Σοκ στην παγκόσμια πολυτέλεια: Χάθηκαν €251 δισ. – Η Κίνα γονατίζει Louis Vuitton και Gucci
Πηγή Φωτογραφίας: Το εντυπωσιακό κατάστημα Louis Vuitton στη Σαγκάη. Φωτογράφος: Raul Ariano / Bloomberg, 2025. +Κατάστημα Gucci στη Σαγκάη. Πηγή: Bloomberg, 2019+ Καταναλωτές έξω από κατάστημα Louis Vuitton στην Κίνα. Φωτογράφος: Wang Gang / Feature China / Future Publishing / Getty Images
Η παγκόσμια βιομηχανία πολυτελείας βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες περιόδους χρηματιστηριακής και καταναλωτικής πίεσης των τελευταίων ετών.
Οι ευρωπαϊκοί κολοσσοί που κυριαρχούν στην αγορά ακριβών τσαντών, ενδυμάτων, κοσμημάτων και αξεσουάρ έχουν χάσει συνολικά 251 δισεκατομμύρια ευρώ χρηματιστηριακής αξίας από τις αρχές του 2026, καθώς η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας και η αυξανόμενη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές πλήττουν την κατανάλωση.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times στις 25 Οκτωβρίου 2026, οι έξι μεγαλύτεροι εισηγμένοι ευρωπαϊκοί όμιλοι του κλάδου — LVMH, Hermès, Kering, Richemont, Prada και Moncler — βρίσκονται αντιμέτωποι με μια παρατεταμένη κάμψη, παρά τις προηγούμενες προσδοκίες για ανάκαμψη.
Το ισχυρότερο πλήγμα έχουν δεχθεί η LVMH και η Hermès, οι οποίες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών.
Η κρίση δεν περιορίζεται στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις. Τα οικονομικά αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου δείχνουν ότι η ζήτηση για πολλά προϊόντα πολυτελείας εξασθενεί, ιδιαίτερα μεταξύ των Κινέζων καταναλωτών.
Πρόκειται για μια σημαντική ανατροπή για έναν κλάδο που επί περισσότερο από μία δεκαετία είχε στηρίξει μεγάλο μέρος της ανάπτυξής του στην αύξηση του πλούτου και της κατανάλωσης στην Κίνα.
LVMH και Hermès: Σχεδόν €225 δισ. απώλειες για δύο κολοσσούς
Η έκταση της χρηματιστηριακής διόρθωσης αποτυπώνεται στα στοιχεία των δύο μεγαλύτερων ομίλων.
Η LVMH, στην οποία ανήκουν μεταξύ άλλων οι Louis Vuitton, Dior, Tiffany και Bulgari, έχει χάσει περίπου 131,6 δισ. ευρώ χρηματιστηριακής αξίας από την αρχή του έτους.
Η Hermès, γνωστή για τις εμβληματικές τσάντες Birkin και Kelly, καταγράφει απώλειες περίπου 93,3 δισ. ευρώ.
Μαζί, οι δύο εταιρείες αντιπροσωπεύουν σχεδόν 225 δισ. ευρώ από τη συνολική μείωση των 251 δισ. ευρώ που καταγράφουν οι έξι μεγάλοι όμιλοι.
Οι αριθμοί αυτοί αφορούν τη μείωση της χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης και όχι ισόποσες λειτουργικές ζημιές ή εκροές μετρητών.
Ωστόσο, η υποχώρηση αντανακλά τη μεταβολή των προσδοκιών των επενδυτών για τις μελλοντικές πωλήσεις, τα περιθώρια κέρδους και τις προοπτικές ανάπτυξης.
Οι μετοχές των μεγάλων οίκων πολυτελείας είχαν επί χρόνια ενισχυθεί από την αντίληψη ότι η ζήτηση για ακριβά προϊόντα θα συνέχιζε να αυξάνεται, ακόμη και σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας.
Τα τελευταία αποτελέσματα θέτουν αυτή την παραδοχή υπό αμφισβήτηση.
Η Κίνα από μηχανή ανάπτυξης μετατρέπεται σε βασικό πρόβλημα
Για περισσότερο από μία δεκαετία, η κινεζική αγορά αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους κινητήρες της παγκόσμιας πολυτέλειας.
Η διεύρυνση της μεσαίας και ανώτερης εισοδηματικής τάξης, η αύξηση της αξίας των ακινήτων και η ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών αγορών δημιούργησαν ένα ισχυρό καταναλωτικό κοινό για τους ευρωπαϊκούς οίκους.
Σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει.
Η παρατεταμένη κρίση στην κινεζική αγορά ακινήτων έχει επηρεάσει τον πλούτο και την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών.
Παράλληλα, η αδυναμία των χρηματιστηρίων και οι ανησυχίες για τις προοπτικές της οικονομίας περιορίζουν τη διάθεση για μεγάλες δαπάνες.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η μέση μηνιαία αύξηση των λιανικών πωλήσεων στην Κίνα κατά το τελευταίο εξάμηνο έχει διαμορφωθεί κάτω από το 0,5%, σημειώνοντας έντονη επιβράδυνση σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον για εταιρείες που είχαν επενδύσει σημαντικά στην κινεζική ζήτηση.
Η υποχώρηση δεν αφορά αποκλειστικά τις αγορές που πραγματοποιούνται εντός Κίνας.
Επηρεάζει επίσης τις δαπάνες Κινέζων καταναλωτών σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, τουριστικούς προορισμούς και μεγάλα εμπορικά κέντρα του εξωτερικού.
Louis Vuitton: Η πτώση των Κινέζων πελατών προκαλεί ανησυχία
Η LVMH παρουσίασε αποτελέσματα που ενίσχυσαν τους προβληματισμούς για την κατάσταση του κλάδου.
Η βασική δραστηριότητα μόδας και δερμάτινων ειδών, στην οποία περιλαμβάνεται η Louis Vuitton, δέχθηκε σημαντική πίεση.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, οι πωλήσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας προς Κινέζους πελάτες παγκοσμίως υποχώρησαν με ποσοστό στη μεσαία περιοχή του 10% κατά το τρίτο τρίμηνο.
Η οικονομική διευθύντρια του ομίλου, Σεσίλ Καμπανίς, απέδωσε μεγάλο μέρος της επιβράδυνσης στην κινεζική πελατεία.
«Η επιβράδυνση στη μόδα και στα δερμάτινα είδη οφείλεται προφανώς σε μεγάλο βαθμό στους Κινέζους πελάτες», ανέφερε.
Η ίδια παραδέχθηκε ότι δεν είναι ακόμη σαφές πότε θα εξασθενήσει η πίεση.
«Ελπίζουμε ότι θα υποχωρήσει. Δεν είμαστε βέβαιοι πότε».
Η αβεβαιότητα αυτή αποτελεί σημαντικό ζήτημα για τον μεγαλύτερο όμιλο πολυτελείας στον κόσμο.
Η LVMH έχει τη δυνατότητα να στηρίζεται σε διαφορετικές δραστηριότητες, από τη μόδα και τα κοσμήματα μέχρι τα καλλυντικά και τα ποτά υψηλής αξίας.
Ωστόσο, η επίδοση της Louis Vuitton και των δερμάτινων ειδών παραμένει καθοριστική για την εικόνα του ομίλου.
Gucci και Kering: Πτώση 15% έως 20% στους Κινέζους καταναλωτές
Ακόμη πιο έντονη είναι η πίεση που καταγράφεται στην Kering, τον γαλλικό όμιλο στον οποίο ανήκουν οι Gucci, Saint Laurent και Bottega Veneta.
Οι πωλήσεις του ομίλου προς Κινέζους καταναλωτές υποχώρησαν κατά 15% έως 20% το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Η επίδοση αυτή ήταν δυσμενέστερη από εκείνη του προηγούμενου τριμήνου, όταν οι απώλειες βρίσκονταν επίσης σε διψήφια ποσοστά.
Η εξέλιξη δείχνει ότι η επιβράδυνση όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά σε ορισμένες κατηγορίες εντείνεται.
Η Kering αντιμετωπίζει ιδιαίτερες προκλήσεις λόγω της έκθεσής της σε καταναλωτές που αγοράζουν προϊόντα πολυτελείας ως σύμβολα κοινωνικής ανέλιξης και προσωπικής επιτυχίας.
Αυτή η κατηγορία πελατών είναι περισσότερο ευαίσθητη στις μεταβολές του εισοδήματος, της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων.
Όταν οι οικονομικές προσδοκίες επιδεινώνονται, οι δαπάνες για ακριβές τσάντες, παπούτσια και ενδύματα είναι συχνά από τις πρώτες που αναβάλλονται.
Ακόμη και η Hermès αισθάνεται την πίεση
Η Hermès είχε επιδείξει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε προηγούμενες περιόδους επιβράδυνσης.
Η υψηλή ζήτηση για εμβληματικά προϊόντα, η περιορισμένη διαθεσιμότητα ορισμένων μοντέλων και η πελατειακή βάση υψηλής οικονομικής επιφάνειας είχαν συμβάλει στη διαφοροποίησή της.
Ωστόσο, τα τελευταία αποτελέσματα δείχνουν ότι ούτε ο γαλλικός οίκος είναι πλήρως προστατευμένος.
Οι παγκόσμιες πωλήσεις στην κατηγορία έτοιμων ενδυμάτων και αξεσουάρ υποχώρησαν κατά 2%.
Ο οικονομικός διευθυντής Ερίκ ντι Αλγκουέτ αναφέρθηκε στις δυσκολίες που δημιουργούν η πρόσφατη πτώση του κινεζικού χρηματιστηρίου και οι φορολογικές παρεμβάσεις που αφορούν τον πλούτο στο εξωτερικό.
Αυτό που προβληματίζει τους επενδυτές είναι ότι η αδυναμία της κινεζικής ζήτησης αρχίζει να επηρεάζει ακόμη και εταιρείες με ιδιαίτερα ισχυρή θέση στην κορυφή της αγοράς.
Παράλληλα, όμως, οι επιδόσεις δεν είναι ομοιόμορφες.
Οι πωλήσεις των κορυφαίων δερμάτινων ειδών της Hermès, συμπεριλαμβανομένων των τσαντών Birkin, αυξήθηκαν κατά 10,8%.
Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι οι καταναλωτές με τη μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη εξακολουθούν να στηρίζουν ορισμένα εμβληματικά προϊόντα.
Νέος φορολογικός πονοκέφαλος για τους πλούσιους Κινέζους
Η επιβράδυνση της κατανάλωσης επιβαρύνεται από αλλαγές στη φορολογική πολιτική της Κίνας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τέθηκε σε εφαρμογή πολιτική που προβλέπει φορολόγηση 20% σε μερίσματα και τόκους από καταπιστεύματα του εξωτερικού.
Η εξέλιξη επηρεάζει εύπορους Κινέζους που διατηρούν επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία εκτός της χώρας.
Η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση μπορεί να περιορίσει προσωρινά τη διαθέσιμη ρευστότητα και να ενισχύσει τη συγκράτηση δαπανών.
Παράλληλα, οι φορολογικές παρεμβάσεις επηρεάζουν το οικονομικό κλίμα και τις προσδοκίες ορισμένων καταναλωτών υψηλών εισοδημάτων.
Οι επιπτώσεις δεν είναι ίδιες για όλους.
Οι εξαιρετικά εύποροι πελάτες μπορεί να διατηρούν σημαντική αγοραστική δύναμη, ενώ άλλες κατηγορίες καταναλωτών επηρεάζονται περισσότερο από την αβεβαιότητα.
Το αποτέλεσμα, πάντως, είναι ένα πρόσθετο εμπόδιο στην ανάκαμψη της αγοράς πολυτελείας.
Η βουτιά του CSI 300 και ο φόβος της χρηματιστηριακής φούσκας
Η κατάσταση επιδεινώνεται από τη χρηματιστηριακή διόρθωση στην Κίνα.
Ο δείκτης CSI 300, ο οποίος παρακολουθεί τις 300 μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες της κινεζικής αγοράς, έχει υποχωρήσει κατά 19% μέσα σε τέσσερις μήνες, σύμφωνα με τους Financial Times.
Η πτώση αντιστοιχεί σε απώλεια χρηματιστηριακής αξίας άνω των 2 τρισ. δολαρίων.
Οι ανησυχίες για την εγχώρια κατανάλωση και για τις υψηλές αποτιμήσεις εταιρειών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη έχουν συμβάλει στη μεταβλητότητα.
Για τη βιομηχανία πολυτελείας, η πτώση των χρηματιστηρίων έχει διπλή σημασία.
Πρώτον, περιορίζει την αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που διαθέτουν ορισμένοι καταναλωτές.
Δεύτερον, επιβαρύνει την ψυχολογία ακόμη και εκείνων που δεν αντιμετωπίζουν άμεσο πρόβλημα εισοδήματος.
Το φαινόμενο συνδέεται με τη λεγόμενη επίδραση πλούτου: όταν η αξία των επενδύσεων υποχωρεί, οι καταναλωτές μπορεί να περιορίζουν τις δαπάνες τους, ανεξάρτητα από το εάν έχει μεταβληθεί ο τρέχων μισθός τους.
Η αμερικανική αγορά χάνει τη δυναμική της
Η Κίνα δεν αποτελεί τη μοναδική πηγή ανησυχίας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ζήτηση για προϊόντα πολυτελείας εμφανίζει επίσης σημάδια επιβράδυνσης.
Η αμερικανική αγορά είχε προσφέρει σημαντική στήριξη στον κλάδο κατά το προηγούμενο διάστημα, ιδιαίτερα χάρη στην άνοδο των χρηματιστηρίων και στην αύξηση της αξίας επενδυτικών χαρτοφυλακίων.
Ωστόσο, η πρόσφατη μεταβλητότητα των αγορών και η αύξηση των τιμών των καυσίμων επηρεάζουν το καταναλωτικό κλίμα.
Στοιχεία συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες που παρακολουθεί η Citi δείχνουν ότι οι δαπάνες για προϊόντα πολυτελείας υποχώρησαν κατά τουλάχιστον 4% σε καθέναν από τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο.
Η εξέλιξη δημιουργεί ανησυχίες για τη δυνατότητα της αμερικανικής αγοράς να αντισταθμίσει την αδυναμία της Κίνας.
Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται μεταξύ των εταιρειών.
Η Hermès αναφέρει ότι οι Αμερικανοί πελάτες της συνεχίζουν να δαπανούν σε σχετικά σταθερά επίπεδα.
Αντίθετα, η Kering έχει επισημάνει μεγαλύτερη πίεση στους καταναλωτές των ΗΠΑ, ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Τα κοσμήματα αντέχουν – Tiffany και Boucheron ξεχωρίζουν
Παρά τη γενικότερη επιβράδυνση, ορισμένες κατηγορίες προϊόντων εξακολουθούν να παρουσιάζουν ισχυρές επιδόσεις.
Τα κοσμήματα υψηλής αξίας εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες μόδας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι Financial Times, τόσο η Tiffany, που ανήκει στην LVMH, όσο και η Boucheron, που ανήκει στην Kering, κατέγραψαν διψήφια αύξηση πωλήσεων κατά το τρίτο τρίμηνο.
Η διαφοροποίηση μπορεί να συνδέεται με τη φύση των προϊόντων.
Τα κοσμήματα υψηλής αξίας συνδυάζουν την προσωπική κατανάλωση με την αντίληψη ότι πρόκειται για αντικείμενα διαχρονικής αξίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελούν εγγυημένη επένδυση ή ότι η αξία μεταπώλησής τους διατηρείται πάντοτε.
Δείχνει, όμως, ότι η ζήτηση δεν υποχωρεί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κατηγορίες της πολυτέλειας.
Η συμπεριφορά των καταναλωτών γίνεται περισσότερο επιλεκτική, με ορισμένα εμβληματικά προϊόντα να διατηρούν μεγαλύτερη απήχηση.
Η κρίση των «aspirational consumers»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της σημερινής επιβράδυνσης είναι η διαφορετική συμπεριφορά των καταναλωτών.
Οι εταιρείες πολυτελείας απευθύνονται τόσο σε εξαιρετικά εύπορους πελάτες όσο και σε καταναλωτές που διαθέτουν ένα σημαντικό, αλλά περιορισμένο, ποσό για αγορές υψηλής αξίας.
Η δεύτερη κατηγορία περιγράφεται συχνά με τον όρο aspirational consumers.
Πρόκειται για ανθρώπους που αγοράζουν περιστασιακά προϊόντα γνωστών οίκων, συνδέοντάς τα με την προσωπική επιτυχία ή την κοινωνική αναγνώριση.
Σε περιόδους οικονομικής πίεσης, οι συγκεκριμένοι καταναλωτές μπορεί να περιορίζουν ή να αναβάλλουν τέτοιες αγορές.
Αντίθετα, οι πελάτες με πολύ υψηλή οικονομική επιφάνεια έχουν συνήθως μεγαλύτερη δυνατότητα να διατηρήσουν τις δαπάνες τους.
Αυτή η διαφοροποίηση βοηθά να εξηγηθεί γιατί οι κορυφαίες τσάντες της Hermès και ορισμένα κοσμήματα συνεχίζουν να εμφανίζουν ανάπτυξη, ενώ άλλες κατηγορίες υποχωρούν.
Αναλυτές: Η ανάκαμψη της Κίνας έχει σταματήσει
Ο αναλυτής της Bernstein Λούκα Σόλκα περιγράφει την κατάσταση ως σημαντική ανατροπή των προσδοκιών για την κινεζική αγορά.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η ανάκαμψη της κατανάλωσης πολυτελείας στην Κίνα, την οποία περίμενε ο κλάδος, έχει ανακοπεί.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει απογοήτευση στα οικονομικά αποτελέσματα και νέες πιέσεις στις μετοχές.
Ο Νικ Άντερσον, αναλυτής της Berenberg, εκτιμά ότι τα πρόσφατα στοιχεία της Hermès δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα σχετικά με την έκθεσή της στην Κίνα και τη σύνθεση της πελατειακής της βάσης.
Οι αναλυτές δεν αντιμετωπίζουν πλέον την αδυναμία της αγοράς ως μια σύντομη διακοπή της ανάπτυξης.
Η διάρκεια της επιβράδυνσης ενισχύει την ανάγκη επανεξέτασης των επιχειρηματικών προβλέψεων.
Η επόμενη ημέρα: Λιγότερη ανάπτυξη, μεγαλύτερη έμφαση στην αποδοτικότητα
Μπροστά σε ένα περιβάλλον περιορισμένης ζήτησης, οι εταιρείες πολυτελείας καλούνται να προσαρμόσουν τις στρατηγικές τους.
Η διαχείριση του κόστους, η αποδοτικότητα των καταστημάτων, η επιλογή επενδύσεων και η προστασία των περιθωρίων κέρδους αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
Η δυνατότητα συνεχών αυξήσεων τιμών δεν μπορεί να θεωρείται απεριόριστη.
Όταν οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί, οι επιχειρήσεις πρέπει να διατηρούν την ελκυστικότητα των προϊόντων τους χωρίς να υπονομεύουν τη μακροχρόνια αξία των εμπορικών τους σημάτων.
Για ορισμένους οίκους, η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στην ενίσχυση των πιο ανθεκτικών κατηγοριών.
Για άλλους, προτεραιότητα αποτελεί η αναδιάρθρωση της δραστηριότητας και η καλύτερη διαχείριση των λειτουργικών δαπανών.
Η πορεία της κινεζικής οικονομίας και η συμπεριφορά των Αμερικανών καταναλωτών θα παραμείνουν καθοριστικοί παράγοντες.
Τι σημαίνει η κρίση για την Ευρώπη και τον τουρισμό πολυτελείας
Η υποχώρηση της ζήτησης έχει ευρύτερες επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι μεγάλοι οίκοι πολυτελείας διατηρούν εκτεταμένα δίκτυα παραγωγής, καταστημάτων, εφοδιασμού και υπηρεσιών.
Η δραστηριότητά τους συνδέεται με την απασχόληση, τις εξαγωγές, τα εμπορικά ακίνητα και τον τουρισμό υψηλών εισοδημάτων.
Η συγκράτηση των αγορών από Κινέζους καταναλωτές μπορεί να επηρεάσει τα πολυτελή εμπορικά καταστήματα σε πόλεις όπως το Παρίσι, το Μιλάνο και το Λονδίνο.
Για την Ελλάδα, το ενδιαφέρον εντοπίζεται κυρίως στον τουρισμό υψηλής δαπάνης και στο λιανικό εμπόριο πολυτελών προϊόντων.
Προορισμοί όπως η Αθήνα, η Μύκονος και η Σαντορίνη συνδέονται με διεθνή ταξιδιωτικά κοινά υψηλών εισοδημάτων.
Ωστόσο, δεν υπάρχουν στα συγκεκριμένα στοιχεία επαρκή δεδομένα ώστε να προσδιοριστεί άμεση οικονομική επίπτωση στην ελληνική αγορά.
Η διεθνής επιβράδυνση αποτελεί παράγοντα που αξίζει να παρακολουθείται, όχι απόδειξη ότι η εγχώρια κατανάλωση πολυτελείας ακολουθεί ήδη την ίδια πορεία.
Το τέλος μιας εποχής εύκολης ανάπτυξης;
Η απώλεια 251 δισεκατομμυρίων ευρώ χρηματιστηριακής αξίας από τους έξι μεγαλύτερους εισηγμένους ευρωπαϊκούς ομίλους πολυτελείας αποτελεί ισχυρή ένδειξη της μεταβολής που συντελείται στον κλάδο.
Η Κίνα, που επί χρόνια αποτελούσε βασικό μοχλό ανάπτυξης, αντιμετωπίζει προβλήματα στην αγορά ακινήτων, χρηματιστηριακές απώλειες και φορολογικές αλλαγές που επηρεάζουν το καταναλωτικό κλίμα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είχαν προσφέρει στήριξη στη ζήτηση, εμφανίζουν επίσης σημάδια επιβράδυνσης.
Παράλληλα, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η πολυτέλεια δεν αποτελεί μία ενιαία αγορά: ορισμένα κοσμήματα και εμβληματικά δερμάτινα είδη εξακολουθούν να αναπτύσσονται, ενώ άλλες κατηγορίες αντιμετωπίζουν σημαντικές πιέσεις.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους ευρωπαϊκούς οίκους δεν είναι μόνο να περιορίσουν τις σημερινές απώλειες.
Είναι να προσαρμόσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα σε έναν κόσμο όπου η αύξηση του πλούτου και της κατανάλωσης δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η παγκόσμια πολυτέλεια εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά εμπορικά σήματα και πελάτες υψηλής αγοραστικής δύναμης. Όμως η εποχή κατά την οποία η κινεζική ζήτηση μπορούσε να στηρίζει σχεδόν αυτόματα την ανάπτυξη των μεγάλων ευρωπαϊκών οίκων φαίνεται να έχει περάσει σε μια πολύ πιο αβέβαιη φάση.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο