Γεωπολιτικά

Αιγαίο στο «κόκκινο»: Η Άγκυρα τεστάρει Αθήνα με καλώδιο, drones και «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Αιγαίο στο «κόκκινο»: Η Άγκυρα τεστάρει Αθήνα με καλώδιο, drones και «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Αιγαίο στο «κόκκινο»: Η Άγκυρα τεστάρει Αθήνα με καλώδιο, drones και «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Το επόμενο crash test στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μεταφέρεται από τη ρητορική στο πεδίο: η επανεκκίνηση των ερευνών για το Great Sea Interconnector, η τουρκική δραστηριότητα γύρω από το Καστελλόριζο και η ελληνική «Ασπίδα του Αχιλλέα» συνθέτουν ένα νέο σκηνικό πίεσης. Η Αθήνα απαντά ότι δεν ζητά άδεια ούτε για τα εξοπλιστικά της ούτε για την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο δοκιμάζονται πλέον σε τρία διαφορετικά πεδία ταυτόχρονα: κάτω από τη θάλασσα, στον αέρα και πάνω στα ελληνικά νησιά.

Το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου επιστρέφει στο προσκήνιο με νέες έρευνες βυθού. Η Άγκυρα αυξάνει την πίεση γύρω από το Καστελλόριζο και επαναφέρει τις αξιώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης. Και η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» προσθέτει μια νέα στρατηγική παράμετρο στην ισορροπία ισχύος.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για προετοιμασία θερμού επεισοδίου. Πρόκειται όμως για μια περίοδο στην οποία Αθήνα και Άγκυρα αρχίζουν να δοκιμάζουν στην πράξη μέχρι πού φτάνουν οι κόκκινες γραμμές της άλλης πλευράς.

Το καλώδιο γίνεται το πρώτο μεγάλο τεστ

Το πιο άμεσο σημείο τριβής είναι το Great Sea Interconnector (GSI).

Στις 5 Αυγούστου υπεγράφη στην Αθήνα η συμφωνία για την είσοδο της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία του GSI, ενώ παράλληλα ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans συμφώνησαν για τις εργασίες έρευνας του βυθού. Η ελληνική κυβέρνηση χαρακτήρισε την ολοκλήρωση αυτών των ερευνών πρώτη προτεραιότητα για την επιτάχυνση του έργου.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δύσκολο σημείο.

Οι έρευνες δεν είναι απλώς μια τεχνική διαδικασία. Απαιτούν παρουσία ερευνητικών πλοίων σε θαλάσσιες περιοχές όπου οι ελληνικές και τουρκικές αντιλήψεις για την υφαλοκρηπίδα συγκρούονται.

Το προηγούμενο υπάρχει ήδη: τον Ιούλιο του 2024 τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν αντιδράσει στις έρευνες του ιταλικού Ievoli Relume νοτίως Κάσου και Καρπάθου για τις ανάγκες του GSI.

Η επανεκκίνηση των ερευνών συνεπώς δεν θα μετρήσει μόνο την πρόοδο ενός ενεργειακού έργου.

Θα μετρήσει αν η Τουρκία μπορεί στην πράξη να επιβάλει πολιτικό ή επιχειρησιακό κόστος σε ένα ευρωπαϊκό έργο χωρίς να έχει θεσμικό ρόλο σε αυτό.

Μητσοτάκης: Η Τουρκία δεν μπορεί να μπλοκάρει το έργο

Από τη ΔΕΘ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε ήδη το μήνυμα ότι η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει την τουρκική συναίνεση ως προϋπόθεση για την υλοποίηση του έργου.

«Η Τουρκία δεν έχει καμία νομιμοποίηση να εμποδίσει το έργο. Πιστεύω δεν θα το κάνει. Είμαστε και σε συνεννόηση με τη Γαλλία για να αντιμετωπίσουμε όλα τα ενδεχόμενα», δήλωσε ο πρωθυπουργός.

Αντίστοιχα, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δηλώσει ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν απαιτεί τουρκική άδεια για το έργο και ότι τέτοια άδεια δεν πρόκειται να ζητηθεί.

Αυτό ανεβάζει τον πήχη.

Γιατί η επόμενη κίνηση δεν θα είναι ανακοίνωση ή διπλωματικό διάβημα. Θα είναι η πραγματική παρουσία των ερευνητικών σκαφών στο πεδίο.

Καστελλόριζο: Το TÜBİTAK Marmara προσθέτει πίεση

Την ίδια στιγμή, το τουρκικό ερευνητικό R/V TÜBİTAK MARMARA δραστηριοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή νοτιοανατολικά του Καστελλόριζου, στο πλαίσιο τουρκικής NAVTEX, με τις ελληνικές αρχές να παρακολουθούν στενά τις κινήσεις του.

Το Καστελλόριζο δεν είναι τυχαία επιλογή.

Είναι το σημείο όπου συγκρούονται με τη μεγαλύτερη ένταση οι ελληνικές και τουρκικές αντιλήψεις για την επήρεια των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου.

Γι’ αυτό κάθε ερευνητική δραστηριότητα, NAVTEX ή χαρτογραφική κίνηση γύρω από το σύμπλεγμα αποκτά μεγαλύτερη γεωπολιτική βαρύτητα από τη στενή επιχειρησιακή της σημασία.

Η Άγκυρα επιδιώκει διαχρονικά να ενισχύσει διεθνώς τη δική της ερμηνεία για τη θαλάσσια γεωγραφία της περιοχής.

Η Αθήνα, αντιθέτως, δεν μπορεί να επιτρέψει η επανάληψη τουρκικών ενεργειών να μετατραπεί σταδιακά σε μια εικόνα «κανονικότητας».

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζει το παιχνίδι

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο η σημερινή ένταση διαφέρει από προηγούμενους κύκλους ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα έχει αρχίσει να αλλάζει ουσιαστικά την αρχιτεκτονική της αεράμυνάς της.

Στις 31 Αυγούστου υπεγράφη στο Τελ Αβίβ η διακρατική συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», προϋπολογισμού 3,035 δισ. ευρώ, με πλήρη ανάπτυξη έως τον Ιούλιο του 2029.

Το πρόγραμμα συνδυάζει αντιαεροπορική, αντιβαλλιστική και anti-drone προστασία σε ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου, συνδέοντας νέα ισραηλινά συστήματα με υφιστάμενα ελληνικά μέσα.

Αυτό είναι πολύ περισσότερο από μία ακόμη εξοπλιστική αγορά.

Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να προστατεύσει κρίσιμες υποδομές, στρατιωτικές μονάδες και τμήματα της επικράτειάς της απέναντι σε πυραύλους, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα συστήματα.

Γιατί αντέδρασε τόσο έντονα ο Ερντογάν

Η τουρκική αντίδραση ήρθε γρήγορα.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανέφερε το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, ενώ χρησιμοποίησε και τη χαρακτηριστική αναφορά ότι από το Κας οι φωνές μπορούν να ακουστούν στην Ελλάδα. Η Άγκυρα συνέδεσε παράλληλα την ένταση με τις πάγιες τουρκικές θέσεις περί νησιών των οποίων αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία.

Η χρονική ακολουθία έχει σημασία.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» υπεγράφη στις 31 Αυγούστου και η τουρκική ρητορική για την αποστρατιωτικοποίηση επανήλθε αμέσως μετά. Ελληνικές και τουρκικές αναλύσεις έχουν συνδέσει την ενόχληση της Άγκυρας με την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ και με την προοπτική εγκατάστασης σύγχρονων συστημάτων στα νησιά.

Χρειάζεται όμως μία σημαντική διάκριση: δεν υπάρχει επισήμως διακηρυγμένο νέο τουρκικό casus belli για την «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Υπάρχει σκληρή προειδοποιητική ρητορική και επαναφορά της τουρκικής αξίωσης περί αποστρατιωτικοποίησης. Το να χαρακτηριστεί αυτό ήδη ως νέο επίσημο casus belli θα πήγαινε πέρα από τα επιβεβαιωμένα δεδομένα.

Drones: Η νέα πίεση χαμηλού κόστους

Παράλληλα, το επιχειρησιακό περιβάλλον στο Αιγαίο έχει αλλάξει λόγω της εκτεταμένης χρήσης μη επανδρωμένων συστημάτων.

Τα drones προσφέρουν δυνατότητα επιτήρησης και συνεχούς παρουσίας με χαμηλότερο πολιτικό και επιχειρησιακό κόστος από την επαναλαμβανόμενη αποστολή επανδρωμένων μαχητικών.

Αυτό δημιουργεί μια διαφορετική μορφή πίεσης: λιγότερο θεαματική από τις αερομαχίες του παρελθόντος, αλλά δυνητικά περισσότερο επίμονη.

Και εξηγεί γιατί το anti-drone σκέλος της «Ασπίδας του Αχιλλέα» έχει τόσο μεγάλη σημασία για την ελληνική πλευρά.

Η Άγκυρα δεν χρειάζεται θερμό επεισόδιο για να κερδίσει

Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της σημερινής τουρκικής στρατηγικής.

Η Άγκυρα δεν χρειάζεται απαραίτητα μια μεγάλη κρίση για να επιδιώξει αλλαγή των δεδομένων.

Μπορεί να χρησιμοποιεί NAVTEX, ερευνητικά σκάφη, διπλωματικές διακοινώσεις, αμφισβητήσεις κυριαρχίας, drones και πολιτική ρητορική ως διαφορετικά εργαλεία της ίδιας στρατηγικής πίεσης.

Ο στόχος μπορεί να είναι η δημιουργία μιας νέας αντίληψης σύμφωνα με την οποία κάθε σημαντική ελληνική κίνηση στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο —από ένα ενεργειακό έργο μέχρι την αμυντική θωράκιση των νησιών— πρέπει προηγουμένως να συνυπολογίζει την τουρκική αντίδραση.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την κατάληψη εδάφους ή μια ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση.

Είναι προσπάθεια διαμόρφωσης de facto περιορισμών στην άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων.

Η Ελλάδα αλλάζει επίσης στρατηγική

Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφορά σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις.

Η Αθήνα δεν απαντά μόνο με διπλωματικές δηλώσεις.

Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο GSI προσθέτει ευρωπαϊκό και γαλλικό οικονομικό βάρος στο έργο.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» ενισχύει τον στρατηγικό δεσμό με το Ισραήλ.

Η αμυντική σχέση με τη Γαλλία παραμένει σημαντικός παράγοντας αποτροπής.

Και ο Μητσοτάκης διαμήνυσε από τη ΔΕΘ ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει την άδεια κανενός για το πώς θα εξοπλίζεται.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική απάντηση αρχίζει να μετακινείται από το μοντέλο «διαχειρίζομαι την τουρκική πίεση»προς ένα διαφορετικό μοντέλο: δημιουργώ συμμαχίες και πραγματικό κόστος ώστε η πίεση να γίνεται δυσκολότερη.

Το πραγματικό crash test έρχεται στη θάλασσα

Γι’ αυτό το GSI μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικότερο από ένα ακόμη επεισόδιο ρητορικής έντασης.

Εάν οι έρευνες βυθού προχωρήσουν χωρίς σοβαρή τουρκική παρεμπόδιση, η Αθήνα θα έχει αποδείξει ότι ένα στρατηγικό έργο μπορεί να προχωρήσει παρά τις τουρκικές αντιρρήσεις.

Εάν η Άγκυρα επιχειρήσει να τις εμποδίσει, τότε η κρίση θα μεταφερθεί από τις δηλώσεις στο επιχειρησιακό πεδίο — και θα δοκιμάσει όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την ευρωπαϊκή διάσταση του έργου και τη νέα γαλλική εμπλοκή.

Εκεί θα φανεί και η πραγματική αντοχή των «ήρεμων νερών».

Γιατί το επόμενο κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών δεν θα κριθεί από το πόσο υψηλά θα ανεβάσει τη φωνή του ο Ερντογάν ή πόσο σκληρή θα είναι μια ελληνική ανακοίνωση.

Θα κριθεί από κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο:

αν η Ελλάδα μπορεί να υλοποιεί έργα, να εξοπλίζει τα νησιά της και να ασκεί τα δικαιώματα που θεωρεί ότι απορρέουν από το διεθνές δίκαιο χωρίς η τουρκική απειλή έντασης να μετατρέπεται σε άτυπο δικαίωμα βέτο.

Και αυτό είναι το πραγματικό crash test που μόλις αρχίζει.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο