Επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης, η οποία ανήλθε στο 11,2% συνολικά το 2025, καθώς και επιβαρύνσεις για τους δανειολήπτες με στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου, την κατανάλωση και τις επενδύσεις, αναμένονται από την αύξηση του κόστους χρήματος που προωθούν οι κεντρικές τράπεζες, στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τον πληθωρισμό.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη ανεβάσει τα επιτόκια του ευρώ από το 2% στο 2,5%, προχωρώντας σε δύο αυξήσεις των 25 μονάδων βάσης η καθεμία (μία τον Ιούνιο και μία στις αρχές του μήνα), ενώ πιθανότατα θα ακολουθήσουν και άλλες. Οι οικονομολόγοι αναμένουν ακόμη μία αύξηση κατά 25 μ.β. έως το τέλος του έτους. Στα πιθανά σενάρια των αγορών περιλαμβάνονται δύο επιπλέον αυξήσεις, που θα οδηγήσουν τα επιτόκια του ευρώ στο 3% πριν από το τέλος του 2026. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η ΕΚΤ εκτιμά πως ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα ανέλθει στο 3%, με πρόβλεψη να υποχωρήσει στο 2,5% το 2027. Ως εκ τούτου, τα επιτόκια αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα τουλάχιστον έως τα μέσα του 2027.
Την κατεύθυνση της επαναφοράς του πληθωρισμού στον στόχο του 2% μέσω της νομισματικής πολιτικής ακολουθεί πλέον και η αμερικανική Federal Reserve, η οποία προχώρησε μέσα στον τρέχοντα μήνα στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου, επίσης κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντάς τα στο εύρος 3,75%-4%. Παράλληλα, αναμένεται να προχωρήσει και σε δεύτερη αύξηση, ύψους 25 μ.β., πριν από το τέλος του έτους.
Όπως είναι αναμενόμενο, οι επιπτώσεις από την άνοδο του κόστους χρήματος έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές και στην πραγματική οικονομία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα ανήλθε τον Αύγουστο στο 7,1%, από 6,9% τον Ιούλιο, κυρίως χάρη στην ενίσχυση του νέου δανεισμού προς τις επιχειρήσεις. Τα νέα επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 12,5% τον Αύγουστο, έναντι 7,1% τον Ιούλιο, με τη συμβολή και των δανείων χαμηλού επιτοκίου από το Ταμείο Ανάκαμψης. Αντίθετα, η αύξηση της χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά περιορίστηκε στο 2,4% τον Αύγουστο, από 2,5% τον Ιούλιο, πριν η ΕΚΤ προχωρήσει στη δεύτερη αύξηση του επιτοκίου.
Οι επιδράσεις
Η άνοδος των επιτοκίων θα πλήξει πρώτα τους δανειολήπτες που σύναψαν νέο στεγαστικό μετά το 2021, καθώς, ενόψει της πρώτης αύξησης των επιτοκίων του ευρώ το 2022, οι εμπορικές τράπεζες προσανατολίστηκαν στη χορήγηση νέων στεγαστικών με κυμαινόμενο επιτόκιο. Η επιβάρυνση μεταφράζεται σε υψηλότερη μηνιαία δόση, εξαιτίας της αύξησης του κόστους δανεισμού.
Την ίδια στιγμή, όσοι σχεδίαζαν να λάβουν νέο στεγαστικό με κυμαινόμενο επιτόκιο πιθανότατα θα αναβάλουν την απόφασή τους, περιμένοντας καλύτερες συνθήκες, αφού ένα στεγαστικό συνεπάγεται πολυετή οικονομική δέσμευση. Παρόμοιες αυξήσεις αναμένονται και στα επιτόκια όλων των υπόλοιπων καταναλωτικών δανείων, καθώς και στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.
Τα υψηλότερα επιτόκια θα επηρεάσουν αρνητικά και την κατανάλωση, που προβλέπεται να ενισχυθεί φέτος μόλις κατά 1,3%, καθώς μέρος της αύξησης του χρηματοδοτικού κόστους των επιχειρήσεων θα μετακυλιστεί στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που παρέχουν στους πελάτες τους. Παράλληλα, οι ιδιωτικές επενδύσεις χωρίς κοινοτική χρηματοδότηση θα δεχθούν επίσης ισχυρό πλήγμα από το ακριβό χρήμα και ενδέχεται να μετατεθούν για «ευνοϊκότερες ημέρες».
Πιο υψηλά ενοίκια
Η άνοδος του κόστους χρηματοδότησης θα έχει ως παράπλευρη συνέπεια μια νέα αύξηση των ενοικίων, καθώς η αγορά κατοικίας θα καταστεί απαιτητικότερη. Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες θα επιβαρυνθούν με υψηλότερα έξοδα για επισκευές, ανακαινίσεις και ενεργειακές αναβαθμίσεις, προτού διαθέσουν τα ακίνητά τους για μακροχρόνια μίσθωση.
Ταυτόχρονα, η εν λόγω εξέλιξη θα καταστήσει ακριβότερα για το Δημόσιο τα προγράμματα επιδότησης επιτοκίου για την απόκτηση κατοικίας. Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό για τα χαρακτηριστικά του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙΙ», το οποίο αναμένεται να ξεκινήσει να υλοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία τα επιτόκια θα παραμένουν υψηλά.
