Τουρκολιβυκό: Διπλωματική ανατροπή στην Ουάσιγκτον – Το State Department «αδειάζει» την Άγκυρα
Μια ιδιαίτερα σημαντική διπλωματική εξέλιξη καταγράφεται στο μέτωπο του τουρκολιβυκού μνημονίου, καθώς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών υιοθετεί πλέον σαφώς επικριτική διατύπωση για την ανακοίνωση κύρωσής του από τη λιβυκή πλευρά.
Η νέα τοποθέτηση του State Department προκαλεί αίσθηση, καθώς έρχεται μετά από μια αρχική απάντηση της Ουάσιγκτον που περιοριζόταν σε γενικές εκκλήσεις για διάλογο και αποφυγή εντάσεων.
Αυτή τη φορά, όμως, η αμερικανική διπλωματία επιλέγει να χαρακτηρίσει την εξέλιξη «μη εποικοδομητική και προκλητική», αναγνωρίζοντας ρητά ότι η ανακοίνωση της κύρωσης αύξησε τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η διατύπωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα, η οποία έχει επανειλημμένα καταγγείλει το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ως προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο η νέα αμερικανική τοποθέτηση σηματοδοτεί ουσιαστική μεταβολή πολιτικής ή μια σημαντική διπλωματική διευκρίνιση που δεν μεταβάλλει τις βασικές ισορροπίες ανάμεσα στην Ουάσιγκτον, την Αθήνα και την Άγκυρα.
Η φράση που αλλάζει το διπλωματικό κλίμα
Σύμφωνα με τη νεότερη δήλωση που αποδίδεται στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, η Ουάσιγκτον αναφέρει:
«Η ανακοίνωση της επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου κατανόησης για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών έχει αυξήσει τις εντάσεις στην περιοχή και αποτελεί μια μη εποικοδομητική και προκλητική εξέλιξη – και η θέση μας επί του ζητήματος αυτού δεν έχει αλλάξει».
Η σημασία βρίσκεται στην πρώτη πρόταση.
Το State Department δεν περιορίζεται πλέον σε μια γενική προτροπή για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, αλλά αξιολογεί αρνητικά τη συγκεκριμένη εξέλιξη.
Η αναφορά στην αύξηση των εντάσεων συνδέει την ανακοίνωση κύρωσης του μνημονίου με την περιφερειακή αποσταθεροποίηση.
Από ελληνικής πλευράς, η διατύπωση μπορεί να αξιοποιηθεί ως διπλωματικό επιχείρημα απέναντι στην προσπάθεια της Τουρκίας να παρουσιάσει το μνημόνιο ως δεδομένη βάση για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Υπάρχει, πάντως, μια ουσιαστική λεπτομέρεια.
Η αμερικανική ανακοίνωση υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι η θέση των ΗΠΑ δεν έχει αλλάξει.
Επομένως, η νέα διατύπωση συνιστά σαφέστερη δημόσια αποδοκιμασία της εξέλιξης, όχι κατ’ ανάγκην επίσημη αναθεώρηση της συνολικής αμερικανικής πολιτικής.
Από τις γενικές εκκλήσεις στην ευθεία αποδοκιμασία
Η αρχική απάντηση που αποδόθηκε στο State Department είχε επικεντρωθεί στην ανάγκη διαπραγματεύσεων.
Η Ουάσιγκτον ανέφερε ότι:
«Ενθαρρύνουμε τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου να επιλύσουν τις διαφορές τους σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες μέσω διαπραγματεύσεων με καλή πίστη».
Η διατύπωση αυτή είχε προκαλέσει προβληματισμό, καθώς δεν περιλάμβανε ρητή αποδοκιμασία της ανακοίνωσης κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Στη νεότερη τοποθέτηση, η αμερικανική πλευρά διατηρεί την προτροπή για διάλογο, προσθέτοντας όμως τον χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης ενέργειας ως προκλητικής.
«Ενθαρρύνουμε όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένων των εταίρων μας στην Ανατολική Μεσόγειο, να επιλύουν τις διαφορές τους σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες μέσω διαπραγματεύσεων με καλή πίστη και να αποφεύγουν οποιαδήποτε προκλητική συμπεριφορά».
Στη συνέχεια, επισημαίνεται:
«Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι αμφότερες σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Τις ενθαρρύνουμε να διεξάγουν διμερή διάλογο για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε σημείων διαφωνίας μεταξύ τους».
Και η αμερικανική θέση καταλήγει:
«Η ειρηνική επίλυση τέτοιων διαφορών ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και ερευνητικές δραστηριότητες που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή».
Το μήνυμα είναι διπλό.
Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον αποδοκιμάζει τη νέα κίνηση γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Από την άλλη, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Τουρκία ως δύο συμμάχους που πρέπει να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας.
Το διπλωματικό παρασκήνιο Αθήνας – Ουάσιγκτον
Η διαφοροποίηση στο λεκτικό της αμερικανικής τοποθέτησης έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης διπλωματικής κινητικότητας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Crisis Monitor, η ελληνική πλευρά πραγματοποίησε επαφές προκειμένου να καταστήσει σαφή την ανησυχία της για τις εξελίξεις στη Λιβύη και την πιθανότητα δημιουργίας νέων τετελεσμένων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι σημαντικό ρόλο στη μεταφορά των ελληνικών θέσεων διαδραμάτισαν οι διπλωματικοί δίαυλοι στην Αθήνα και την Ουάσιγκτον.
Ειδικότερα, γίνεται αναφορά σε επαφές με τον Αμερικανό επιτετραμμένο στην Αθήνα, Τζος Χακ, καθώς και σε κινητικότητα της ελληνικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον, υπό τον πρέσβη Αντώνη Αλεξανδρίδη.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, επιδιώχθηκε να αναδειχθούν τόσο οι νομικές αντιρρήσεις της Ελλάδας όσο και οι πολιτικοί κίνδυνοι από μια νέα περίοδο έντασης.
Οι πληροφορίες αυτές συνθέτουν την εικόνα μιας εντατικής διπλωματικής προσπάθειας.
Ωστόσο, δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι συγκεκριμένη επαφή προκάλεσε από μόνη της τη νέα διατύπωση του State Department.
Η χρονική ακολουθία των γεγονότων ενισχύει το ενδιαφέρον για το παρασκήνιο, αλλά δεν αρκεί για να αποδώσει με βεβαιότητα την αλλαγή του λεκτικού σε έναν μόνο παράγοντα.
Τομ Μπάρακ: Ο παράγοντας που προκαλεί ερωτήματα
Στο επίκεντρο των αναλύσεων βρίσκεται και ο Τομ Μπάρακ, Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και πρόσωπο με στενές σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Μπάρακ έχει αναδειχθεί σε σημαντικό παράγοντα των αμερικανοτουρκικών επαφών, ενώ οι δημόσιες τοποθετήσεις του για την περιοχή παρακολουθούνται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το δημοσίευμα του Crisis Monitor συνδέει την παρουσία του με τις ευρύτερες συζητήσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Αιγαίο και τους ενεργειακούς διαδρόμους.
Διατυπώνει επίσης εκτιμήσεις για τον ρόλο του στη διαμόρφωση της αμερικανικής προσέγγισης.
Οι εκτιμήσεις αυτές, όμως, χρειάζονται σαφή διάκριση από τα επιβεβαιωμένα γεγονότα.
Δεν υπάρχουν στα διαθέσιμα στοιχεία αποδείξεις ότι ο Μπάρακ εμπόδισε τη διαβίβαση υπηρεσιακών εκτιμήσεων στον Λευκό Οίκο ή ότι συμμετείχε σε συντονισμένο σχεδιασμό υπέρ των τουρκικών διεκδικήσεων.
Το ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα είναι διαφορετικό.
Η αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο διαμορφώνεται μέσα από πολλαπλά κέντρα αποφάσεων, ενώ η προσωπική διπλωματία του Τραμπ μπορεί να επηρεάζει τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
Γι’ αυτό και η αξιολόγηση μιας ανακοίνωσης του State Department πρέπει να γίνεται παράλληλα με τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου και την πραγματική αμερικανική στάση απέναντι στις περιφερειακές εξελίξεις.
Ερντογάν και «Γαλάζια Πατρίδα»: Η πίεση μεταφέρεται στο Αιγαίο
Την ίδια περίοδο, η Άγκυρα επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα».
Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, στην Τουρκία εξετάζεται η προώθηση νομοθετικής πρωτοβουλίας που συνδέεται με τις τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την ανακοίνωση κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Η Τουρκία επιχειρεί διαχρονικά να ενισχύσει τη θέση ότι οι θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να οριοθετούνται με βάση τη δική της ερμηνεία των γεωγραφικών και νομικών δεδομένων.
Η Ελλάδα απορρίπτει αυτή την προσέγγιση, επισημαίνοντας ότι παραγνωρίζει την επήρεια των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες ζώνες.
Η ενδεχόμενη ψήφιση ενός τουρκικού νομοθετήματος δεν θα μπορούσε από μόνη της να μεταβάλει τα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών βάσει του διεθνούς δικαίου.
Θα μπορούσε, όμως, να αξιοποιηθεί πολιτικά από την Άγκυρα ως μέσο ενίσχυσης των διαπραγματευτικών της θέσεων.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Αθήνα παρακολουθεί στενά κάθε κίνηση που επιχειρεί να παρουσιάσει τις τουρκικές διεκδικήσεις ως ήδη αποδεκτή πραγματικότητα.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η ελληνική νομική θέση
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 αποτελεί διαχρονική πηγή έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η συμφωνία παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, καθώς αγνοεί τα δικαιώματα ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, η Κάρπαθος και η Ρόδος.
Η Αθήνα επισημαίνει ότι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών δεν μπορεί να πραγματοποιείται εις βάρος των δικαιωμάτων τρίτων κρατών.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, υπερασπίζεται το μνημόνιο ως νόμιμη συμφωνία μεταξύ δύο κρατών.
Η πρόσφατη ανακοίνωση κύρωσής του από τη λιβυκή πλευρά επανέφερε την αντιπαράθεση στο προσκήνιο.
Το βασικό ζήτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο η πολιτική σημασία της συμφωνίας.
Είναι και η προσπάθεια δημιουργίας μιας διαρκούς διπλωματικής και επιχειρησιακής πραγματικότητας, στην οποία οι τουρκικές θέσεις θα εμφανίζονται ως αφετηρία των συζητήσεων.
Η νέα αμερικανική τοποθέτηση δεν επιλύει τη νομική διαφορά.
Ενισχύει, ωστόσο, το ελληνικό επιχείρημα ότι οι μονομερείς ενέργειες μπορούν να επιδεινώσουν την περιφερειακή ασφάλεια.
Η Λιβύη μετατρέπεται ξανά σε γεωπολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης
Η Λιβύη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αντιπαράθεσης.
Οι εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις της χώρας και η παρουσία διαφορετικών κέντρων εξουσίας δημιουργούν σύνθετο περιβάλλον για τις διεθνείς συμφωνίες.
Η εμπλοκή της ανατολικής λιβυκής πλευράς, που συνδέεται πολιτικά και στρατιωτικά με τον Χαλίφα Χάφταρ, προσδίδει νέα διάσταση στις εξελίξεις.
Για την Άγκυρα, η ενίσχυση των σχέσεων με διαφορετικούς λιβυκούς παράγοντες μπορεί να διευρύνει την επιρροή της στη χώρα.
Για την Αθήνα, η εξέλιξη δημιουργεί την ανάγκη διατήρησης ενεργών διπλωματικών διαύλων με όλες τις πλευρές.
Η ελληνική στρατηγική επιδιώκει να αποτρέψει την παγίωση συμφωνιών που θίγουν τις ελληνικές θέσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Παράλληλα, η σταθερότητα της Λιβύης συνδέεται με ζητήματα ασφάλειας, μεταναστευτικών ροών και ενεργειακών συνεργασιών.
Διπλωματική επιτυχία για την Αθήνα – Αλλά με ποια όρια;
Η νέα διατύπωση του State Department αποτελεί θετική εξέλιξη για την ελληνική διπλωματία.
Η ρητή αποδοκιμασία της ανακοίνωσης κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου ενισχύει την προσπάθεια της Αθήνας να αναδείξει τον αποσταθεροποιητικό χαρακτήρα μονομερών ενεργειών.
Ταυτόχρονα, όμως, η αμερικανική πλευρά δεν ανακοινώνει κυρώσεις, νέα μέτρα ή κάποια συγκεκριμένη πρωτοβουλία για την ανατροπή της συμφωνίας.
Δεν εγκαταλείπει επίσης την πολιτική ενθάρρυνσης του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Η εξέλιξη πρέπει επομένως να αξιολογηθεί σε δύο επίπεδα.
Σε διπλωματικό επίπεδο, η Ελλάδα αποκτά μια σαφέστερη δημόσια αμερικανική τοποθέτηση την οποία μπορεί να επικαλείται.
Σε επιχειρησιακό και πολιτικό επίπεδο, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η Ουάσιγκτον θα μετατρέψει αυτή τη διατύπωση σε συγκεκριμένες αποφάσεις.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι προσωπικές σχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποτελούν σημαντικό παράγοντα της αμερικανοτουρκικής επικοινωνίας.
Η Αθήνα μπροστά σε μια κρίσιμη διπλωματική περίοδο
Η νέα αμερικανική δήλωση προσφέρει στην Ελλάδα πρόσθετο διπλωματικό επιχείρημα, αλλά δεν εξαλείφει τις προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να προβάλλει τις δικές της διεκδικήσεις.
Η Λιβύη παραμένει πεδίο σύνθετων πολιτικών ισορροπιών.
Και η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.
Για την ελληνική πλευρά, το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσει τη νέα διατύπωση χωρίς να υπερεκτιμήσει την πρακτική της σημασία.
Η διπλωματική πίεση, η επίκληση του διεθνούς δικαίου και η διατήρηση συμμαχικών επαφών αποτελούν βασικά εργαλεία σε αυτή την προσπάθεια.
Η συνέχεια θα κριθεί από τις κινήσεις της Τουρκίας, τις εξελίξεις στη Λιβύη και τη στάση που θα επιλέξει η αμερικανική κυβέρνηση όταν κληθεί να τοποθετηθεί απέναντι σε συγκεκριμένες ενέργειες.
Η Ουάσιγκτον έστειλε ένα σαφέστερο μήνυμα αποδοκιμασίας. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, θα είναι αν το μήνυμα αυτό θα επηρεάσει τις επόμενες κινήσεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο