ΗΠΑ–Ιράν: Αντίστροφη μέτρηση για νέα επίθεση; Ο Τραμπ απειλεί με δεύτερη «Επική Οργή»
Πηγή Φωτογραφίας: AFP/ΗΠΑ–Ιράν: Αντίστροφη μέτρηση για νέα επίθεση; Ο Τραμπ απειλεί με δεύτερη «Επική Οργή»
Συναγερμός στη Μέση Ανατολή – Η Ουάσιγκτον ενισχύει τις δυνάμεις της
Σημαντικές ενδείξεις στρατιωτικής προετοιμασίας των Ηνωμένων Πολιτειών για ενδεχόμενη επανέναρξη εκτεταμένων βομβαρδισμών κατά του Ιράν καταγράφονται στη Μέση Ανατολή, καθώς η Ουάσιγκτον ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία της και ο Ντόναλντ Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας επιχείρησης.
Η μετακίνηση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων, η επικείμενη ανάπτυξη του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt, οι ενισχύσεις του Σώματος Πεζοναυτών και η αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα του Ισραήλ συνθέτουν μια εικόνα προετοιμασίας για πιθανή νέα κλιμάκωση.
Ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει λάβει οριστική απόφαση για νέα πλήγματα.
Το πολιτικό και στρατιωτικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον στην περίοδο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026, όταν θα κριθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου.
Η εκτίμηση αρκετών αναλυτών είναι ότι ο Λευκός Οίκος εξετάζει την επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα επιδιώκει να διατηρήσει τη δυνατότητα διπλωματικής συμφωνίας με την Τεχεράνη.
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν ένας νέος γύρος βομβαρδισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρατηγική υποχώρηση του Ιράν ή εάν θα εγκλώβιζε τις ΗΠΑ σε ακόμη βαθύτερη περιφερειακή σύγκρουση.
Τραμπ: «Μπορεί να κάνουμε άλλη μία μικρή Επική Οργή»
Την πιθανότητα νέας στρατιωτικής επιχείρησης άφησε ανοιχτή ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης στη Φλόριντα, στις 23 Οκτωβρίου.
«Μπορεί να κάνουμε άλλη μία μικρή Επική Οργή», δήλωσε, χρησιμοποιώντας την ονομασία της αμερικανικής επιχείρησης που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου εναντίον του Ιράν.
Η φράση του Αμερικανού προέδρου αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς διατυπώνεται σε μια περίοδο αυξανόμενης στρατιωτικής κινητοποίησης.
Νωρίτερα την ίδια ημέρα, ο Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να τερματίσουν γρήγορα τον πόλεμο, χωρίς όμως να παρουσιάσει συγκεκριμένο σχέδιο για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να χρησιμοποιεί συνδυασμό στρατιωτικής πίεσης, ναυτικού αποκλεισμού και διπλωματικών διαύλων.
Η νέα αναφορά στην «Επική Οργή» δεν αποτελεί ανακοίνωση έναρξης επιχειρήσεων, αλλά σαφή προειδοποίηση ότι η επιλογή των πληγμάτων παραμένει στο τραπέζι.
Σούζαν Μαλόνι: «Πιθανότητα πληγμάτων λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές»
Η Σούζαν Μαλόνι, διευθύντρια του προγράμματος εξωτερικής πολιτικής του Brookings Institution, θεωρεί ότι υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις που παραπέμπουν σε πιθανή επανέναρξη των επιθέσεων μετά τις αμερικανικές εκλογές.
«Υπολογίζω πλέον ότι υπάρχει πιθανότητα πληγμάτων λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές», εκτιμά.
Η αναλύτρια επικαλείται τρεις βασικούς παράγοντες: τη μεταφορά πρόσθετων αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στη Μέση Ανατολή, τις προειδοποιήσεις προς Αμερικανούς πολίτες και διπλωματικό προσωπικό στην περιοχή και την αυξημένη κατάσταση ετοιμότητας των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.
Η ίδια συνδέει το πιθανό χρονοδιάγραμμα και με τις πολιτικές επιλογές του Τραμπ.
Όπως επισημαίνει, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δηλώσει δημόσια ότι δεν προτίθεται να διατάξει νέες επιθέσεις πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
«Δεν φαίνεται πως θα τον ευνοούσε από εκλογική σκοπιά» μια τέτοια επιχείρηση πριν από την κάλπη, εκτιμά η Μαλόνι.
Η θέση αυτή αποτελεί ανάλυση της πολιτικής συγκυρίας και όχι επιβεβαιωμένη πληροφορία για προγραμματισμένη στρατιωτική επίθεση.
Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και το πολιτικό κόστος του πολέμου
Η σύγκρουση με το Ιράν έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ζήτημα της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής.
Ο πόλεμος που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου έχει προκαλέσει σοβαρές ανθρώπινες απώλειες και οικονομικές συνέπειες, ενώ οι αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές έχουν επιβαρύνει το κόστος καυσίμων.
Οι αυξημένες τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου αποτελούν βασικό παράγοντα δυσαρέσκειας για σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινής γνώμης.
Στο περιβάλλον αυτό, η προοπτική μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης πριν από τις εκλογές θα μπορούσε να επιτείνει την πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επαναλάβουν τα πλήγματα πριν από τις 3 Νοεμβρίου.
Παράλληλα, διατηρεί ανοιχτή την πιθανότητα νέων επιχειρήσεων στη συνέχεια, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία με την Τεχεράνη.
Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο εκλογικό ημερολόγιο και στον στρατιωτικό σχεδιασμό αποτελεί επομένως βασικό στοιχείο της σημερινής κρίσης.
USS Theodore Roosevelt: Η άφιξη που αλλάζει τους στρατιωτικούς συσχετισμούς
Μία από τις σημαντικότερες ενδείξεις αμερικανικής στρατιωτικής προετοιμασίας είναι η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt στη Μέση Ανατολή.
Η παρουσία του θα μπορούσε, έστω προσωρινά, να αυξήσει σε τρεις τις αμερικανικές ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων στην ευρύτερη περιοχή.
Παράλληλα, έχουν ανακοινωθεί πρόσθετες ενισχύσεις με προσωπικό και μέσα των Πεζοναυτών.
Η συγκέντρωση τέτοιων δυνάμεων προσφέρει στην Ουάσιγκτον περισσότερες επιχειρησιακές επιλογές.
Μπορεί να ενισχύσει την αεροπορική ισχύ, την επιτήρηση, την προστασία ναυτικών διαδρομών και τη δυνατότητα ταχείας αντίδρασης.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η έναρξη βομβαρδισμών είναι αναπόφευκτη.
Η στρατιωτική ανάπτυξη μπορεί επίσης να λειτουργεί ως μέσο πίεσης στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων ή ως προετοιμασία για ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα.
Τζέισον Κάμπελ: «Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για νέα πλήγματα»
Ο Τζέισον Κάμπελ, ερευνητής του Middle East Institute στην Ουάσιγκτον, επισημαίνει ότι η πρόσφατη κινητοποίηση των αμερικανικών δυνάμεων ενισχύει την εκτίμηση πως εξετάζεται νέα στρατιωτική επιχείρηση.
Κατά τον ίδιο, υπάρχουν «σαφείς πρόσφατες ενδείξεις» ότι νέοι βομβαρδισμοί ενδέχεται να βρίσκονται υπό εξέταση.
Ο Κάμπελ αναφέρεται στην προγραμματισμένη ανάπτυξη του USS Theodore Roosevelt, στην αποστολή πρόσθετων δυνάμεων Πεζοναυτών και σε πρόσφατη επίδειξη ισχύος της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας.
Επισημαίνει επίσης την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ στο Ισραήλ και τις επαφές του με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ωστόσο, ο Αμερικανός αναλυτής υπογραμμίζει ότι το ακριβές χρονοδιάγραμμα παραμένει άγνωστο.
«Είναι αδύνατο να προβλεφθεί», σημειώνει για το πότε θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν νέα πλήγματα.
Προσθέτει μάλιστα ότι η ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων μπορεί να συνδέεται και με την προετοιμασία αντιμετώπισης πιθανών επιθέσεων από το Ιράν ή τους συμμάχους του στην περιοχή.
Οι ισραηλινές κινήσεις και η συνάντηση Χέγκσεθ–Νετανιάχου
Η στάση του Ισραήλ αποτελεί ακόμη έναν κρίσιμο παράγοντα στην εξέλιξη της κρίσης.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η ισραηλινή πολεμική αεροπορία πραγματοποίησε πρόσφατα επίδειξη ισχύος, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα.
Η επίσκεψη του Πιτ Χέγκσεθ στο Ισραήλ και η συνάντησή του με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου προστίθενται στις ενδείξεις στενού συντονισμού Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες του ABC News, αμερικανικές και ισραηλινές στρατιωτικές υπηρεσίες έχουν επεξεργαστεί σχέδια για πιθανή επανέναρξη κοινών επιθέσεων τις επόμενες εβδομάδες.
Το αμερικανικό δίκτυο επικαλείται δύο ισραηλινές πηγές με γνώση των σχεδιασμών, οι οποίες εκτιμούν ότι μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
Ωστόσο, οι ίδιες πληροφορίες διευκρινίζουν ότι η τελική απόφαση για αμερικανική συμμετοχή ανήκει στον Ντόναλντ Τραμπ.
Το Πεντάγωνο δεν έχει επιβεβαιώσει δημόσια συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχέδιο.
Ο ναυτικός αποκλεισμός και η μάχη για το Στενό του Ορμούζ
Στο μεταξύ, η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν συνεχίζεται κυρίως στο θαλάσσιο πεδίο.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών, περιορίζοντας τις δυνατότητες εμπορικής και ενεργειακής δραστηριότητας της Τεχεράνης.
Το Ιράν, από την πλευρά του, επιχειρεί να διατηρήσει επιρροή στο στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα περάσματα της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας.
Οι στρατιωτικές εντάσεις έχουν ήδη επηρεάσει τις εμπορικές μεταφορές και έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Για την αμερικανική πλευρά, ο αποκλεισμός αποτελεί μέσο οικονομικής πίεσης.
Για το Ιράν, η διατήρηση της δυνατότητας απειλής των θαλάσσιων διαδρομών προσφέρει ένα εργαλείο στρατηγικής αντίδρασης.
Η αντιπαράθεση δημιουργεί έτσι ένα παρατεταμένο αδιέξοδο, με υψηλό οικονομικό και στρατιωτικό κόστος.
Μαλόνι: «Η σημερινή κατάσταση δεν είναι βιώσιμη»
Η Σούζαν Μαλόνι θεωρεί ότι η σημερινή κατάσταση δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον.
«Η κατάσταση, στη σημερινή της μορφή, δεν είναι βιώσιμη», επισημαίνει.
Όπως εξηγεί, ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη οικονομική πίεση στην Τεχεράνη.
Την ίδια στιγμή, όμως, η Ουάσιγκτον υποχρεώνεται να δεσμεύει σημαντικές ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις για τη διατήρησή του.
Η αναλύτρια εκτιμά ότι θα χρειαστεί κάποια μορφή διεξόδου.
«Θα πρέπει να υπάρξει κάποιου είδους λύση, είτε μέσω της διπλωματίας είτε μέσω στρατιωτικής δράσης».
Το δίλημμα που περιγράφει είναι ιδιαίτερα δύσκολο.
Η συνέχιση του αποκλεισμού διατηρεί την πίεση στο Ιράν, αλλά συνεπάγεται σημαντικό κόστος για τις ΗΠΑ.
Η επανέναρξη των βομβαρδισμών θα μπορούσε να προκαλέσει νέα στρατιωτική κλιμάκωση, χωρίς να εγγυάται την επίτευξη των αμερικανικών στόχων.
Το πρόβλημα της χερσαίας επιχείρησης – «Δεν υπάρχει ασφαλής τοποθεσία»
Ο Τζέισον Κάμπελ εκτιμά ότι οι στρατιωτικές επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ είναι σήμερα περισσότερο περιορισμένες σε σχέση με την έναρξη του πολέμου.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι οι ζημιές που έχουν υποστεί αμερικανικές εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή.
Η πραγματοποίηση μιας μεγάλης χερσαίας επιχείρησης θα απαιτούσε την ανάπτυξη χιλιάδων στρατιωτών, καθώς και σημαντική υλικοτεχνική υποστήριξη.
Ο Κάμπελ προειδοποιεί:
«Σε αυτό το στάδιο, δεν υπάρχει καμία ασφαλής τοποθεσία για να αναπτυχθούν οι χιλιάδες στρατιώτες —δεκάδες χιλιάδες, κατά ορισμένα σενάρια— που θα απαιτούνταν για μια τέτοια επιχείρηση».
Η επισήμανση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό στρατιωτικό πρόβλημα.
Η αεροπορική ισχύς μπορεί να προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές, αλλά η μετατροπή της σε αποφασιστικό πολιτικό αποτέλεσμα αποτελεί διαφορετική και πολύ πιο σύνθετη διαδικασία.
Η χερσαία επέμβαση, από την άλλη πλευρά, θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική δέσμευση και θα εξέθετε τις αμερικανικές δυνάμεις σε πρόσθετους κινδύνους.
Οι επόμενοι στόχοι: Φόβοι για πλήγματα σε μη στρατιωτικές υποδομές
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά τους πιθανούς στόχους μιας νέας αμερικανικής επιχείρησης.
Η Σούζαν Μαλόνι επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος των συμβατικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων του Ιράν έχει ήδη υποστεί σημαντικές ζημιές από προηγούμενα πλήγματα.
Κατά την εκτίμησή της, ένας νέος γύρος βομβαρδισμών θα μπορούσε να επηρεάσει περισσότερο μη στρατιωτικές υποδομές, με άμεσες συνέπειες για τον ιρανικό πληθυσμό.
Η προοπτική αυτή δημιουργεί σοβαρές ανθρωπιστικές και νομικές ανησυχίες.
Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο επιβάλλει τη διάκριση ανάμεσα σε στρατιωτικούς στόχους και αμάχους ή πολιτικά αντικείμενα, καθώς και την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και των προφυλάξεων κατά τις επιθέσεις.
Οι ενδεχόμενες επιπτώσεις μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης θα εξαρτηθούν από την επιλογή στόχων, την ένταση των πληγμάτων και την αντίδραση της Τεχεράνης.
Το Ιράν προειδοποιεί για αντίποινα στις ψηφιακές υποδομές του Κόλπου
Η προοπτική νέων αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων συνδέεται και με τις πρόσφατες προειδοποιήσεις της Τεχεράνης για αντίποινα κατά κρίσιμων υποδομών.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, δύο ανώτεροι Ιρανοί αξιωματούχοι ασφαλείας υποστήριξαν ότι το Ιράν έχει εξετάσει σχέδια προσβολής υποθαλάσσιων τηλεπικοινωνιακών καλωδίων στον Περσικό Κόλπο σε περίπτωση νέας στρατιωτικής επίθεσης.
Η απειλή αφορά υποδομές που υποστηρίζουν διαδικτυακές υπηρεσίες, χρηματοοικονομικές συναλλαγές και επιχειρηματικές επικοινωνίες.
Παράλληλα, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αναφερθεί σε πιθανές απειλές κατά ψηφιακών εγκαταστάσεων που συνδέονται με αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες οικονομικές συνέπειες.
Δεν υπάρχει, πάντως, επιβεβαιωμένη πληροφορία ότι έχουν ήδη πραγματοποιηθεί οι συγκεκριμένες επιθέσεις κατά των υποθαλάσσιων καλωδίων.
«Ο πόλεμος δεν μπορεί να τελειώσει με νέα κλιμάκωση»
Παρά τις ενδείξεις στρατιωτικής προετοιμασίας, οι αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το ενδεχόμενο οι νέοι βομβαρδισμοί να οδηγήσουν σε οριστικό τερματισμό της σύγκρουσης.
Η Σούζαν Μαλόνι διατυπώνει την εκτίμηση ότι η στρατιωτική κλιμάκωση δεν μπορεί από μόνη της να επιλύσει το αδιέξοδο.
«Πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν μπορεί να τερματιστεί με νέα κλιμάκωση από τη μία ή από την άλλη πλευρά», υποστηρίζει.
Ο Τζέισον Κάμπελ συμμερίζεται την επιφύλαξη.
«Δεν βλέπω πώς η επανέναρξη των πληγμάτων εναντίον του Ιράν, σε κλίμακα συγκρίσιμη με εκείνη των πρώτων πενήντα ημερών του πολέμου, θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τους στρατηγικούς υπολογισμούς του ιρανικού καθεστώτος».
Κατά την εκτίμησή του, η Τεχεράνη έχει ήδη δείξει ότι μπορεί να υποστεί σημαντικές στρατιωτικές απώλειες χωρίς να αλλάξει απαραίτητα τη βασική πολιτική της στάση.
Αυτή είναι και η κεντρική αντίφαση που αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον.
Η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται ότι η ιρανική ηγεσία θα αποδεχθεί τους όρους που επιδιώκουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο ενεργειακός κίνδυνος και οι συνέπειες για την Ευρώπη
Μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει νέες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Ο Περσικός Κόλπος παραμένει καθοριστικός για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα το κόστος μεταφοράς, τα ασφάλιστρα των πλοίων και την ομαλή τροφοδοσία των διεθνών αγορών.
Για την Ευρώπη, μια νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών θα μπορούσε να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να επιβαρύνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Για την Ελλάδα, η οποία εξαρτάται από διεθνείς ενεργειακές και εμπορικές ροές, οι εξελίξεις έχουν επίσης οικονομική σημασία.
Η πιθανότητα νέας κλιμάκωσης καθιστά την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα των θαλάσσιων μεταφορών κρίσιμα ζητήματα της ευρωπαϊκής γεωοικονομικής ατζέντας.
Η γεωπολιτική εξίσωση: Στρατιωτική πίεση ή διπλωματική διέξοδος;
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη στρατηγική επιλογή.
Από τη μία πλευρά, η ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων και η διατήρηση της απειλής νέων βομβαρδισμών μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα πίεσης προς την Τεχεράνη.
Από την άλλη, η πραγματοποίηση νέων επιθέσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτεταμένα αντίποινα και να αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης.
Το Ιράν επιδιώκει να διατηρήσει τη δυνατότητα στρατιωτικής αντίδρασης και να αποτρέψει μια νέα επιχείρηση που θα απειλούσε κρίσιμες υποδομές του.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει την ιρανική στρατιωτική ισχύ ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και συμμετέχει στις σχετικές στρατηγικές διαβουλεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η διπλωματία εξακολουθεί να αποτελεί πιθανή οδό αποκλιμάκωσης, αλλά δεν έχει προκύψει συμφωνία που να επιλύει τις βασικές διαφωνίες.
Η στρατιωτική κινητοποίηση και οι δημόσιες δηλώσεις αυξάνουν την αβεβαιότητα, χωρίς να καθορίζουν με βεβαιότητα τις επόμενες αποφάσεις.
Μετά τις 3 Νοεμβρίου: Το κρίσιμο παράθυρο για τις αποφάσεις Τραμπ
Η περίοδος μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αναδεικνύεται σε κρίσιμο χρονικό ορόσημο.
Η Ουάσιγκτον ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία της, το Ισραήλ παραμένει σε αυξημένη ετοιμότητα και η Τεχεράνη προειδοποιεί για ευρύτερα αντίποινα.
Οι ενδείξεις αυτές ενισχύουν την πιθανότητα να εξετάζεται σοβαρά ένας νέος γύρος επιθέσεων.
Ωστόσο, η ύπαρξη στρατιωτικών σχεδίων δεν ταυτίζεται με την απόφαση υλοποίησής τους.
Η τελική επιλογή θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές αποφάσεις του Λευκού Οίκου, την πορεία των διπλωματικών επαφών και τις εκτιμήσεις για τις συνέπειες μιας νέας κλιμάκωσης.
Το βασικό πρόβλημα παραμένει ότι, σύμφωνα με τους αναλυτές, ακόμη και μια εκτεταμένη νέα επιχείρηση δεν εγγυάται αλλαγή στη στρατηγική στάση της Τεχεράνης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν την ισχύ για να εξαπολύσουν νέους βομβαρδισμούς. Το αναπάντητο ερώτημα είναι εάν μπορούν, μέσα από αυτούς, να επιτύχουν μια βιώσιμη πολιτική λύση.
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται έτσι σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο, με την απειλή νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης να συνυπάρχει με την ανάγκη διπλωματικής διεξόδου.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο