Ανάπτυξη με δημοσιονομική πειθαρχία: Η δύσκολη εξίσωση του Άντι Μπέρναμ
Πηγή Φωτογραφίας: Newly elected leader of Britain's Labour Party Andy Burnham reacts as he visits Gravesend, Kent, Britain, July 17, 2026. REUTERS/Isabel Infantes
Ο Μπέρναμ παίζει το πιο δύσκολο στοίχημα της Βρετανίας: Ανάπτυξη χωρίς να τρομάξει τις αγορές
Ένα σπάνιο πολιτικό προνόμιο για τον νέο ένοικο της Ντάουνινγκ Στριτ
Ο Άντι Μπέρναμ ανέλαβε επισήμως τα καθήκοντά του ως πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας στα χέρια του κάτι που ελάχιστοι προκάτοχοί του είχαν την τελευταία δεκαετία: χρόνο και εμπιστοσύνη.
Μετά την αποχώρηση του Κιρ Στάρμερ από την ηγεσία των Εργατικών και την ανάδειξή του στην πρωθυπουργία, ο άλλοτε δήμαρχος του Μάντσεστερ καλείται να διαχειριστεί μια οικονομία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ασθενική παραγωγικότητα, πιεσμένες δημόσιες υπηρεσίες και το διαρκές βάρος της ακρίβειας στα βρετανικά νοικοκυριά.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τις έντονες αναταράξεις που συνόδευσαν προηγούμενες κυβερνητικές αλλαγές, οι χρηματοπιστωτικές αγορές υποδέχθηκαν τον νέο πρωθυπουργό με αξιοσημείωτη ψυχραιμία.
Αυτή η αρχική εμπιστοσύνη μπορεί να αποδειχθεί το μεγαλύτερο πολιτικό του πλεονέκτημα, αλλά και η μεγαλύτερη πρόκληση της πρωθυπουργίας του.
Ο «Βασιλιάς του Βορρά» φέρνει διαφορετική πολιτική φιλοσοφία
Ο Μπέρναμ δεν αποτελεί μια απλή συνέχεια της κυβέρνησης Στάρμερ.
Κατά τη θητεία του ως δήμαρχος του Ευρύτερου Μάντσεστερ δημιούργησε το προφίλ ενός πολιτικού που επένδυσε στην περιφερειακή ανάπτυξη, στις δημόσιες επενδύσεις και στην ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, αποκτώντας το προσωνύμιο «King of the North».
Η πολιτική του ατζέντα διαφοροποιείται αισθητά από τη δημοσιονομική επιφυλακτικότητα που χαρακτήριζε τον Κιρ Στάρμερ.
Ο νέος πρωθυπουργός έχει ήδη προαναγγείλει ένα σχέδιο «επανεκκίνησης» της χώρας, το οποίο στηρίζεται:
- στην αποκέντρωση εξουσιών,
- στην ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών,
- στη βιομηχανική ανασυγκρότηση,
- στην τόνωση των τοπικών οικονομιών,
- και σε μεγαλύτερο ρόλο της περιφερειακής διοίκησης.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ένα τόσο φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων παρεμβάσεων θα προκαλούσε έντονη ανησυχία στους επενδυτές.
Μέχρι στιγμής όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.
Οι αγορές κρατούν στάση αναμονής
Το γεγονός που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους οικονομικούς αναλυτές είναι ότι οι αγορές δεν αντέδρασαν αρνητικά στην αλλαγή ηγεσίας.
Οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων παραμένουν κοντά στο 5%, χωρίς να καταγράφονται έντονες διακυμάνσεις, ενώ η στερλίνα έχει ενισχυθεί έναντι του ευρώ μετά την ανάδειξη του Μπέρναμ στην ηγεσία των Εργατικών.
Το βασικό στοιχείο που καθησυχάζει τους επενδυτές είναι η διαβεβαίωση του νέου πρωθυπουργού ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες ούτε να προχωρήσει σε ανεξέλεγκτο δανεισμό για τη χρηματοδότηση των εξαγγελιών του.
Με άλλα λόγια, οι αγορές θεωρούν ότι ο Μπέρναμ επιδιώκει αλλαγές χωρίς να διακινδυνεύσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας.
Γιατί οι επενδυτές δεν ανησυχούν
Η θετική στάση των αγορών εξηγείται από έναν συνδυασμό παραγόντων.
Καταρχάς, ο νέος πρωθυπουργός απέφυγε στις πρώτες ημέρες της θητείας του να ανακοινώσει μεγάλης κλίμακας φορολογικές ή δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Αντίθετα, επικέντρωσε τη δημόσια ατζέντα σε ζητήματα με ευρεία κοινωνική αποδοχή, όπως:
- η ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας,
- η αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης,
- η περιφερειακή ανάπτυξη,
- η άμυνα.
Παράλληλα, η επιλογή του πρώην υπουργού Άμυνας Τζον Χίλι για το υπουργείο Οικονομικών ερμηνεύτηκε ως μήνυμα συνέχειας και σταθερότητας απέναντι στις διεθνείς αγορές.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι θεωρούν επίσης ότι η οικονομική στρατηγική θα εξακολουθήσει να καθορίζεται κυρίως από το πρωθυπουργικό γραφείο και όχι αποκλειστικά από το υπουργείο Οικονομικών, περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο αιφνιδιαστικών αλλαγών.
Το «φάντασμα» της Λιζ Τρας εξακολουθεί να πλανάται
Κάθε συζήτηση για τη βρετανική οικονομική πολιτική εξακολουθεί να επιστρέφει αναπόφευκτα στο φθινόπωρο του 2022.
Η κυβέρνηση της Λιζ Τρας προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις αξιοπιστίας των τελευταίων δεκαετιών, όταν ανακοίνωσε ένα πακέτο μεγάλων φορολογικών μειώσεων χωρίς αντίστοιχη χρηματοδότηση.
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων εκτοξεύθηκαν, μεγάλα συνταξιοδοτικά ταμεία βρέθηκαν υπό πίεση και η Τράπεζα της Αγγλίας αναγκάστηκε να παρέμβει εκτάκτως προκειμένου να αποτρέψει γενικευμένη χρηματοπιστωτική κρίση.
Το επεισόδιο αυτό άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτές αξιολογούν πλέον τη δημοσιονομική αξιοπιστία του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει επισημάνει ότι από τότε οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για να χρηματοδοτούν το βρετανικό δημόσιο χρέος.
Ο Άντι Μπέρναμ γνωρίζει καλά αυτή την πραγματικότητα.
Γι’ αυτό και επιμένει διαρκώς ότι δεν πρόκειται να αμφισβητήσει τους υφιστάμενους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Τα πλεονεκτήματα που κληρονόμησε
Η νέα κυβέρνηση διαθέτει ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα.
Ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, περιορίζοντας την πίεση προς την Τράπεζα της Αγγλίας για νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Παράλληλα, οι τιμές της ενέργειας βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης, γεγονός που βελτιώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ένα ακόμη πλεονέκτημα αποτελεί η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που ακολούθησε η πρώην υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς.
Η περιορισμένη έκδοση νέου κρατικού χρέους δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων για τον Μπέρναμ, χωρίς να προκαλεί άμεσα ανησυχία στις αγορές.
Με άλλα λόγια, ο νέος πρωθυπουργός ξεκινά από ισχυρότερη δημοσιονομική βάση απ’ ό,τι πολλοί περίμεναν πριν από λίγους μήνες.
Οι δύσκολες αποφάσεις βρίσκονται μπροστά
Η περίοδος χάριτος όμως δεν αναμένεται να διαρκέσει για πολύ.
Η βρετανική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα:
- χαμηλή παραγωγικότητα,
- υποτονικές ιδιωτικές επενδύσεις,
- υποβαθμισμένες δημόσιες υποδομές,
- αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες λόγω των διεθνών εξελίξεων.
Ταυτόχρονα, ο Μπέρναμ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο σημαντικών μεταρρυθμίσεων όπως:
- μεγαλύτερο δημόσιο έλεγχο σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας,
- μεταρρύθμιση της φορολογίας ακινήτων,
- αύξηση των αμυντικών δαπανών,
- αλλαγές στα «παγωμένα» φορολογικά όρια,
- πιθανές μεταβολές στις ασφαλιστικές εισφορές,
- διεύρυνση των περιφερειακών επενδυτικών προγραμμάτων.
Κάθε μία από αυτές τις παρεμβάσεις έχει σημαντικό δημοσιονομικό κόστος και ενδέχεται να δοκιμάσει την υπομονή των επενδυτών.
Η πολιτική πίεση από τον Νάιτζελ Φάρατζ
Πέρα όμως από την οικονομία, ο Μπέρναμ καλείται να διαχειριστεί και ένα έντονα πολιτικό πρόβλημα.
Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ συνεχίζει να καταγράφει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, εκμεταλλευόμενο τη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο.
Εάν η νέα κυβέρνηση επιλέξει υπερβολικά συντηρητική οικονομική πολιτική και δεν καταφέρει να βελτιώσει αισθητά το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, το Reform UK ενδέχεται να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο.
Έτσι δημιουργείται ένα δύσκολο δίλημμα.
Οι αγορές ζητούν δημοσιονομική πειθαρχία.
Οι ψηφοφόροι ζητούν καλύτερους μισθούς, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και μεγαλύτερη ανάπτυξη.
Η επιτυχία του Μπέρναμ θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις δύο, συχνά αντικρουόμενες, απαιτήσεις.
Το πρώτο μεγάλο τεστ έρχεται το φθινόπωρο
Η πρώτη ουσιαστική δοκιμασία της νέας κυβέρνησης θα είναι ο φθινοπωρινός προϋπολογισμός.
Οι επενδυτές θα εξετάσουν προσεκτικά εάν οι εξαγγελίες συνοδεύονται από αξιόπιστη χρηματοδότηση και εάν η κυβέρνηση συνεχίζει να τηρεί τους δημοσιονομικούς κανόνες που έχει δεσμευθεί να σεβαστεί.
Ταυτόχρονα, οι αγορές θα αξιολογούν και τις πολιτικές εξελίξεις.
Εάν το Reform UK συνεχίσει να ενισχύεται δημοσκοπικά, η πιθανότητα πολιτικής αστάθειας θα αρχίσει να αποτιμάται και στις χρηματοπιστωτικές αγορές, αναβιώνοντας μνήμες από την περίοδο της Λιζ Τρας.
Η μεγάλη πρόκληση της νέας πρωθυπουργίας
Ο Άντι Μπέρναμ ξεκινά τη θητεία του με δύο πολύτιμα εφόδια: την υπομονή των αγορών και έναν σχετικά ευνοϊκό δημοσιονομικό χώρο.
Το εάν αυτά τα πλεονεκτήματα θα αποτελέσουν τη βάση μιας επιτυχημένης κυβερνητικής πορείας ή απλώς μια σύντομη περίοδο χάριτος θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις των επόμενων μηνών.
Για τη Βρετανία, η πρόκληση δεν είναι μόνο να επιστρέψει σε ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να υλοποιήσει φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις χωρίς να χάσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς αγορές είναι πιο αυστηρές από ποτέ απέναντι σε κάθε ένδειξη δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο