«Το Ιράν κοιτάζει προς Ευρώπη»: Σε πολεμική ετοιμότητα η Αθήνα–Η Κύπρος,η Βουλγαρία και η νέα γραμμή άμυνας
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//«Το Ιράν κοιτάζει προς την Ευρώπη»: Σε πολεμική ετοιμότητα η Αθήνα – Η Κύπρος, η Βουλγαρία και η νέα γραμμή άμυνας
Η πιθανότητα ο πόλεμος με το Ιράν να ξεφύγει οριστικά από τα γεωγραφικά όρια της Μέσης Ανατολής και να αγγίξει ευρωπαϊκό έδαφος αντιμετωπίζεται πλέον ως σενάριο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Στην Αθήνα, οι πληροφορίες ότι η Τεχεράνη έχει εξετάσει ενδεχόμενα πλήγματα εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών στόχων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη έχουν οδηγήσει σε νέα αξιολόγηση της απειλής και των διαθέσιμων αμυντικών επιλογών.
Οι Financial Times αποκάλυψαν ότι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν εξετάσει στόχους στη Βουλγαρία και την Κύπρο, σε περίπτωση νέας μεγάλης αμερικανικής επίθεσης εναντίον του Ιράν. Η Βουλγαρία βρίσκεται στο επίκεντρο λόγω της χρήσης της βάσης Μπεζμέρ από αμερικανικά αεροσκάφη ανεφοδιασμού, ενώ η Κύπρος έχει ήδη βρεθεί μέσα στη ζώνη της σύγκρουσης: η βρετανική βάση στο Ακρωτήρι δέχθηκε επίθεση με drone τον Μάρτιο.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Αθήνα είναι πλέον σαφές:
Μέχρι πού μπορεί πραγματικά να φτάσει το Ιράν — και τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα εάν ο πόλεμος περάσει στην ευρωπαϊκή γειτονιά της;
Από τη Μέση Ανατολή στη Νοτιοανατολική Ευρώπη
Η απειλή δεν σημαίνει ότι επίκειται ιρανική επίθεση στην Ευρώπη.
Σημαίνει όμως ότι η Τεχεράνη εξετάζει πλέον τη Νοτιοανατολική Ευρώπη ως πιθανό χώρο αντιποίνων εάν η Ουάσιγκτον κλιμακώσει ξανά τις επιχειρήσεις.
Ιρανικές πηγές που μίλησαν στους FT υποστηρίζουν ότι η απάντηση θα εξαρτηθεί από το μέγεθος της αμερικανικής δράσης. Το Ιράν έχει επίσης εξετάσει πλήγματα σε υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών στο Ορμούζ, ένδειξη ότι η πιθανή κλιμάκωση δεν περιορίζεται σε συμβατικούς στρατιωτικούς στόχους.
Αυτό δημιουργεί ένα πολύ ευρύτερο φάσμα απειλών:
βαλλιστικούς πυραύλους, drones, επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων αλλά και επιχειρήσεις κατά κρίσιμων υποδομών.
Μπορεί πράγματι το Ιράν να χτυπήσει την Ευρώπη;
Η σύντομη απάντηση είναι: ναι, αλλά όχι παντού με την ίδια αποτελεσματικότητα.
Η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι διαθέτει δυνατότητα πραγματοποίησης επιθέσεων σε μεγάλες αποστάσεις. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης επιχείρησε πλήγματα ακόμη και προς το Ντιέγκο Γκαρσία, περίπου 4.000 χιλιόμετρα μακριά, χωρίς όμως οι πύραυλοι να φτάσουν στον στόχο τους.
Παράλληλα, το ΝΑΤΟ είχε αναχαιτίσει ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους πάνω από την Τουρκία, ενώ η επίθεση με drone στο Ακρωτήρι απέδειξε ότι η Κύπρος βρίσκεται ήδη μέσα στο επιχειρησιακό περιβάλλον της κρίσης.
Επομένως, η απειλή δεν είναι θεωρητική.
Η πραγματική συζήτηση αφορά την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τον αριθμό των όπλων που μπορούν να φτάσουν σε διαφορετικές ευρωπαϊκές αποστάσεις.
Η Κύπρος είναι η πρώτη γραμμή
Για την Ελλάδα, η Κύπρος αποτελεί το πιο άμεσο ζήτημα.
Η Αθήνα έχει ήδη αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να κινηθεί στρατιωτικά όταν θεωρεί ότι υπάρχει απειλή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Μετά την επίθεση στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου τον Μάρτιο, είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο τέσσερα ελληνικά F-16, ενώ προς την περιοχή είχαν κινηθεί και ελληνικές φρεγάτες.
Η επίσημη ελληνική θέση ήταν εξίσου σαφής: η βοήθεια προς την Κύπρο έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Η Αθήνα θέλει να ενισχύσει την άμυνα της Ανατολικής Μεσογείου χωρίς να εμφανιστεί ως εμπόλεμο μέρος.
Και τώρα μπαίνει στην εξίσωση η Βουλγαρία
Η αναφορά της Βουλγαρίας μεταξύ των πιθανών στόχων διευρύνει σημαντικά το πρόβλημα.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για την Κύπρο και τις βρετανικές εγκαταστάσεις της.
Πρόκειται για πιθανή απειλή κατά της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με τους FT, η Τεχεράνη έχει εξετάσει αμερικανικές εγκαταστάσεις στη Βουλγαρία μετά την έγκριση χρήσης της αεροπορικής βάσης Μπεζμέρ από αμερικανικά αεροσκάφη ανεφοδιασμού.
Για την Ελλάδα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφίας.
Αθήνα, Σόφια και Λευκωσία βρίσκονται πλέον μέσα στο ίδιο τόξο ασφαλείας που ξεκινά από την Ανατολική Μεσόγειο και καταλήγει στα Βαλκάνια.
Το μεγάλο ελληνικό δίλημμα: πού πηγαίνουν οι Patriot;
Εδώ βρίσκεται μία από τις δυσκολότερες επιχειρησιακές εξισώσεις.
Η Ελλάδα διαθέτει συγκεκριμένο αριθμό αντιαεροπορικών και αντιπυραυλικών συστημάτων. Κάθε μετακίνηση μιας πυροβολαρχίας Patriot για την προστασία ενός σημείου σημαίνει ότι το σύστημα απομακρύνεται από κάποιο άλλο.
Αυτό είχε ήδη φανεί την άνοιξη.
Τον Μάρτιο είχε αποφασιστεί αναδιάταξη της ελληνικής αεράμυνας και ανάπτυξη Patriot στην Κάρπαθο, ενώ τον Μάιο το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την επιστροφή δύο πυροβολαρχιών σε Διδυμότειχο και Κάρπαθο μετά από νέα αξιολόγηση της απειλής.
Εάν επομένως αυξηθεί ξανά η απειλή από το Ιράν, η Αθήνα καλείται να λύσει ένα δύσκολο παζλ:
προστασία της ελληνικής επικράτειας, κάλυψη στρατηγικών εγκαταστάσεων και ταυτόχρονα δυνατότητα συνδρομής σε συμμάχους.
Η Σούδα ανεβάζει ακόμη περισσότερο τη σημασία της Ελλάδας
Υπάρχει και ένας δεύτερος παράγοντας.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς κοντά στη σύγκρουση.
Φιλοξενεί στρατηγικές στρατιωτικές υποδομές και αποτελεί κρίσιμο κόμβο για τις αμερικανικές και συμμαχικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Σούδα έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία σε οποιοδήποτε σενάριο γενικευμένης κλιμάκωσης.
Και αυτό σημαίνει ότι ο ελληνικός αμυντικός σχεδιασμός δεν μπορεί να περιοριστεί στην ερώτηση «μπορούν οι ιρανικοί πύραυλοι να φτάσουν στην Ελλάδα;».
Πρέπει να εξετάζει επίσης drones, επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, κυβερνοεπιχειρήσεις, σαμποτάζ και δράση μέσω τρίτων.
Η ανησυχία αυτή δεν είναι αποκλειστικά ελληνική. Τον Ιούνιο, 24 χώρες κατήγγειλαν από κοινού ιρανικές κρατικές απειλές και ενέργειες στην Ευρώπη, περιλαμβανομένης της χρήσης εγκληματικών δικτύων και επιθέσεων εναντίον αμερικανικών, ισραηλινών και εβραϊκών συμφερόντων.
Ο κρίσιμος παράγοντας Ισραήλ
Μέσα σε αυτή την εξίσωση, η συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική αξία.
Το Ισραήλ διαθέτει ίσως τη μεγαλύτερη πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία παγκοσμίως στην αντιμετώπιση ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και drones.
Για την Αθήνα, επομένως, η ισραηλινή εμπειρία έχει ιδιαίτερη σημασία στην έγκαιρη προειδοποίηση, στην αξιολόγηση της απειλής και στη λειτουργία πολυεπίπεδης αεράμυνας.
Ταυτόχρονα όμως υπάρχει μια λεπτή πολιτική ισορροπία.
Η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρήσει τη στενή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ χωρίς να μετατραπεί σε μέρος του πολέμου με την Τεχεράνη.
Αυτή ακριβώς είναι και η επίσημη ελληνική γραμμή: αμυντική συνδρομή και προστασία της περιοχής, αλλά όχι συμμετοχή στις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν.
Η Αθήνα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα
Για δεκαετίες, η βασική στρατιωτική απειλή που καθόριζε τον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό βρισκόταν στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σημερινή κρίση προσθέτει μια εντελώς διαφορετική διάσταση.
Η Ελλάδα πρέπει πλέον να υπολογίζει ταυτόχρονα:
την παραδοσιακή αποστολή αποτροπής,
την προστασία στρατηγικών υποδομών,
τη βαλλιστική και αντι-drone άμυνα,
την ασφάλεια της Κύπρου,
τις υποχρεώσεις της ως μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ,
και τον κίνδυνο διάχυσης ενός πολέμου της Μέσης Ανατολής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε άλλωστε τονίσει τον Ιούλιο ότι η Ελλάδα θα υπερασπιστεί την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και ότι, υπό τις κατάλληλες διεθνείς προϋποθέσεις, θα μπορούσε να συμμετάσχει ακόμη και σε αποστολή προστασίας της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ.
Το μήνυμα της Αθήνας: Άμυνα χωρίς εμπλοκή
Αυτή ίσως είναι η δυσκολότερη ισορροπία.
Η Ελλάδα δεν επιδιώκει πόλεμο με το Ιράν.
Όμως δεν μπορεί να αγνοήσει μια πιθανή απειλή που πλησιάζει την Κύπρο, τη Βουλγαρία και συνολικά τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Ευρώπης.
Και όσο η Τεχεράνη αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μεταφέρει τα αντίποινά της πέρα από τη Μέση Ανατολή, τόσο η Αθήνα θα πρέπει να προετοιμάζεται για ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε μακρινό:
ο επόμενος γύρος της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν να μη διεξαχθεί αποκλειστικά στον Περσικό Κόλπο — αλλά να φτάσει μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρωπαϊκή γειτονιά της Ελλάδας.
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο