Μια αθόρυβη μεταφορά δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων βρίσκεται σε εξέλιξη στις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.
Δεν προέρχεται από έναν νέο φόρο.
Προέρχεται από την αγορά ομολόγων.
Η απότομη άνοδος των κρατικών αποδόσεων μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν τον Φεβρουάριο έχει ήδη αυξήσει κατά περίπου 16 δισ. δολάρια το κόστος με το οποίο οι χώρες του G7 χρηματοδοτούν το δημόσιο χρέος τους, σύμφωνα με έρευνα των Financial Times.
Και εάν οι σημερινές αποδόσεις διατηρηθούν, οι κυβερνήσεις του G7 εκτιμάται ότι θα επιβαρυνθούν με επιπλέον 34 δισ. δολάρια έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2027.
Συνολικά, δηλαδή, το πρόσθετο κόστος μπορεί να αγγίξει περίπου τα 50 δισ. δολάρια
Το ποσό δεν είναι ακόμη αρκετό για να προκαλέσει δημοσιονομική κρίση στις μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες.
Αλλά αποτελεί προειδοποίηση για κάτι πολύ μεγαλύτερο:
η εποχή του φθηνού κρατικού χρήματος μπορεί να έχει τελειώσει.
Οι ΗΠΑ πληρώνουν τον μεγαλύτερο λογαριασμό
Το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης πέφτει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των FT, η Ουάσιγκτον έχει ήδη επιβαρυνθεί με περίπου 10,6 δισ. δολάρια πρόσθετου κόστους χρηματοδότησης.
Εάν οι αποδόσεις παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα, το αμερικανικό Δημόσιο μπορεί να πληρώσει ακόμη 21,7 δισ. δολάρια έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2027.
Η αμερικανική επιβάρυνση είναι τόσο μεγάλη κυρίως λόγω της κλίμακας.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν τη μεγαλύτερη αγορά κρατικού χρέους στον κόσμο και πρέπει να αναχρηματοδοτούν τεράστιους όγκους τίτλων.
Η ευρύτερη εκτίμηση των FT δείχνει ότι περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής πρόσθετης επιβάρυνσης του G7 αντιστοιχούν στις ΗΠΑ.
Γιατί ανεβαίνουν οι αποδόσεις
Δεν υπάρχει ένας μόνο λόγος.
Ο πόλεμος με το Ιράν και η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αύξησαν τις τιμές ενέργειας και τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Όταν οι επενδυτές περιμένουν υψηλότερο πληθωρισμό, ζητούν υψηλότερη απόδοση για να κρατήσουν μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα.
Παράλληλα, οι αγορές βλέπουν:
μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα,
υψηλότερες αμυντικές δαπάνες,
τεράστιες ανάγκες επενδύσεων σε υποδομές,
ενεργειακή μετάβαση,
επανεκβιομηχάνιση,
και ένα πρωτοφανές κύμα επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Όλα αυτά χρειάζονται κεφάλαιο.
Και ξαφνικά όλοι θέλουν να δανειστούν ταυτόχρονα.
Ο πόλεμος του Ιράν περνά από το πετρέλαιο στα κρατικά ταμεία
Εδώ βρίσκεται και η γεωοικονομική διάσταση.
Ο πόλεμος δεν αυξάνει μόνο τις στρατιωτικές δαπάνες.
Μέσω της ενέργειας περνά στον πληθωρισμό.
Ο πληθωρισμός περνά στις προσδοκίες για τα επιτόκια.
Και τα υψηλότερα επιτόκια περνούν τελικά στο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Η αλυσίδα είναι:
Ορμούζ → ενέργεια → πληθωρισμός → αποδόσεις ομολόγων → ακριβότερο δημόσιο χρέος.
Γι’ αυτό χώρες που εξαρτώνται έντονα από εισαγωγές ενέργειας, όπως η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία, βρίσκονται επίσης υπό πίεση.
Βρετανία: Η μεγαλύτερη αναλογική επιβάρυνση
Η περίπτωση της Βρετανίας είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική.
Στους υπολογισμούς των FT, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφάνισε τη μεγαλύτερη αναλογική αύξηση στο κόστος νέου δανεισμού, με τις αποδόσεις έκδοσης περίπου 71 μονάδες βάσης υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα.
Στην Ιαπωνία, αντίθετα, η αντίστοιχη μεταβολή ήταν περίπου 21 μονάδες βάσης.
Το πρόβλημα για το Λονδίνο είναι ότι η αύξηση των αποδόσεων έρχεται σε μια περίοδο ήδη περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου.
Τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν σήμερα δείχνουν ότι η μέση απόδοση των νέων βρετανικών κρατικών τίτλων κινείται φέτος γύρω στο 3,8%, κοντά στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν τριών δεκαετιών.
Η αγορά αρχίζει να τιμολογεί και την πολιτική
Το κόστος του χρήματος δεν αυξάνεται όμως μόνο λόγω του πληθωρισμού.
Οι επενδυτές αρχίζουν να ζητούν υψηλότερο premium και για τον πολιτικό και δημοσιονομικό κίνδυνο.
Ο Adam Posen, πρόεδρος του Peterson Institute for International Economics, επισημαίνει ότι πέρα από τον πληθωρισμό υπάρχουν κίνδυνοι πολιτικής αστάθειας στις ΗΠΑ, στη Γαλλία, στην Ιαπωνία και κατά περιόδους στη Βρετανία και πιθανώς στη Γερμανία.
Και πάνω σε αυτό προστίθεται η γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η αγορά ομολόγων αρχίζει ξανά να λειτουργεί ως πειθαρχικός μηχανισμός απέναντι στις κυβερνήσεις.
Όσο μεγαλύτερα τα ελλείμματα και όσο χαμηλότερη η εμπιστοσύνη στη δημοσιονομική πορεία, τόσο υψηλότερη απόδοση μπορεί να απαιτήσει ο επενδυτής.
Άμυνα, συντάξεις, υποδομές: Όλοι διεκδικούν το ίδιο χρήμα
Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη επειδή οι κυβερνήσεις δεν μπορούν εύκολα να μειώσουν τις δαπάνες.
Η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες.
Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις δημοσιονομικές ανάγκες για συντάξεις και υγεία.
Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί επενδύσεις τρισεκατομμυρίων.
Η επανεκβιομηχάνιση χρειάζεται κρατικά κίνητρα και υποδομές.
Και οι κυβερνήσεις θέλουν ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη.
Ο Posen συνοψίζει την πίεση επισημαίνοντας ότι η άμυνα, οι δημογραφικές ανάγκες, οι υποδομές και οι πράσινες επενδύσεις ασκούν όλες ανοδική πίεση στα πραγματικά επιτόκια.
Και μετά ήρθε η AI
Υπάρχει όμως ένας νέος ανταγωνιστής για το παγκόσμιο κεφάλαιο:
η τεχνητή νοημοσύνη.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί επενδύουν τεράστια ποσά σε data centers, chips, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και υποδομές AI.
Αυτές οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται εν μέρει μέσω των αγορών κεφαλαίου.
Έτσι, το αμερικανικό Δημόσιο που θέλει να πουλήσει Treasuries δεν ανταγωνίζεται μόνο άλλα κράτη.
Ανταγωνίζεται και εταιρείες που αντλούν κεφάλαια για τη μεγαλύτερη τεχνολογική επενδυτική έκρηξη της εποχής.
Ο Michel Martinez της Société Générale περιγράφει αυτή την αλλαγή ως:
«Επανατιμολόγηση ενός κόσμου στον οποίο το κεφάλαιο είναι λιγότερο άφθονο.»
Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο συμπέρασμα ολόκληρης της ιστορίας.
Κράτη εναντίον AI για τις παγκόσμιες αποταμιεύσεις
Η παγκόσμια αγορά κεφαλαίου αρχίζει να θυμίζει μια τεράστια δημοπρασία.
Από τη μία βρίσκονται οι κυβερνήσεις:
ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία.
Χρειάζονται τρισεκατομμύρια για ελλείμματα, άμυνα, υποδομές και κοινωνικές δαπάνες.
Από την άλλη βρίσκονται οι επιχειρήσεις:
AI hyperscalers, data centers, ενεργειακές εταιρείες, semiconductor fabs και βιομηχανικές επενδύσεις.
Όλοι ζητούν κεφάλαιο.
Οι αποταμιεύσεις όμως δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό.
Όταν η ζήτηση για χρήμα αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά του, η τιμή του χρήματος ανεβαίνει.
Και αυτή η τιμή είναι το επιτόκιο.
Το 5% στα αμερικανικά ομόλογα είναι η κρίσιμη γραμμή
Οι αγορές παρακολουθούν ιδιαίτερα το αμερικανικό 10ετές Treasury.
Ο Mohit Kumar, επικεφαλής οικονομολόγος Ευρώπης στη Jefferies, προειδοποιεί ότι περαιτέρω άνοδος των επιτοκίων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους τόσο για τις αγορές μετοχών όσο και για την πίστωση.
Εάν το 10ετές αμερικανικό ομόλογο κινηθεί πάνω από το 5%, εκτιμά ότι θα μπορούσε να υπάρξει αρνητική αντίδραση στις μετοχές.
Ο λόγος είναι απλός.
Όσο υψηλότερη γίνεται η απόδοση ενός σχετικά ασφαλούς κρατικού ομολόγου, τόσο λιγότερο ελκυστικό γίνεται το ρίσκο μιας μετοχής.
Ταυτόχρονα, ακριβότερος εταιρικός δανεισμός σημαίνει χαμηλότερα κέρδη.
Από τα κρατικά ομόλογα στα στεγαστικά
Η πίεση δεν σταματά στους υπουργούς Οικονομικών.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων λειτουργούν ως βάση για το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την οικονομία.
Στεγαστικά.
Επιχειρηματικά δάνεια.
Εταιρικά ομόλογα.
Καταναλωτική πίστη.
Ο James Knightley της ING προειδοποιεί ότι στις ΗΠΑ το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης λειτουργεί ήδη ως φρένο στην οικονομική δραστηριότητα και ότι η στεγαστική αγορά έχει ουσιαστικά σταματήσει.
Με την καμπύλη αποδόσεων να γίνεται πιο απότομη, θεωρεί πιθανή την επιστροφή των αμερικανικών mortgage rates πάνω από το 7%.
Το επικίνδυνο δημοσιονομικό σπιράλ
Για τις κυβερνήσεις υπάρχει ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος.
Υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν μεγαλύτερες πληρωμές τόκων.
Μεγαλύτερες πληρωμές τόκων σημαίνουν λιγότερα χρήματα για επενδύσεις και δημόσιες υπηρεσίες.
Εάν μια κυβέρνηση καλύψει το κόστος με περισσότερο δανεισμό, αυξάνει ακόμη περισσότερο το χρέος.
Και εάν οι αγορές ανησυχήσουν για αυτό το χρέος, μπορεί να απαιτήσουν ακόμη μεγαλύτερες αποδόσεις.
Δημιουργείται έτσι ένας πιθανός φαύλος κύκλος:
χρέος → υψηλότερες αποδόσεις → μεγαλύτεροι τόκοι → μεγαλύτερα ελλείμματα → περισσότερο χρέος.
Δεν βρίσκονται όλες οι οικονομίες κοντά σε αυτό το σημείο.
Αλλά η αγορά αρχίζει να διαφοροποιεί πολύ πιο επιθετικά μεταξύ των κρατών με ισχυρότερη και ασθενέστερη δημοσιονομική εικόνα.
Τα $50 δισ. είναι μόνο η αρχή του προβλήματος
Σε σχέση με περίπου 7 τρισ. δολάρια ετήσιων εκδόσεων ομολόγων του G7, τα πρόσθετα 50 δισ. δεν αποτελούν από μόνα τους συστημική απειλή.
Οι FT υπολογίζουν μάλιστα ότι η αμερικανική επιβάρυνση αντιστοιχεί περίπου σε 200 δολάρια ανά φορολογούμενο στις ΗΠΑ. Αλλά αυτή είναι μόνο η πρώτη περίοδος κατά την οποία το νέο, υψηλότερο κόστος περνά στις εκδόσεις.
Τα κράτη δεν αναχρηματοδοτούν ολόκληρο το χρέος τους μέσα σε έναν χρόνο.
Εάν οι υψηλές αποδόσεις διατηρηθούν επί χρόνια, ολοένα μεγαλύτερο μέρος του παλαιού, φθηνού χρέους θα αντικαθίσταται από νέο και ακριβότερο.
Τότε η επίδραση στους προϋπολογισμούς γίνεται πολύ μεγαλύτερη.
Η μεγάλη εικόνα: Ο κόσμος του «δωρεάν χρήματος» τελείωσε
Το πραγματικό μήνυμα των ομολόγων δεν είναι ότι το G7 αντιμετωπίζει σήμερα κρίση χρέους.
Είναι ότι η παγκόσμια τιμή του κεφαλαίου αλλάζει.
Για περισσότερο από μία δεκαετία μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις λειτουργούσαν σε έναν κόσμο εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων.
Αυτό επέτρεψε μεγαλύτερα ελλείμματα, φθηνότερες επενδύσεις και υψηλότερες αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων.
Ο κόσμος του 2026 είναι διαφορετικός.
Πόλεμος και γεωπολιτική.
Ακριβότερη ενέργεια.
Άμυνα.
Γήρανση πληθυσμού.
Επανεκβιομηχάνιση.
Πράσινη μετάβαση.
AI.
Και τεράστια δημόσια χρέη.
Όλα ζητούν ταυτόχρονα περισσότερα χρήματα.
Γι’ αυτό η σημαντικότερη μάχη της επόμενης δεκαετίας μπορεί να μην είναι μόνο για πετρέλαιο, chips ή εμπορικές αλυσίδες.
Μπορεί να είναι για το ίδιο το παγκόσμιο κεφάλαιο.
Και η αγορά ομολόγων αρχίζει ήδη να στέλνει το μήνυμα:
όποιος θέλει χρήμα σε αυτόν τον νέο κόσμο, θα πρέπει να πληρώνει ακριβότερα γι’ αυτό.
Πηγή: pagenews.gr
