«Πόλεμος» ΕΕ–Τραμπ για το ρωσικό ντίζελ: Οργή στις Βρυξέλλες – «Κάθε δολάριο αγοράζει όπλα για τον Πούτιν»
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//«Πόλεμος» ΕΕ–Τραμπ για το ρωσικό ντίζελ: Οργή στις Βρυξέλλες – «Κάθε δολάριο αγοράζει όπλα για τον Πούτιν»
Νέο μέτωπο πολιτικής και ενεργειακής αντιπαράθεσης ανοίγει ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ουάσιγκτον, μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να εισαγάγουν 300.000 τόνους ρωσικού ντίζελ.
Η πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με υπουργούς Εξωτερικών να προειδοποιούν ότι η αγορά ρωσικών ενεργειακών προϊόντων κινδυνεύει να υπονομεύσει την κοινή προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης της Μόσχας.
Η ανακοίνωση έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων και το κόστος ζωής αποτελούν σημαντικά ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η διαφωνία δεν περιορίζεται στο εμπόριο ενέργειας. Αγγίζει τη στρατηγική της Δύσης απέναντι στη Ρωσία, τη συνοχή της διατλαντικής συμμαχίας και τους όρους υπό τους οποίους θα μπορούσε να επιτευχθεί μια ενεργειακή εκεχειρία στην Ουκρανία.
«Αυτή η συμφωνία δεν βοηθά» – Το μήνυμα της Λιθουανίας προς τον Τραμπ
Ο υπουργός Εξωτερικών της Λιθουανίας, Κεστούτις Μπούντρις, ήταν μεταξύ των Ευρωπαίων αξιωματούχων που άσκησαν την εντονότερη κριτική στην αμερικανική πρωτοβουλία.
Κατά την προσέλευσή του στη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ τη Δευτέρα, υποστήριξε ότι η συμφωνία δεν βοηθά ούτε την αγορά πετρελαϊκών προϊόντων ούτε την ενότητα της διατλαντικής κοινότητας.
Η τοποθέτησή του αποτυπώνει τη βασική ευρωπαϊκή ανησυχία: ότι μια ενεργειακή εμπορική συμφωνία με τη Ρωσία, την ώρα που συνεχίζεται ο πόλεμος, μπορεί να αποδυναμώσει το μήνυμα των κυρώσεων.
Ο Λιθουανός υπουργός επανέλαβε ότι η ενίσχυση της πίεσης προς τη Μόσχα αποτελεί, κατά την εκτίμησή του, τη μόνη αποτελεσματική στρατηγική για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Γερμανία: Τα έσοδα της ρωσικής ενέργειας και η πολεμική μηχανή
Αντίστοιχα επικριτικός εμφανίστηκε ο Γερμανός υπουργός Επικρατείας για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, Γκούντερ Κρίχμπαουμ.
Ο Γερμανός αξιωματούχος συνέδεσε τις αγορές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων με τη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής προσπάθειας.
Η θέση αυτή αντανακλά ένα βασικό επιχείρημα της ευρωπαϊκής πολιτικής κυρώσεων: ότι τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας ενισχύουν τα δημόσια οικονομικά της Ρωσίας και συνεπώς τη δυνατότητά της να διατηρεί υψηλές στρατιωτικές δαπάνες.
Από την πλευρά της, η υπουργός Εξωτερικών της Ιρλανδίας, Έλεν ΜακΈντι, χαρακτήρισε ανησυχητική την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου.
Οι ευρωπαϊκές παρεμβάσεις ανέδειξαν τη δυσκολία διαμόρφωσης κοινής στρατηγικής όταν η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσεγγίζουν διαφορετικά τη σχέση ενεργειακών τιμών και οικονομικής πίεσης στη Ρωσία.
Κάγια Κάλας: «Η Ρωσία ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο»
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, υπενθύμισε ότι η Ρωσία είναι εκείνη που ξεκίνησε την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Η παρέμβασή της είχε σαφή πολιτικό προσανατολισμό: η ΕΕ θεωρεί ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ειρήνευσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ευθύνη της Μόσχας για την έναρξη του πολέμου.
Η Κάλας κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να ευθυγραμμιστούν με τις ευρωπαϊκές και βρετανικές προσπάθειες για αυστηρότερες κυρώσεις.
Παράλληλα, αναγνώρισε τη σημασία της αμερικανικής συμμαχίας, επιμένοντας όμως ότι η ευρωπαϊκή θέση για την ανάγκη ενίσχυσης της πίεσης στη Ρωσία δεν έχει μεταβληθεί.
Ζελένσκι: «Γιατί οι ΗΠΑ δεν κάνουν συμφωνία για ντίζελ με την Ουκρανία;»
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αμφισβήτησε το ουσιαστικό ενεργειακό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να έχει η αμερικανική αγορά ρωσικού ντίζελ.
Μιλώντας στο Φόρουμ Ασφαλείας της Βαρσοβίας, ο Ουκρανός πρόεδρος συνέκρινε τους 300.000 τόνους που ανακοίνωσε ο Τραμπ με την παγκόσμια μηνιαία κατανάλωση πετρελαϊκών προϊόντων, την οποία προσδιόρισε σε περίπου 120 εκατ. τόνους.
Με βάση αυτή τη σύγκριση, υποστήριξε ότι οι σχεδιαζόμενες παραδόσεις δεν επαρκούν για να μεταβάλουν αισθητά την παγκόσμια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.
Ο Ζελένσκι άφησε επίσης να εννοηθεί ότι η αμερικανική πρωτοβουλία ενδέχεται να εξυπηρετεί και άλλους στόχους, χωρίς να παρουσιάσει αποδείξεις για συγκεκριμένα κίνητρα.
Παράλληλα, έθεσε δημόσια το ερώτημα γιατί η Ουάσιγκτον δεν εξετάζει μια αντίστοιχη συμφωνία με την Ουκρανία.
Η παρέμβασή του ανέδειξε την ενόχληση του Κιέβου για το ενδεχόμενο ενεργειακής συνεννόησης ΗΠΑ–Ρωσίας χωρίς προηγούμενη ουκρανική συμμετοχή.
«Ποια εκεχειρία;» – Ρωσικά πλήγματα μετά την ανακοίνωση Τραμπ
Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα προκάλεσε ο ισχυρισμός του Ντόναλντ Τραμπ ότι Ρωσία και Ουκρανία είχαν συμφωνήσει σε ενεργειακή εκεχειρία, η οποία θα περιόριζε τις επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Ο Ζελένσκι αποκάλυψε ότι το Κίεβο δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για μια τέτοια συμφωνία και πληροφορήθηκε την ανακοίνωση από τα μέσα ενημέρωσης.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει μια πραγματική και αμοιβαία εκεχειρία, εφόσον η Ρωσία σταματήσει να πλήττει ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Ωστόσο, μετά την ανακοίνωση Τραμπ καταγράφηκαν νέες ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές ενεργειακές υποδομές, προκαλώντας διακοπές ηλεκτροδότησης. Το Κρεμλίνο δεν είχε επιβεβαιώσει την ύπαρξη οριστικής συμφωνίας εκεχειρίας.
Η παγίδα των διυλιστηρίων – Γιατί αντιδρά η Κάλας
Η Κάγια Κάλας έθεσε ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα σχετικά με το πιθανό περιεχόμενο μιας ενεργειακής εκεχειρίας.
Εάν η συμφωνία περιορίζεται στις επιθέσεις κατά διυλιστηρίων, θα μπορούσε, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πλευρά, να δημιουργήσει ασύμμετρα οφέλη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερη δυναμικότητα διύλισης από την Ουκρανία, ενώ τα ουκρανικά πλήγματα κατά ρωσικών διυλιστηρίων αποτελούν μέσο πίεσης στην ενεργειακή οικονομία της Ρωσίας.
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας υποστήριξε ότι μια πραγματική ενεργειακή εκεχειρία πρέπει να προστατεύει ευρύτερα τις ενεργειακές υποδομές και τον άμαχο πληθυσμό, όχι μόνο τις εγκαταστάσεις που έχουν μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τη Μόσχα.
Νέες ευρωπαϊκές κυρώσεις – Η απάντηση των Βρυξελλών
Η ευρωπαϊκή αντίδραση δεν περιορίζεται σε δηλώσεις.
Σύμφωνα με το Euronews, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ συμφώνησαν τη Δευτέρα σε σημαντική διεύρυνση του καταλόγου κυρώσεων, με περισσότερα από 1.600 πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται, κατά την ευρωπαϊκή αξιολόγηση, με τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.
Περισσότερες από τις μισές νέες καταχωρίσεις συνδέονται με την παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη διαφορετική προσέγγιση των δύο πλευρών του Ατλαντικού: ενώ η αμερικανική κυβέρνηση προωθεί προσωρινή χαλάρωση περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, η ΕΕ δηλώνει ότι θα συνεχίσει να ενισχύει τις κυρώσεις της.
Βρετανία και Βαλτικές χώρες: Καμία επιστροφή στη ρωσική ενέργεια
Η βρετανική κυβέρνηση, μέσω του υφυπουργού Εξωτερικών Στίβεν Ντάουτι, ξεκαθάρισε ότι το Λονδίνο δεν σχεδιάζει να ακολουθήσει την αμερικανική επιλογή εισαγωγής ρωσικής ενέργειας.
Αντίστοιχη στάση εξέφρασε η υπουργός Εξωτερικών της Λετονίας, Μπάιμπα Μπράζε, υποστηρίζοντας ότι η διατήρηση των κυρώσεων, η στήριξη της Ουκρανίας και η διεθνής απομόνωση της Ρωσίας παραμένουν τα βασικά εργαλεία της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Οι χώρες της Βαλτικής αντιμετωπίζουν το ζήτημα ως άμεση πρόκληση ασφάλειας, δεδομένης της γεωγραφικής τους εγγύτητας με τη Ρωσία και της ιδιαίτερης σημασίας που αποδίδουν στη στρατιωτική υποστήριξη του Κιέβου.
Ο χειμώνας της Ουκρανίας και το χρηματοδοτικό κενό των 35 δισ. δολαρίων
Η αντιπαράθεση εξελίσσεται ενώ η Ουκρανία προετοιμάζεται για ακόμη έναν χειμώνα πολέμου, με τις ενεργειακές εγκαταστάσεις της να εξακολουθούν να αποτελούν στόχο ρωσικών επιθέσεων.
Η κατάσταση της ηλεκτροδότησης, της θέρμανσης και των κρίσιμων υποδομών αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την αντοχή της ουκρανικής κοινωνίας.
Παράλληλα, σύμφωνα με την εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που επικαλείται το δημοσίευμα, το χρηματοδοτικό κενό της Ουκρανίας για το επόμενο έτος μπορεί να φτάσει τα 30 έως 35 δισ. δολάρια.
Η οικονομική στήριξη του Κιέβου αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης ενόψει της Συνόδου Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει ήδη επισημάνει ότι η Ουκρανία θα αποτελέσει κεντρικό θέμα της συνάντησης των Ευρωπαίων ηγετών.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν και το νέο ρήγμα στη διατλαντική στρατηγική
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ δημιουργεί ένα σύνθετο πολιτικό δίλημμα για τη Δύση.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές των καυσίμων αυξάνοντας τις διαθέσιμες ποσότητες στην αγορά, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκτιμούν ότι η χαλάρωση των ενεργειακών κυρώσεων μπορεί να προσφέρει οικονομικά οφέλη στη Μόσχα.
Το ενεργειακό αποτέλεσμα της συμφωνίας παραμένει αβέβαιο. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι αρχικές ποσότητες είναι περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς και δύσκολα θα οδηγήσουν από μόνες τους σε ουσιαστική μείωση των τιμών.
Την ίδια στιγμή, οι διαφορετικές προσεγγίσεις για την ενεργειακή εκεχειρία προκαλούν ερωτήματα σχετικά με τη συμμετοχή της Ουκρανίας στις διαπραγματεύσεις που αφορούν άμεσα την ασφάλειά της.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει στην ενίσχυση των κυρώσεων και στη συνέχιση της οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης του Κιέβου. Η Ουάσιγκτον, αντίθετα, επιδιώκει μια ενεργειακή διευθέτηση με τη Μόσχα. Το κατά πόσο αυτές οι δύο πολιτικές μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να επιβαρύνουν τη διατλαντική συνεργασία αποτελεί πλέον κρίσιμο ζήτημα για την ευρωπαϊκή διπλωματία.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο