονομικής προσαρμογής για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, υπό τον όρο της αποφυγής προκυκλικής πολιτικής.
  7. Όσον αφορά τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους, αυτή παρουσιάζει αυξημένη ανθεκτικότητα σε μια σειρά από αρνητικές επισφάλειες μεσοπρόθεσμα. Η εξέλιξη της πορείας του δημόσιου χρέους και των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών σε διάφορα δυσμενή σενάρια εμφανίζει περιορισμένες αποκλίσεις από το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος μέχρι τις αρχές του 2030. Εκτιμάται ότι η πιθανότητα αντιστροφής της καθοδικής πορείας του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ είναι περιορισμένη σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όπως και η πιθανότητα υπέρβασης των ορίων 15% και 20% του ΑΕΠ για τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες. Με βάση τα παραπάνω, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους εκτιμάται ότι παραμένουν οριοθετημένοι μεσοπρόθεσμα, υπό την προϋπόθεση της προσήλωσης στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και της αποτελεσματικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στους ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής των υποχρεώσεων προς τον επίσημο τομέα, οι οποίες αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα του συνόλου του χρέους, σε συνδυασμό με την έγκαιρη σύναψη συμβάσεων ανταλλαγής επιτοκίων (swap), οι οποίες έχουν «κλειδώσει» τα ιστορικώς χαμηλά επιτόκια των προηγούμενων ετών.
  8. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα εκτιμάται αυξημένη αβεβαιότητα και απαιτείται δημοσιονομική σύνεση και υπευθυνότητα λόγω των αυξημένων δημοσιονομικών προκλήσεων. Σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων διεθνώς, η προσήλωση στην επίτευξη μιας δημοσιονομικής θέσης που εξασφαλίζει μακροχρόνια βιωσιμότητα είναι κρίσιμης σημασίας, καθώς η αύξηση του κόστους δανεισμού (σε σχέση με την περίοδο προ της πανδημίας) και η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης περιορίζουν τη θετική συμβολή της διαφοράς έμμεσου επιτοκίου-ονομαστικού ρυθμού ανάπτυξης, αποδυναμώνοντας σταδιακά την αρχικά ευεργετική επίδραση του πληθωρισμού στη μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, χρειάζεται δημοσιονομική σύνεση ώστε να μην υπονομευθεί η πτωτική τροχιά του δημόσιου χρέους. Εξάλλου, θα πρέπει να τονιστεί ότι τα υφιστάμενα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του συσσωρευμένου χρέους δεν είναι μόνιμα. Η σταδιακή αναχρηματοδότηση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς θα αυξήσει την έκθεση του Ελληνικού Δημοσίου στον επιτοκιακό κίνδυνο, στον κίνδυνο αγοράς και στον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, γεγονός που εξαλείφει τα περιθώρια δημοσιονομικής χαλάρωσης. Επομένως, η επόμενη δεκαετία αποτελεί μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας για την ταχεία αποκλιμάκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Προϋποθέσεις προκειμένου να αξιοποιηθεί αυτό το παράθυρο ευκαιρίας είναι η διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Η ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα διασφαλίσει όχι μόνο τη διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά και την περαιτέρω βαθμιαία βελτίωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης της χώρας.
  9. Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, η αξιοσημείωτη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού τα τελευταία έτη δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), παρά τη σημαντική αποκλιμάκωσή του, παραμένει σημαντικά υψηλότερος από το μέσο όρο των τραπεζών της ευρωζώνης. Παράλληλα, συνολικά το ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα και επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα νέου δανεισμού και υλοποίησης επενδυτικών δράσεων.

Πάντως, ο Γιάννης Στουρνάρας τονίζει πως παρά τη βαθιά κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η Ελλάδα είναι σήμερα μια ευημερούσα χώρα με ισχυρούς θεσμούς και εδραιωμένη δημοκρατία. Με βάση το δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (με στάθμιση πληθυσμού), η Ελλάδα βρίσκεται στο ανώτερο 13% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο δείκτης αυτός περιλαμβάνει μεταβλητές μεταξύ των οποίων το κατά κεφαλήν προϊόν, αλλά και τομείς όπως η παιδεία, η υγεία, η ποιότητα ζωής και το περιβάλλον. Τα προηγούμενα δέκα χρόνια έγιναν πολλές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες συνέβαλαν σημαντικά στη σταθεροποίηση της οικονομίας, του τραπεζικού συστήματος, του ασφαλιστικού συστήματος, καθώς και στη βελτίωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, της ανταγωνιστικότητας, της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και στην απελευθέρωση ορισμένων αγορών. Οι αλλαγές αυτές όμως σε μεγάλο βαθμό συνάντησαν μεγάλες αντιστάσεις από κεκτημένα συμφέροντα, καθώς επιβλήθηκαν στο πλαίσιο της εφαρμογής των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, υπό την αυστηρή επιτήρηση των ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμικών φορέων. Ως αποτέλεσμα, παρά τα αποδεδειγμένα οφέλη των μεταρρυθμίσεων αυτών, απουσίαζε σε μεγάλο βαθμό η εθνική ιδιοκτησία των ακολουθούμενων πολιτικών.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου σωρεύονται νέες αβεβαιότητες, η μεταρρυθμιστική κόπωση αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η γεωπολιτική αστάθεια, οι τεχνολογικές προκλήσεις, η πράσινη μετάβαση, η παραγωγική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι μερικοί μόνο παράγοντες που επιτάσσουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας σε εξωγενείς διαταραχές και καθιστούν αναγκαία τη διατήρηση, μεσοπρόθεσμα, υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Σε αυτή τη κατεύθυνση, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να εστιάσει στη διατήρηση της δυναμικής των μεταρρυθμίσεων, ενισχύοντας την εθνική ιδιοκτησία των σχεδιαζόμενων αλλαγών.

Η υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων αποτελεί προϋπόθεση για την ενίσχυση της ευημερίας και την ενδυνάμωση των θεσμών. Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις έχουν ως στόχο την ενίσχυση της συνολικής παραγωγικότητας, του ρυθμού αύξησης του δυνητικού προϊόντος και της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, οδηγώντας σε υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη, βελτίωση της αγοράς εργασίας, διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και εν τέλει, υψηλότερα επίπεδα ευημερίας. Με αυτό τον τρόπο, μειώνεται ο κίνδυνος της ανεργίας και των δυσμενών οικονομικών προοπτικών, περιορίζονται οι ανισότητες και απελευθερώνονται υγιείς δημιουργικές δυνάμεις.

Τέλος, οι σημαντικές προκλήσεις ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας μεσομακροπρόθεσμα απαιτούν γρήγορα βήματα μεταρρύθμισης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η περαιτέρω καθυστέρηση στην ανάληψη πρωτοβουλιών για την πλήρη ενοποίηση της Ευρώπης, ακόμη και σε τομείς όπου έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος (όπως η Τραπεζική Ένωση και η Ένωση Κεφαλαιαγορών), θα οδηγήσει σε περιθωριοποίηση της περιοχής και στην απώλεια ευημερίας για τους πολίτες της. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να δράσουν εγκαίρως και προνοητικά (δηλαδή πριν ξεσπάσει μια νέα μεγάλη κρίση), με αποφασιστικές, ισορροπημένες και καλοσχεδιασμένες μεταρρυθμίσεις στο επίπεδο της ευρωζώνης, σε πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίων παραχωρήσεων. Οι αλλαγές αυτές θα καταστήσουν τις οικονομίες των κρατών-μελών πιο ανθεκτικές, θα προσδώσουν μεγαλύτερη αποδοχή στο ευρώ ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και θα θέσουν τα θεμέλια για μια βιώσιμη και διαρκή ευημερία όλων των Ευρωπαίων πολιτών.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ PAGENEWS PAGENEWS.gr - App Store PAGENEWS.gr - Google Play

Το σχόλιο σας

Loading Comments