Συρία: Τα 50 δισ. του Άσαντ αλλάζουν χέρια – Το μυστικό ταμείο του αλ Σάρα και οι Άραβες επενδυτές
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Συρία: Τα 50 δισ. του Άσαντ αλλάζουν χέρια – Το μυστικό ταμείο του αλ Σάρα και οι Άραβες επενδυτές
Μια από τις μεγαλύτερες αναδιανομές οικονομικής ισχύος στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε εξέλιξη στη Συρία, σχεδόν δύο χρόνια μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ.
Η νέα κυβέρνηση του προέδρου Άχμεντ αλ Σάρα συγκεντρώνει επιχειρήσεις, ακίνητα, τραπεζικές συμμετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία σε έναν κρατικό επενδυτικό μηχανισμό, ο οποίος φιλοδοξεί να αποτελέσει την οικονομική βάση για την ανοικοδόμηση της χώρας.
Σύμφωνα με αποκλειστική έρευνα των Financial Times, το Συριακό Κρατικό Επενδυτικό Ταμείο έχει αποκτήσει τον έλεγχο ενός εκτεταμένου δικτύου περιουσιακών στοιχείων που προηγουμένως συνδέονταν με επιχειρηματίες του καθεστώτος Άσαντ.
Η αξία του χαρτοφυλακίου του είχε εκτιμηθεί από τον υπουργό Οικονομικών της Συρίας στα 50 δισ. δολάρια, χωρίς ωστόσο να έχει δημοσιοποιηθεί ανεξάρτητη αποτίμηση ή πλήρης κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων.
Το ταμείο ελέγχει ή διαχειρίζεται συμφέροντα που εκτείνονται από βιομηχανικές εγκαταστάσεις και εμπορικά κέντρα μέχρι τράπεζες, τηλεπικοινωνίες και μεγάλα ακίνητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ίδιο, οι επιχειρήσεις του χαρτοφυλακίου απασχολούν περισσότερους από 40.000 εργαζομένους.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη διαδικασία ως ανάκτηση δημόσιου πλούτου και προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.
Ωστόσο, η απουσία αναλυτικής δημοσιοποίησης των οικονομικών στοιχείων και της διοικητικής δομής προκαλεί ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρεται η οικονομική ισχύς από το προηγούμενο καθεστώς στο νέο.
Από τον Άσαντ στον αλ Σάρα: Ποιος ελέγχει τον συριακό πλούτο;
Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 δεν άλλαξε μόνο την πολιτική ηγεσία της Συρίας.
Άνοιξε και το ζήτημα της τύχης επιχειρηματικών αυτοκρατοριών που είχαν αναπτυχθεί υπό την προστασία ή με την υποστήριξη της προηγούμενης εξουσίας.
Επί δεκαετίες, σημαντικά τμήματα της συριακής οικονομίας συνδέονταν με ένα περιορισμένο δίκτυο ισχυρών επιχειρηματιών.
Η πρόσβαση σε κρατικές συμβάσεις, άδειες, ακίνητα και εισαγωγικές δραστηριότητες επηρεαζόταν από τις σχέσεις με το προεδρικό περιβάλλον.
Μετά την ανατροπή του Άσαντ, η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε διαδικασίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων που θεωρεί ότι είχαν αποκτηθεί παράνομα ή μέσω προνομιακών σχέσεων με το προηγούμενο καθεστώς.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αξιοποιούνται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία και ποιος ασκεί τον πραγματικό έλεγχο.
Το Συριακό Κρατικό Επενδυτικό Ταμείο βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας.
Το ταμείο των 50 δισ. δολαρίων που δεν δημοσιεύει τον ισολογισμό του
Το ταμείο ιδρύθηκε το 2025 με προεδρικό διάταγμα και υπάγεται απευθείας στην προεδρία της Συρίας.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Financial Times, διαχειρίζεται ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων, αλλά δεν έχει δημοσιοποιήσει αναλυτικό ισολογισμό, έσοδα ή πλήρη κατάλογο συμμετοχών.
Η εκτίμηση των 50 δισ. δολαρίων προέρχεται από προηγούμενη δήλωση του Σύρου υπουργού Οικονομικών.
Δεν σημαίνει ότι το ταμείο διαθέτει 50 δισ. δολάρια σε μετρητά.
Ούτε ότι το σύνολο της περιουσίας έχει αποτιμηθεί από ανεξάρτητο διεθνή ελεγκτικό οργανισμό.
Η διάκριση είναι ουσιαστική.
Ένα χαρτοφυλάκιο μπορεί να περιλαμβάνει ακίνητα, εργοστάσια, συμμετοχές σε εταιρείες και δικαιώματα εκμετάλλευσης, η πραγματική αξία των οποίων εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση και τη δυνατότητα αξιοποίησής τους.
Σε μια χώρα που έχει υποστεί εκτεταμένες καταστροφές από τον πόλεμο, οι αποτιμήσεις παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες.
Η απευθείας σύνδεση με την προεδρία
Η θεσμική δομή του ταμείου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης.
Το Συριακό Κρατικό Επενδυτικό Ταμείο υπάγεται στην προεδρία του Άχμεντ αλ Σάρα.
Στην προεδρία του διοικητικού του οργάνου βρίσκεται ο υπουργός Τουρισμού Μάζεν αλ Σαλχάνι.
Η συγκέντρωση μεγάλων περιουσιακών στοιχείων σε έναν φορέα που συνδέεται απευθείας με την προεδρική εξουσία μπορεί να διευκολύνει τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
Παράλληλα, όμως, περιορίζει τη δυνατότητα δημόσιας αξιολόγησης όταν δεν συνοδεύεται από διαφανείς διαδικασίες.
Οι επενδυτές μπορεί να προτιμούν έναν κεντρικό συνομιλητή.
Για τους πολίτες και τους θεσμούς, όμως, η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων δημιουργεί την ανάγκη αυστηρότερης λογοδοσίας.
Αυτή η αντίφαση χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της νέας οικονομικής στρατηγικής της Συρίας.
Το πρόσωπο-κλειδί με τις αυστραλιανές κυρώσεις
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αποκάλυψη των Financial Times για την ταυτότητα του προσώπου που φέρεται να διευθύνει το ταμείο.
Σύμφωνα με τρεις ανθρώπους που έχουν συναντηθεί μαζί του, πρόκειται για τον Ιμπραήμ Σουκαριέ, υπήκοο Λιβάνου και Αυστραλίας.
Το όνομά του δεν εμφανίζεται στον ιστότοπο του ταμείου ως επικεφαλής του.
Ο Σουκαριέ βρίσκεται υπό αυστραλιανές κυρώσεις, λόγω φερόμενης συμμετοχής σε οργάνωση συνδεδεμένη με την Αλ Κάιντα, η οποία προηγήθηκε της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ.
Η συγκεκριμένη οργάνωση συνδέθηκε με την ένοπλη πορεία που οδήγησε τελικά στην ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ.
Η αναφορά στις κυρώσεις αφορά την επίσημη καταχώρισή του στις αυστραλιανές λίστες και τους λόγους που επικαλούνται οι αρμόδιες αρχές.
Δεν συνιστά αυτοτελή διαπίστωση ποινικής ενοχής για οποιαδήποτε νέα πράξη.
Η παρουσία ενός τέτοιου προσώπου σε θέση οικονομικής ευθύνης, εφόσον επιβεβαιωθεί θεσμικά, δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για τη συμμόρφωση με διεθνείς κανόνες και για τις σχέσεις με ξένους επενδυτές.
Τι απαντά το ίδιο το ταμείο
Το Συριακό Κρατικό Επενδυτικό Ταμείο δεν απάντησε αναλυτικά στις ερωτήσεις των Financial Times σχετικά με την περιουσία, τα οικονομικά αποτελέσματα και τη διοίκησή του.
Υποστήριξε, ωστόσο, ότι βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία θεσμικής συγκρότησης.
Σύμφωνα με την επίσημη θέση του, στόχος είναι η σταδιακή ανάπτυξη μηχανισμών εταιρικής διακυβέρνησης και η ευθυγράμμιση με διεθνείς πρακτικές διαχείρισης κρατικών επενδυτικών κεφαλαίων.
Παράλληλα, δηλώνει ότι επιδιώκει την προστασία και την αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο συριακό κράτος.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συγκέντρωση της περιουσίας ως μέσο προσέλκυσης κεφαλαίων, τεχνολογίας και επιχειρηματικής τεχνογνωσίας.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής θα εξαρτηθεί και από την ύπαρξη σαφών κανόνων ελέγχου.
Ο Σάμερ Φοζ και η αυτοκρατορία του καθεστώτος Άσαντ
Ανάμεσα στα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία που πέρασαν στη διαχείριση του νέου μηχανισμού βρίσκονται επιχειρήσεις που συνδέονταν με τον Σύρο επιχειρηματία Σάμερ Φοζ.
Ο Φοζ είχε αναπτύξει εκτεταμένες δραστηριότητες κατά την περίοδο διακυβέρνησης Άσαντ.
Είχε επίσης τεθεί υπό δυτικές κυρώσεις για τη στήριξη του προηγούμενου καθεστώτος.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιεύουν οι Financial Times, το ταμείο έχει εμπλακεί στη διαχείριση 32 επιχειρηματικών οντοτήτων που συνδέονταν με το δίκτυο Φοζ.
Οι δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνουν το εμπόριο, τις υπηρεσίες και τον τραπεζικό τομέα.
Η μεταφορά του ελέγχου τέτοιων επιχειρήσεων αποτελεί σημαντική αλλαγή στις οικονομικές ισορροπίες.
Ωστόσο, παραμένει κρίσιμο να διευκρινιστεί με ποια νομική διαδικασία πραγματοποιήθηκε κάθε μεταβίβαση και ποια δικαιώματα διατηρούν τυχόν προηγούμενοι μέτοχοι.
Το εμπορικό κέντρο της Δαμασκού και η οικογένεια Κατάν
Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση αφορά μεγάλο εμπορικό κέντρο στη Δαμασκό, το οποίο είχε συνδεθεί με τους επιχειρηματίες Μοχάμεντ και Ουασίμ Κατάν.
Ο Ουασίμ Κατάν είχε επίσης τεθεί υπό αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις λόγω σχέσεων με το καθεστώς Άσαντ.
Το ακίνητο περιήλθε στον έλεγχο του νέου κρατικού μηχανισμού.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει και το πρόβλημα των προηγούμενων ιδιοκτησιακών διεκδικήσεων.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του δημοσιεύματος, ο αρχικός κατασκευαστής του εμπορικού κέντρου είχε χάσει τον έλεγχό του κατά την περίοδο Άσαντ.
Μετά την αλλαγή καθεστώτος, διεκδίκησε την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του.
Οι τοπικές αρχές ανέφεραν ότι επήλθε συμφωνία με το ταμείο.
Η υπόθεση δείχνει ότι η ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων από πρόσωπα του προηγούμενου καθεστώτος δεν επιλύει αυτομάτως όλες τις ιδιοκτησιακές διαφορές.
Οι νομικές παγίδες των κατασχέσεων
Η μεταφορά επιχειρήσεων και ακινήτων σε κρατικό φορέα αποτελεί ιδιαίτερα περίπλοκη διαδικασία.
Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να έχουν αλλάξει ιδιοκτήτες περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Άλλα μπορεί να έχουν αποκτηθεί υπό συνθήκες εξαναγκασμού ή μέσω αμφισβητούμενων συναλλαγών.
Σύμφωνα με τους Financial Times, το ταμείο έχει αντιμετωπίσει δυσκολίες στην αλλαγή των επίσημα καταχωρισμένων ιδιοκτητών ορισμένων εταιρειών.
Παράλληλα, έχουν εμφανιστεί προηγούμενοι ιδιοκτήτες που ζητούν την επιστροφή συμμετοχών τους.
Σε άλλες περιπτώσεις, πρόσωπα των οποίων η περιουσία κατασχέθηκε αμφισβητούν τη νομιμότητα της διαδικασίας.
Αυτές οι διαφορές έχουν άμεση οικονομική σημασία.
Οι ξένοι επενδυτές χρειάζονται σαφείς τίτλους ιδιοκτησίας και προβλέψιμους κανόνες.
Χωρίς αυτά, ακόμη και μια μεγάλη επενδυτική συμφωνία μπορεί να αντιμετωπίσει δικαστικά εμπόδια.
Οι Άραβες επενδυτές μπαίνουν στη νέα Συρία
Παρά τα ερωτήματα διαφάνειας, η νέα συριακή κυβέρνηση έχει προσελκύσει σημαντικό ενδιαφέρον από επιχειρήσεις του Περσικού Κόλπου.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ βρίσκονται ανάμεσα στις χώρες από τις οποίες προέρχονται επενδυτικά σχέδια και επιχειρηματικές συνεργασίες.
Η Συρία διαθέτει μεγάλες ανάγκες ανοικοδόμησης.
Οι υποδομές της έχουν υποστεί εκτεταμένες καταστροφές και πολλές οικονομικές δραστηριότητες παραμένουν υποβαθμισμένες.
Για τους επενδυτές, η κατάσταση δημιουργεί τόσο κινδύνους όσο και δυνατότητες εισόδου σε αγορές που επί χρόνια ήταν περιορισμένες λόγω πολέμου και κυρώσεων.
Το κρατικό ταμείο λειτουργεί ως κεντρικός συνομιλητής σε αρκετές από αυτές τις επαφές.
Η δυνατότητά του να προσφέρει πρόσβαση σε ακίνητα και επιχειρήσεις αποτελεί σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Το σχέδιο των 7 δισ. δολαρίων για τη «Νέα Δαμασκό»
Μία από τις μεγαλύτερες ανακοινωμένες συνεργασίες αφορά την εταιρεία Arada από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Το επενδυτικό σχέδιο έχει παρουσιαστεί με εκτιμώμενη αξία 7 δισ. δολαρίων.
Προβλέπει την ανάπτυξη μιας νέας μεγάλης οικιστικής περιοχής στα περίχωρα της Δαμασκού.
Το έργο, γνωστό ως «Νέα Δαμασκός», περιλαμβάνει σχέδια για περίπου 11.000 κατοικίες.
Προβλέπονται επίσης σχολείο, νοσοκομείο και εμπορικές εγκαταστάσεις.
Οι αρχιτεκτονικές απεικονίσεις παρουσιάζουν ένα σύγχρονο οικιστικό συγκρότημα με εμπορικούς χώρους και αναβαθμισμένες υποδομές.
Ωστόσο, πρόκειται για ανακοινωμένο επενδυτικό σχέδιο και όχι για έργο που έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Η πραγματική υλοποίησή του θα εξαρτηθεί από τη χρηματοδότηση, τις άδειες, τις υποδομές και τις συνθήκες της συριακής οικονομίας.
Πολυτελή ακίνητα σε μια χώρα που χρειάζεται ανοικοδόμηση
Η έμφαση σε μεγάλα οικιστικά και εμπορικά συγκροτήματα δημιουργεί μια ευρύτερη συζήτηση για τις προτεραιότητες της ανοικοδόμησης.
Η Συρία αντιμετωπίζει τεράστιες ανάγκες σε βασικές υποδομές, κατοικίες, ύδρευση, ηλεκτροδότηση και δημόσιες υπηρεσίες.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προωθεί μεγάλα επενδυτικά σχέδια υψηλής εμπορικής αξίας.
Οι υποστηρικτές τέτοιων έργων μπορούν να επικαλεστούν τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων.
Οι επικριτές, όμως, θέτουν το ερώτημα εάν τα οφέλη θα φτάσουν στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Η ανασυγκρότηση της συριακής οικονομίας δεν εξαρτάται μόνο από το συνολικό ύψος των επενδύσεων.
Εξαρτάται και από το ποιες ανάγκες καλύπτονται και ποιοι πολίτες επωφελούνται.
Σαουδική Αραβία και Τουρκία διεκδικούν ρόλο
Το ταμείο έχει ανακοινώσει συνεργασίες και με επιχειρήσεις από τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία.
Ανάμεσά τους περιλαμβάνεται η σαουδαραβική Riyadh Cables Group, που δραστηριοποιείται στην παραγωγή καλωδίων.
Στο πεδίο της εφοδιαστικής αλυσίδας και του αγροδιατροφικού εμπορίου εμφανίζεται η τουρκική Tiryaki Agro.
Οι συμφωνίες αυτές συνδέονται με την αναβάθμιση και τη διαχείριση υφιστάμενων οικονομικών δραστηριοτήτων.
Για την Τουρκία, η οικονομική παρουσία στη μεταπολεμική Συρία συνδέεται με τη γεωγραφική εγγύτητα και τις εμπορικές διαδρομές.
Για τη Σαουδική Αραβία, η συμμετοχή σε έργα υποδομών και βιομηχανίας εντάσσεται στην ευρύτερη περιφερειακή οικονομική της δραστηριότητα.
Οι επιχειρηματικές συμφωνίες αποκτούν έτσι και γεωοικονομική σημασία.
Το Κουβέιτ και η μάχη των τηλεπικοινωνιών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή του ταμείου στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
Σύμφωνα με τους Financial Times, το ταμείο απέκτησε συμμετοχή 25% σε συριακή εταιρική οντότητα που δημιουργήθηκε από την κουβεϊτιανή εταιρεία τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών Zain.
Η συγκεκριμένη εταιρεία είχε εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας δικτύου κινητής τηλεφωνίας αξίας 747 εκατ. δολαρίων.
Οι τηλεπικοινωνίες αποτελούν στρατηγικό τομέα για τη νέα Συρία.
Η ανάπτυξη δικτύων είναι απαραίτητη για την οικονομική δραστηριότητα, τις τραπεζικές υπηρεσίες και τη λειτουργία δημόσιων υποδομών.
Ταυτόχρονα, η συμμετοχή του κρατικού ταμείου σε έναν τέτοιο τομέα ενισχύει τον ρόλο του στη διαχείριση κρίσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων.
Η Visa και οι νέες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες
Το ταμείο έχει επίσης συμμετάσχει στη δημιουργία νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ανάμεσά τους περιλαμβάνεται εταιρεία πληρωμών που συνεργάζεται με τη Visa στη Συρία.
Η ανάπτυξη σύγχρονων συστημάτων πληρωμών αποτελεί σημαντικό βήμα για μια οικονομία που επί χρόνια λειτουργούσε υπό σοβαρούς διεθνείς περιορισμούς.
Η δυνατότητα πραγματοποίησης ηλεκτρονικών συναλλαγών μπορεί να διευκολύνει το εμπόριο και τη λειτουργία επιχειρήσεων.
Παράλληλα, το ταμείο έχει προχωρήσει στη δημιουργία εγχώριας εταιρείας παραγωγής αυτοκινήτων.
Οι δραστηριότητες αυτές δείχνουν ότι ο ρόλος του δεν περιορίζεται στη διαχείριση κατασχεμένης περιουσίας.
Επεκτείνεται και στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα της διαφάνειας και οι φόβοι για νέο πελατειακό σύστημα
Ο Τζιχάντ Γιαζίγκι, εκδότης του Syria Report, έχει επισημάνει ότι η έλλειψη διαφάνειας δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη σχέση κράτους και πολιτών.
Η συγκέντρωση τόσο μεγάλης οικονομικής ισχύος σε έναν φορέα χωρίς πλήρως δημοσιοποιημένη διοικητική δομή δυσκολεύει τον δημόσιο έλεγχο.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη λογιστική καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων.
Αφορά τον τρόπο επιλογής επενδυτών, την αποτίμηση κρατικών συμμετοχών και τη διανομή των οικονομικών αποδόσεων.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα έσοδα ανήκουν στο συριακό κράτος.
Ωστόσο, χωρίς δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία, είναι δυσκολότερο να αξιολογηθεί πώς χρησιμοποιούνται αυτά τα έσοδα.
Αναλυτές έχουν προειδοποιήσει ότι η οικονομική συγκέντρωση μπορεί να οδηγήσει σε νέες μορφές ευνοιοκρατίας, εάν δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου.
Γιατί οι επενδυτές μπορεί να προτιμούν έναν ισχυρό κεντρικό συνομιλητή
Το παράδοξο της συριακής περίπτωσης είναι ότι ο ίδιος μηχανισμός που προκαλεί ανησυχίες για τη διαφάνεια μπορεί να διευκολύνει ορισμένους ξένους επενδυτές.
Σε μια οικονομία με πολύπλοκες διοικητικές διαδικασίες, η ύπαρξη ενός κεντρικού φορέα μπορεί να επιταχύνει τις διαπραγματεύσεις.
Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να συνομιλούν ξεχωριστά με πολλά υπουργεία ή υπηρεσίες.
Μπορούν να αναζητούν συμφωνίες μέσω ενός φορέα που ελέγχει ή διαχειρίζεται σημαντικά περιουσιακά στοιχεία.
Ωστόσο, η διοικητική ταχύτητα δεν υποκαθιστά την ανάγκη για νομική ασφάλεια.
Οι επενδυτές εξακολουθούν να χρειάζονται σαφείς συμβάσεις και αξιόπιστους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.
Για τους πολίτες, το ερώτημα είναι εάν η ταχύτητα των συμφωνιών συνοδεύεται από δημόσια λογοδοσία.
Οι αμερικανικές κυρώσεις και η επιστροφή της Συρίας στις αγορές
Η αλλαγή καθεστώτος στη Δαμασκό συνοδεύτηκε από σημαντικές μεταβολές στο διεθνές πλαίσιο κυρώσεων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν άρει μεγάλο μέρος των προηγούμενων γενικών περιορισμών που ίσχυαν για τη Συρία.
Παράλληλα, διατηρούν στοχευμένες κυρώσεις εναντίον προσώπων που συνδέονται με το καθεστώς Άσαντ, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τρομοκρατικές οργανώσεις και άλλες συγκεκριμένες δραστηριότητες.
Η διαφοροποίηση αυτή είναι κρίσιμη για τις διεθνείς επενδύσεις.
Η άρση των γενικών περιορισμών δεν σημαίνει ότι όλες οι συναλλαγές και όλα τα πρόσωπα είναι αυτομάτως απαλλαγμένα από κυρώσεις.
Οι τράπεζες και οι διεθνείς επιχειρήσεις εξακολουθούν να οφείλουν να πραγματοποιούν ελέγχους συμμόρφωσης.
Η ύπαρξη προσώπων που υπόκεινται σε κυρώσεις μπορεί επομένως να δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για συγκεκριμένες συναλλαγές.
Η ανοικοδόμηση ως πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού
Η οικονομική ανασυγκρότηση της Συρίας έχει μετατραπεί σε πεδίο περιφερειακού ενδιαφέροντος.
Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τις εμπορικές και παραγωγικές διασυνδέσεις της με τη γειτονική χώρα.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εξετάζουν σημαντικές επενδύσεις σε ακίνητα και υποδομές.
Η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ συμμετέχουν σε επιμέρους οικονομικές δραστηριότητες.
Για τη νέα κυβέρνηση της Δαμασκού, η προσέλκυση αυτών των κεφαλαίων μπορεί να δημιουργήσει πόρους και νέες οικονομικές σχέσεις.
Ωστόσο, η συγκέντρωση επενδύσεων από συγκεκριμένες χώρες ενδέχεται να επηρεάσει και τις γεωπολιτικές ισορροπίες.
Η πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές, τηλεπικοινωνίες και μεγάλα ακίνητα δεν αποτελεί αποκλειστικά οικονομικό ζήτημα.
Μπορεί να συνδέεται και με τη μακροπρόθεσμη επιρροή στην περιοχή.
Η κοινωνική διάσταση: Ποιος θα επωφεληθεί από τα 50 δισ.;
Η συριακή κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες ενός πολυετούς πολέμου.
Οι ανάγκες για κατοικίες, υποδομές, απασχόληση και δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν μεγάλες.
Το κρατικό ταμείο δηλώνει ότι οι επιχειρήσεις του χαρτοφυλακίου του απασχολούν περισσότερους από 40.000 εργαζομένους.
Αυτό δημιουργεί σημαντικές ευθύνες για τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες των Financial Times, στις επιχειρήσεις που περνούν υπό νέο έλεγχο συχνά αντικαθίστανται τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, ενώ διατηρείται το προσωπικό χαμηλότερων βαθμίδων.
Η πρακτική αυτή μπορεί να περιορίζει τη διακοπή λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη επιτυχία της ανοικοδόμησης θα κριθεί από την παραγωγή νέου πλούτου, τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.
Το ύψος των περιουσιακών στοιχείων δεν αποτελεί από μόνο του μέτρο κοινωνικής ανάκαμψης.
Το δίλημμα του αλ Σάρα: Ανάκτηση δημόσιου πλούτου ή νέα συγκέντρωση εξουσίας;
Η νέα συριακή κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του προηγούμενου καθεστώτος ως μέρος της οικονομικής μετάβασης.
Η ανάκτηση παράνομα αποκτημένης περιουσίας μπορεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο αποκατάστασης της δημόσιας οικονομίας.
Ωστόσο, η νομιμότητα και η αξιοπιστία μιας τέτοιας διαδικασίας εξαρτώνται από τη διαφάνεια και τον δικαστικό έλεγχο.
Η συγκέντρωση μεγάλου οικονομικού πλούτου σε έναν φορέα που υπάγεται απευθείας στην προεδρία μπορεί να δημιουργήσει ισχυρό μηχανισμό οικονομικής πολιτικής.
Μπορεί όμως και να περιορίσει τη διάκριση ανάμεσα στη διαχείριση δημόσιας περιουσίας και στην άσκηση πολιτικής εξουσίας.
Η ουσιαστική πρόκληση για τον Άχμεντ αλ Σάρα είναι να αποδείξει ότι η νέα δομή λειτουργεί με κανόνες διαφορετικούς από εκείνους που χαρακτήριζαν το προηγούμενο καθεστώς.
Τα πέντε μεγάλα αναπάντητα ερωτήματα
Η έρευνα των Financial Times αφήνει ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα για τη λειτουργία του ταμείου.
Πρώτον, ποια είναι η πραγματική και ανεξάρτητα ελεγμένη αξία των περιουσιακών στοιχείων του;
Δεύτερον, ποιοι έχουν επίσημα διοριστεί στη διοίκησή του και με ποιες αρμοδιότητες;
Τρίτον, με ποια διαδικασία μεταφέρονται επιχειρήσεις και ακίνητα στον έλεγχό του;
Τέταρτον, ποιοι κανόνες διέπουν την επιλογή των ξένων επενδυτών και τη διανομή των εσόδων;
Και πέμπτον, πώς διασφαλίζεται ότι τα οικονομικά οφέλη θα επιστρέφουν στο συριακό κράτος και στην κοινωνία;
Οι απαντήσεις θα καθορίσουν την αξιοπιστία του νέου οικονομικού μοντέλου.
Η νέα Συρία χτίζεται πάνω στην περιουσία της παλιάς
Η υπόθεση του Συριακού Κρατικού Επενδυτικού Ταμείου αποκαλύπτει μια βαθιά αλλαγή στην οικονομική δομή της χώρας.
Οι επιχειρηματικές αυτοκρατορίες που αναπτύχθηκαν την περίοδο Άσαντ περνούν, εν μέρει, στον έλεγχο της νέας κρατικής εξουσίας.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιδιώκει να αξιοποιήσει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία για να προσελκύσει κεφάλαια από τον Περσικό Κόλπο και άλλους διεθνείς επενδυτές.
Οι συμφωνίες σε ακίνητα, τηλεπικοινωνίες και βιομηχανία δείχνουν ότι η διαδικασία έχει ήδη αποκτήσει οικονομική δυναμική.
Ωστόσο, η έλλειψη πλήρους διαφάνειας, οι ιδιοκτησιακές διαφορές και οι ερωτήσεις για τη διοίκηση του ταμείου παραμένουν σοβαρές εκκρεμότητες.
Η μεγάλη δοκιμασία για τον Άχμεντ αλ Σάρα δεν είναι μόνο να προσελκύσει δισεκατομμύρια στη Συρία, αλλά να αποδείξει ότι ο πλούτος που συγκεντρώνεται στο όνομα του κράτους θα διαχειρίζεται με διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία.
Η νέα Συρία επιχειρεί να χρηματοδοτήσει την ανοικοδόμησή της αξιοποιώντας περιουσιακά στοιχεία της προηγούμενης εποχής.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η μετάβαση θα δημιουργήσει ένα περισσότερο ανοιχτό οικονομικό σύστημα ή θα συγκεντρώσει εκ νέου την οικονομική εξουσία σε έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο