Τουρκία–Ισραήλ: Ο φόβος μιας τυχαίας σύγκρουσης στη Συρία και η κάλπη που αλλάζει τις ισορροπίες
Πηγή Φωτογραφίας: Turkish President Recep Tayyip Erdogan receives Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu at the Turkish House in New York, on Sept. 19, 2023. — Turkish Presidency
«Αυτό που όλοι φοβόμαστε είναι ένα ακούσιο ατύχημα που θα συμβεί στην πορεία».
Η προειδοποίηση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπάρακ, σε φόρουμ ασφαλείας στην Ντόχα στις 20 Οκτωβρίου, αποτυπώνει έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους για τη γεωπολιτική σταθερότητα της Μέσης Ανατολής: το ενδεχόμενο Τουρκία και Ισραήλ, δύο σημαντικοί εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών, να εμπλακούν σε στρατιωτικό επεισόδιο χωρίς να το έχουν επιδιώξει.
Η προειδοποίηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς το Ισραήλ οδεύει προς τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026.
Για την Άγκυρα, το αποτέλεσμα δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική ισραηλινή πολιτική εξέλιξη.
Συνδέεται με την πορεία των διμερών σχέσεων, το μέλλον της Συρίας, τις περιφερειακές ισορροπίες και τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσινγκτον θα διαχειριστεί τις ανταγωνιστικές προτεραιότητες δύο στενών της εταίρων.
Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν μια αλλαγή πολιτικής ηγεσίας στο Ισραήλ θα μπορούσε να περιορίσει την ένταση ή εάν οι αντιθέσεις Τουρκίας και Ισραήλ έχουν πλέον αποκτήσει βαθύτερο στρατηγικό χαρακτήρα.
Η προειδοποίηση Μπάρακ και ο κίνδυνος του ανεπιθύμητου επεισοδίου
Η αναφορά του Τομ Μπάρακ δεν περιγράφει μια αναπόφευκτη πολεμική σύγκρουση.
Περιγράφει έναν διαφορετικό κίνδυνο: τη δυνατότητα στρατιωτικές επιχειρήσεις, λανθασμένοι υπολογισμοί ή ανεπαρκής επικοινωνία να προκαλέσουν ένα επεισόδιο με ανεξέλεγκτες συνέπειες.
Στη Συρία, οι στρατηγικές προτεραιότητες της Τουρκίας και του Ισραήλ δεν συμπίπτουν.
Η Άγκυρα επιδιώκει να διασφαλίσει ότι δεν θα δημιουργηθεί στα νότια σύνορά της μια ένοπλη δομή την οποία θεωρεί απειλή για την εθνική της ασφάλεια.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, αντιμετωπίζει τη συριακή επικράτεια μέσα από το πρίσμα της προστασίας των βόρειων συνόρων του και της αποτροπής εχθρικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Οι δύο στρατηγικές μπορούν να οδηγήσουν σε ανταγωνιστικές κινήσεις στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι ακόμη και όταν δύο χώρες δεν επιδιώκουν άμεση αναμέτρηση, η παρουσία τους σε ένα ασταθές επιχειρησιακό περιβάλλον μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες αλληλεπιδράσεις.
Αυτή είναι η ουσία της αμερικανικής ανησυχίας.
Ερντογάν και Νετανιάχου: Μια αντιπαράθεση που ξεπέρασε τη διπλωματία
Η πολιτική σχέση ανάμεσα στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου χαρακτηρίζεται από μακρά περίοδο έντονων αντιπαραθέσεων.
Οι δύο ηγέτες έχουν χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, ειδικά μετά την κλιμάκωση του πολέμου στη Γάζα.
Ο Ερντογάν έχει χαρακτηρίσει τον Νετανιάχου «ακόμη χειρότερο από τον Χίτλερ», ενώ ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει αποκαλέσει τον Τούρκο πρόεδρο «αντισημίτη δικτάτορα» και έχει περιγράψει την Τουρκία ως «νέο Ιράν».
Οι χαρακτηρισμοί αυτοί αποτελούν δηλώσεις των δύο ηγετών και όχι αντικειμενική περιγραφή των κρατών ή των πολιτικών τους.
Η σημασία τους βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτυπώνουν το βάθος της πολιτικής σύγκρουσης.
Ο Ερντογάν επιχειρεί να εμφανίζεται ως κεντρικός υπερασπιστής των παλαιστινιακών δικαιωμάτων και έχει υιοθετήσει έντονα επικριτική στάση απέναντι στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα.
Ο Νετανιάχου, αντίθετα, αντιμετωπίζει την τουρκική περιφερειακή δραστηριότητα με αυξανόμενη καχυποψία, ιδιαίτερα όταν αυτή συνδέεται με τη Συρία και τη Χαμάς.
Η προσωπική αντιπαράθεση έχει επομένως και σαφές γεωπολιτικό περιεχόμενο.
Το ερώτημα της 27ης Οκτωβρίου: Αλλάζει κάτι χωρίς τον Νετανιάχου;
Μια διαδεδομένη ερμηνεία στις αναλύσεις για τις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις είναι ότι η απομάκρυνση ενός από τους δύο ηγέτες θα μπορούσε να δημιουργήσει περιθώρια αποκλιμάκωσης.
Η λογική αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι ο Ερντογάν και ο Νετανιάχου έχουν προσωποποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη μεταξύ τους πολιτική αντιπαράθεση.
Ωστόσο, η υπόθεση αυτή έχει όρια.
Οι διαφορές Τουρκίας και Ισραήλ δεν αφορούν μόνο τη ρητορική.
Συνδέονται με την ασφάλεια, την επιρροή στη Συρία, την παλαιστινιακή υπόθεση και τις ευρύτερες περιφερειακές συμμαχίες.
Επομένως, μια αλλαγή ισραηλινής κυβέρνησης θα μπορούσε να επηρεάσει τον διπλωματικό τόνο και τους διαύλους επικοινωνίας, χωρίς να εξαφανίσει αυτομάτως τις στρατηγικές αντιθέσεις.
Το ίδιο θα ίσχυε και για τη συνέχιση της πρωθυπουργίας Νετανιάχου: η διατήρηση της σημερινής πολιτικής ηγεσίας δεν συνεπάγεται από μόνη της αναπόφευκτη στρατιωτική σύγκρουση.
Οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν από τις συγκεκριμένες αποφάσεις που θα ληφθούν και από τη δυνατότητα διαχείρισης των διαφωνιών.
Η Συρία ως επίκεντρο της νέας αντιπαράθεσης
Η Συρία αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο όπου οι τουρκικές και ισραηλινές στρατηγικές προτεραιότητες μπορούν να έρθουν σε άμεση επαφή.
Για την Τουρκία, η συριακή κρίση συνδέεται πρωτίστως με την ασφάλεια των συνόρων της, το κουρδικό ζήτημα, τη διαχείριση προσφυγικών πληθυσμών και την επιρροή της στις πολιτικές εξελίξεις της γειτονικής χώρας.
Για το Ισραήλ, η Συρία συνδέεται με την αποτροπή στρατιωτικών απειλών, τη δραστηριότητα ένοπλων οργανώσεων και τη διατήρηση ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος ασφαλείας στα βόρεια σύνορά του.
Οι δύο χώρες δεν χρειάζεται να βρίσκονται σε άμεση αντιπαράθεση για να δημιουργηθεί κίνδυνος.
Αρκεί οι επιχειρησιακές τους κινήσεις να επηρεάζουν η μία την άλλη.
Μια στρατιωτική επιχείρηση, μια εσφαλμένη εκτίμηση των προθέσεων της άλλης πλευράς ή ένα περιστατικό που θα προκαλούσε απώλειες θα μπορούσε να οδηγήσει σε διπλωματική και στρατιωτική κλιμάκωση.
Η αμερικανική προειδοποίηση δείχνει ακριβώς την ανάγκη αποτροπής ενός τέτοιου μηχανισμού κρίσης.
Η Ουάσινγκτον ανάμεσα σε δύο σημαντικούς εταίρους
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε ιδιαίτερα σύνθετη θέση.
Η Τουρκία αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ και διαθέτει σημαντική γεωστρατηγική θέση, με επιρροή στη Μαύρη Θάλασσα, στη Συρία και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Το Ισραήλ αποτελεί στενό στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ, με εκτεταμένη αμυντική και διπλωματική συνεργασία.
Η Ουάσινγκτον έχει συνεπώς ισχυρό συμφέρον να αποτρέψει μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ τους.
Μια σοβαρή κρίση Τουρκίας–Ισραήλ θα μπορούσε να επηρεάσει αμερικανικές επιχειρησιακές προτεραιότητες, τις σχέσεις εντός του ΝΑΤΟ και τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Η δήλωση Μπάρακ μπορεί να διαβαστεί ως προειδοποίηση ότι η στρατηγική διαχείριση της Συρίας δεν μπορεί να περιορίζεται στις σχέσεις της Ουάσινγκτον με κάθε χώρα ξεχωριστά.
Απαιτείται και μηχανισμός αποφυγής επικίνδυνων αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στις ίδιες τις περιφερειακές δυνάμεις.
Ο ρόλος της Γάζας και της Χαμάς
Η Γάζα παραμένει βασικός παράγοντας της τουρκοϊσραηλινής αντιπαράθεσης.
Ο Ερντογάν έχει επενδύσει πολιτικά στην υπεράσπιση της παλαιστινιακής υπόθεσης, χρησιμοποιώντας έντονη ρητορική κατά της ισραηλινής κυβέρνησης.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Χαμάς ως ζήτημα ασφαλείας και περιφερειακής πολιτικής.
Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις επηρεάζουν όχι μόνο τις διμερείς σχέσεις, αλλά και τις δυνατότητες συνεννόησης σε άλλα μέτωπα.
Η Γάζα λειτουργεί έτσι ως πολιτικός επιταχυντής μιας ήδη σύνθετης στρατηγικής αντιπαράθεσης.
Ακόμη και εάν υπάρξει αλλαγή κυβέρνησης στο Ισραήλ, οι διαφορές γύρω από τη Χαμάς, την παλαιστινιακή διακυβέρνηση και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας θα εξακολουθήσουν να απαιτούν διαχείριση.
Η τουρκική περιφερειακή φιλοδοξία και τα όριά της
Η Τουρκία επιδιώκει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο σε πολλαπλά περιφερειακά πεδία.
Η Συρία, η Ανατολική Μεσόγειος, η Λιβύη, ο Καύκασος και οι σχέσεις με τις αραβικές χώρες αποτελούν σημαντικά στοιχεία της εξωτερικής της πολιτικής.
Η διεύρυνση της τουρκικής επιρροής δημιουργεί ευκαιρίες συνεργασίας, αλλά και ανταγωνισμούς.
Στην περίπτωση του Ισραήλ, η αυξημένη τουρκική δραστηριότητα στη Συρία μπορεί να εκληφθεί από ισραηλινής πλευράς ως πιθανός περιορισμός της επιχειρησιακής της ελευθερίας.
Από τουρκικής πλευράς, οι ισραηλινές στρατιωτικές κινήσεις μπορεί να θεωρηθούν απειλή για τις επιδιώξεις της Άγκυρας.
Η αλληλεπίδραση αυτή δημιουργεί ένα κλασικό πρόβλημα ασφαλείας: κινήσεις που η μία πλευρά παρουσιάζει ως αμυντικές μπορούν να εκλαμβάνονται από την άλλη ως επιθετικές.
Χωρίς αξιόπιστη επικοινωνία, ο κίνδυνος λανθασμένου υπολογισμού αυξάνεται.
Η Ανατολική Μεσόγειος και η ελληνική διάσταση
Η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ έχει σημασία και για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η Αθήνα και η Λευκωσία έχουν αναπτύξει σημαντικές συνεργασίες με το Ισραήλ σε τομείς όπως η ενέργεια, η ασφάλεια και η περιφερειακή διπλωματία.
Παράλληλα, η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, παρά τις σοβαρές διαφωνίες στα ζητήματα θαλάσσιων δικαιωμάτων και ασφάλειας.
Μια νέα κρίση Τουρκίας–Ισραήλ θα μπορούσε να επηρεάσει το περιφερειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι ελληνοϊσραηλινές και κυπροϊσραηλινές συνεργασίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα εμπλεκόταν αυτομάτως σε μια τέτοια αντιπαράθεση.
Σημαίνει όμως ότι οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο συνδέονται με τις ευρύτερες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Για την Αθήνα, η στρατηγική πρόκληση είναι να διατηρεί τις διεθνείς της συνεργασίες χωρίς να θεωρεί ότι οι αντιπαραθέσεις άλλων κρατών οδηγούν αναγκαστικά σε σταθερά και προβλέψιμα αποτελέσματα.
Τι διακυβεύεται πραγματικά για την Άγκυρα
Για την Τουρκία, οι ισραηλινές εκλογές δημιουργούν τρία βασικά ερωτήματα.
Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα επανεκκίνησης της διπλωματικής επικοινωνίας.
Μια διαφορετική ισραηλινή κυβέρνηση θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετικό ύφος και άλλες διπλωματικές προτεραιότητες.
Το δεύτερο αφορά τη Συρία.
Ανεξάρτητα από την ταυτότητα του επόμενου πρωθυπουργού, η Τουρκία θα χρειαστεί να διαχειριστεί τις ισραηλινές ανησυχίες ασφαλείας και τις δικές της επιδιώξεις στο συριακό έδαφος.
Το τρίτο αφορά την Ουάσινγκτον.
Η Άγκυρα θα επιδιώξει να διατηρήσει την αμερικανική συνεργασία, χωρίς η αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ να δημιουργεί πρόσθετους περιορισμούς στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κανένα από αυτά τα ζητήματα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα της κάλπης.
Ωστόσο, η σύνθεση της επόμενης ισραηλινής κυβέρνησης θα επηρεάσει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξελιχθούν.
Το πραγματικό γεωπολιτικό δίλημμα
Η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από τις προσωπικότητες Ερντογάν και Νετανιάχου.
Οι δύο ηγέτες έχουν συμβάλει στην ένταση της δημόσιας σύγκρουσης, αλλά οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών έχουν και θεσμικές, στρατιωτικές και περιφερειακές διαστάσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη ημέρα των ισραηλινών εκλογών δεν θα κριθεί μόνο από το πρόσωπο που θα αναλάβει την πρωθυπουργία.
Θα κριθεί και από τη δυνατότητα Τουρκίας και Ισραήλ να διαμορφώσουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς επικοινωνίας, ιδιαίτερα για τις στρατιωτικές δραστηριότητες στη Συρία.
Η προειδοποίηση του Τομ Μπάρακ αναδεικνύει ακριβώς αυτή την ανάγκη.
Μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση δεν παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη εξέλιξη.
Ο κίνδυνος βρίσκεται στο ενδεχόμενο μια τοπική κρίση ή ένα ανεπιθύμητο περιστατικό να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Για την Άγκυρα, το σημαντικότερο διακύβευμα της ισραηλινής κάλπης δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει το Ισραήλ, αλλά εάν θα δημιουργηθούν οι πολιτικές προϋποθέσεις για τη διαχείριση ενός ολοένα πιο σύνθετου περιφερειακού ανταγωνισμού.
Και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ερώτημα είναι εξίσου σημαντικό: πώς μπορούν να αποτρέψουν μια κρίση ανάμεσα σε δύο χώρες με τις οποίες διατηρούν κρίσιμες στρατηγικές σχέσεις;
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο