Γεωπολιτική Οικονομία

Ευρωπαϊκά διυλιστήρια σε «max jet»: Η Δύση διψά για αεροπορικά καύσιμα

Ευρωπαϊκά διυλιστήρια σε «max jet»: Η Δύση διψά για αεροπορικά καύσιμα

Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Ευρωπαϊκά διυλιστήρια σε «max jet»: Η Δύση διψά για αεροπορικά καύσιμα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr στην Google
Τα αποθέματα πιέζονται, οι τιμές εκτοξεύονται και οι αεροπορικές εταιρείες μπαίνουν σε περίοδο σκληρών περικοπών

Τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια δουλεύουν στα όρια

Σε κατάσταση αυξημένης παραγωγικής πίεσης βρίσκονται τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια, καθώς η ζήτηση για αεροπορικά καύσιμα έχει εκτοξευθεί την ώρα που οι εισαγωγές από βασικές αγορές έχουν υποχωρήσει δραματικά. Ο κλάδος λειτουργεί πλέον σε καθεστώς που στελέχη της αγοράς περιγράφουν ως «max jet mode», δηλαδή με στόχο τη μέγιστη δυνατή παραγωγή καυσίμου αεριωθουμένων.

Ο πρόεδρος του ολλανδικού τμήματος της Shell, Frans Everts, επιβεβαίωσε ότι τα διυλιστήρια προσπαθούν να αυξήσουν όσο μπορούν την παραγωγή αεροπορικών καυσίμων. Το διυλιστήριο της Shell στο Ρότερνταμ, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, έχει ήδη προσαρμοστεί σε αυτή τη λογική. Το ίδιο επιχειρούν και άλλες εγκαταστάσεις στην ήπειρο. Το πρόβλημα είναι ότι, ακόμη και έτσι, η παραγωγή δεν επαρκεί.

View this post on Instagram

A post shared by Ground News (@groundnews)

Το χρόνιο έλλειμμα που έγινε κρίση

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα δομικό πρόβλημα στην αγορά αεροπορικών καυσίμων. Τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια παράγουν περίπου 1,1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, ενώ η κατανάλωση φτάνει περίπου τα 1,6 εκατομμύρια βαρέλια. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα μόνιμο έλλειμμα περίπου 500.000 βαρελιών την ημέρα, το οποίο παραδοσιακά καλυπτόταν με εισαγωγές.

Μέχρι πρόσφατα, μεγάλο μέρος αυτών των εισαγωγών προερχόταν από τη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, η περιοχή κάλυπτε περίπου το 60% των εξωτερικών εισαγωγών αεροπορικού καυσίμου της Ευρώπης το προηγούμενο έτος. Τον Απρίλιο του 2026, όμως, οι εισαγωγές αυτές μηδενίστηκαν για πρώτη φορά από τότε που υπάρχουν σχετικά καταγεγραμμένα δεδομένα, δηλαδή από το 2017.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η αγορά σταματά να αντιμετωπίζει ένα συνηθισμένο πρόβλημα προσφοράς και περνά σε καθεστώς κρίσης. Όταν ένα χρόνιο έλλειμμα καλύπτεται επί χρόνια από εξωτερικές ροές και αυτές οι ροές εξαφανίζονται, το σύστημα δεν έχει εύκολη εφεδρεία.

Τα αποθέματα στην καρδιά της Ευρώπης υποχωρούν

Η πίεση φαίνεται καθαρά στον κόμβο Άμστερνταμ-Ρότερνταμ-Αμβέρσα, γνωστό ως ARA, ο οποίος αποτελεί κεντρική αρτηρία εφοδιασμού για την ευρωπαϊκή αεροπορία. Στα μέσα Απριλίου, τα αποθέματα κηροζίνης στην περιοχή είχαν υποχωρήσει στους 597.000 μετρικούς τόνους, στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2020.

Η πτώση δεν είναι αμελητέα. Τα αποθέματα κατέγραψαν εβδομαδιαία μείωση 7% και ετήσια μείωση 10%, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν πέσει κάτω από τις 20 ημέρες κάλυψης αποθεμάτων. Πρόκειται για επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την περίοδο της πανδημίας, όταν η αεροπορική αγορά είχε δεχθεί ιστορικό πλήγμα.

Η προειδοποίηση της IEA και το κρίσιμο χρονοδιάγραμμα

Στις 16 Απριλίου, ο εκτελεστικός διευθυντής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, Fatih Birol, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη διαθέτει «ίσως έξι εβδομάδες» αεροπορικού καυσίμου. Με βάση αυτό το χρονοδιάγραμμα, οι πρώτες πραγματικές ελλείψεις θα μπορούσαν να εμφανιστούν προς τα τέλη Μαΐου, ακριβώς στην έναρξη της καλοκαιρινής ταξιδιωτικής περιόδου.

Η δήλωση αυτή είχε ιδιαίτερο βάρος, καθώς ο Birol χαρακτήρισε την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση που έχουμε αντιμετωπίσει ποτέ». Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κάποια αναθεώρηση που να μεταθέτει ουσιαστικά τον κίνδυνο. Το χρονικό όριο παραμένει ενεργό και η αγορά λειτουργεί με την πίεση του ρολογιού.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν «πραγματικές ελλείψεις» αυτή τη στιγμή. Ωστόσο, δεν αμφισβήτησε ευθέως το χρονοδιάγραμμα. Ο Επίτροπος Μεταφορών Απόστολος Τζιτζικώστας αναγνώρισε ότι τα αποθέματα βρίσκονται υπό πίεση σε τμήματα της Ευρώπης, ενώ εξετάζονται αυξημένες εισαγωγές από τις ΗΠΑ και νέα ελάχιστα όρια αποθεμάτων.

Τι σημαίνει τεχνικά το «max jet mode»

Η έννοια του «max jet» δεν είναι απλό σύνθημα. Στην πράξη σημαίνει ότι τα διυλιστήρια προσπαθούν να αναπροσαρμόσουν τις διαδικασίες τους ώστε να αποδώσουν όσο το δυνατόν περισσότερη κηροζίνη. Όμως η ευελιξία τους δεν είναι απεριόριστη.

Για να αυξηθεί η παραγωγή αεροπορικού καυσίμου απαιτούνται συγκεκριμένες τεχνικές ρυθμίσεις: αλλαγές στο εύρος απόσταξης, περιορισμός παραγωγής νάφθας, ενίσχυση υδροδιασπαστήρων και μετατόπιση πρώτων υλών από μονάδες που παράγουν κυρίως βενζίνη προς μονάδες με μεγαλύτερη απόδοση σε μεσαία αποστάγματα.

Ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, αυτές οι κινήσεις μπορούν να αυξήσουν τις αποδόσεις μόλις κατά 7% έως 10%. Ο ίδιος ο Everts περιέγραψε τα περιθώρια ως «μερικές ποσοστιαίες μονάδες εδώ κι εκεί». Σε κανονικές συνθήκες αυτό θα έμοιαζε λίγο. Σε μια αγορά όμως που λειτουργεί ήδη στα όριά της, ακόμη και αυτές οι μικρές αυξήσεις γίνονται κρίσιμες.

Η τιμή του Jet A-1 εκτοξεύεται

Τα οικονομικά κίνητρα για τα διυλιστήρια είναι τεράστια. Η τιμή του Jet A-1, που βρισκόταν περίπου στα 80 δολάρια το βαρέλι τον Μάρτιο, ανέβηκε στα 150 δολάρια τον Απρίλιο. Η IATA κατέγραψε μέση τιμή 179 δολαρίων το βαρέλι για την εβδομάδα που έληξε στις 24 Απριλίου, με ετήσια αύξηση 105,7% στην Ευρώπη.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο καθαρή στα crack spreads, δηλαδή στη διαφορά μεταξύ της τιμής του αργού και της τιμής των παραγόμενων προϊόντων. Το αεροπορικό καύσιμο στη Δυτική Ευρώπη διαπραγματεύεται πλέον πάνω από τα 85 δολάρια το βαρέλι, ενώ στα τέλη Φεβρουαρίου βρισκόταν στην περιοχή των 33 έως 39 δολαρίων.

Η αγορά στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα: όποιος μπορεί να παράγει ή να εξασφαλίσει αεροπορικό καύσιμο, βρίσκεται σε θέση ισχύος.

Οι ΗΠΑ καλύπτουν μέρος του κενού

Με τις ροές από τη Μέση Ανατολή να έχουν εξαφανιστεί, οι ΗΠΑ μπήκαν δυναμικά στο κενό. Οι αμερικανικές εξαγωγές αεροπορικού καυσίμου προς την Ευρώπη εκτοξεύθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ, φτάνοντας τα 442.000 βαρέλια ημερησίως στις αρχές Απριλίου, περίπου έξι φορές πάνω από τα συνηθισμένα επίπεδα.

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η αύξηση δεν επαρκεί για να καλύψει πλήρως το ευρωπαϊκό έλλειμμα. Η Ευρώπη ανταγωνίζεται για τα ίδια φορτία με αγορές όπως η Σιγκαπούρη και η Αυστραλία. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση δεν είναι μόνο ευρωπαϊκή, αλλά παγκόσμια. Όταν πολλές περιοχές διεκδικούν το ίδιο προϊόν, η τιμή συνεχίζει να ανεβαίνει.

Οι αεροπορικές εταιρείες αρχίζουν τις περικοπές

Η πίεση μεταφέρεται πλέον απευθείας στις αεροπορικές εταιρείες. Η Lufthansa έχει ήδη ακυρώσει 20.000 πτήσεις έως τον Οκτώβριο και έκλεισε τη θυγατρική Lufthansa Cityline. Η SAS ακύρωσε 1.000 πτήσεις τον Απρίλιο, η KLM μείωσε το πρόγραμμά της κατά 160 πτήσεις, ενώ η Transavia προχωρά σε ακυρώσεις δρομολογίων για τον Μάιο και τον Ιούνιο.

Η EasyJet, από την πλευρά της, κατέγραψε ζημία μεταξύ 540 και 560 εκατομμυρίων στερλινών για το εξάμηνο έως τον Μάρτιο. Η άνοδος του κόστους καυσίμων επιβαρύνει έναν κλάδο που ήδη λειτουργεί με λεπτές ισορροπίες, υψηλό λειτουργικό κόστος και έντονο ανταγωνισμό στις τιμές εισιτηρίων.

View this post on Instagram

A post shared by The Pioneer (@dailypioneer)

Οι εταιρείες με hedging έχουν πλεονέκτημα

Η κρίση δεν χτυπά όλες τις εταιρείες με τον ίδιο τρόπο. Ο CEO της Ryanair, Michael O’Leary, δήλωσε ότι η εταιρεία του είναι καλυμμένη για το καλοκαίρι, καθώς έχει αντισταθμίσει περίπου το 80% των καυσίμων της σε τιμές πριν από την κρίση.

Αυτό όμως δεν είναι λύση για τον κλάδο συνολικά. Είναι πλεονέκτημα για όσους είχαν προνοήσει ή είχαν την τύχη να κλειδώσουν τιμές εγκαίρως. Οι υπόλοιπες εταιρείες είναι εκτεθειμένες στην αγορά spot, όπου το Jet A-1 διαπραγματεύεται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Η προειδοποίηση του O’Leary είναι σκληρή: αν οι τιμές παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα μέσα στο καλοκαίρι, αρκετοί ανταγωνιστές στην Ευρώπη θα βρεθούν αντιμέτωποι με πραγματικές οικονομικές δυσκολίες.

Το καλοκαίρι θα είναι το μεγάλο τεστ

Η Ευρώπη μπαίνει στην καλοκαιρινή περίοδο με την αγορά αεροπορικών καυσίμων ήδη τεταμένη. Η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί, τα αποθέματα παραμένουν χαμηλά, οι εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή έχουν μηδενιστεί και οι εναλλακτικές ροές από τις ΗΠΑ δεν επαρκούν για να εξισορροπήσουν πλήρως το σύστημα.

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Αφορά πτήσεις, εισιτήρια, τουρισμό, αεροπορικές εταιρείες, αεροδρόμια και ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία. Αν δεν αποκατασταθούν γρήγορα οι ροές ή δεν αυξηθούν ουσιαστικά οι διαθέσιμες προμήθειες, η αγορά θα συνεχίσει να κινείται σε συνθήκες ακραίας πίεσης.

Η Δύση διψά για αεροπορικά καύσιμα και τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια, ακόμη και σε «max jet mode», δεν μπορούν από μόνα τους να σβήσουν αυτή τη φωτιά.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο