Κόσμος

ΕΕ: «Πράσινο φως» στην αγορά τέχνης ενώ ληστεύουν μουσεία – Το παράδοξο με το ξέπλυμα χρήματος

ΕΕ: «Πράσινο φως» στην αγορά τέχνης ενώ ληστεύουν μουσεία – Το παράδοξο με το ξέπλυμα χρήματος

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η Κομισιόν ετοιμάζεται να υποβαθμίσει τον κίνδυνο ξεπλύματος χρήματος στην αγορά έργων τέχνης και αρχαιοτήτων, την ώρα που οι κλοπές σε ευρωπαϊκά μουσεία προκαλούν συναγερμό. Το παρασκήνιο της απόφασης, η εντυπωσιακή ληστεία στο Λούβρο και οι προειδοποιήσεις της Europol για την αδιαφάνεια στην εμπορία πολύτιμων αντικειμένων.

Την ώρα που οι ευρωπαϊκές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα πιο τολμηρές κλοπές έργων τέχνης, κοσμημάτων και ιστορικών θησαυρών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει μια αμφιλεγόμενη αλλαγή στην αξιολόγηση των κινδύνων της αγοράς τέχνης.

Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, η Κομισιόν σχεδιάζει να υποβαθμίσει από «υψηλό» σε «μέτριο» τον κίνδυνο που συνδέεται με το ξέπλυμα χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στον κλάδο εμπορίας έργων τέχνης και αρχαιοτήτων.

Η σχεδιαζόμενη αλλαγή προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συμπίπτει με μια σειρά εντυπωσιακών ληστειών σε ευρωπαϊκά μουσεία, οι οποίες έχουν αποκαλύψει σημαντικά κενά ασφαλείας και έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τη σχέση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών με το οργανωμένο έγκλημα.

Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν η απουσία επαρκών αποδεικτικών στοιχείων για συγκεκριμένες μορφές οικονομικού εγκλήματος δικαιολογεί τη μείωση της εκτιμώμενης απειλής σε μια αγορά που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαφάνεια.

Το μυστικό της νέας αξιολόγησης: Από τον «υψηλό» στον «μέτριο» κίνδυνο

Η αλλαγή προκύπτει από πρακτικά συνεδρίασης εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Ιανουάριο του 2026, τα οποία επικαλούνται οι Financial Times.

Στην επόμενη υπερεθνική αξιολόγηση κινδύνων της ΕΕ προβλέπεται να μειωθεί η ταξινόμηση της απειλής για ξέπλυμα χρήματος και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στον κλάδο έργων τέχνης και αρχαιοτήτων.

Η προηγούμενη αξιολόγηση, του 2022, είχε αναδείξει σοβαρές ευπάθειες και είχε προτείνει στοχευμένα μέτρα για τον περιορισμό των κινδύνων.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες προς τους επαγγελματίες της αγοράς, μητρώα πωλήσεων και η δημιουργία αστυνομικών μονάδων με εξειδίκευση στις κλοπές έργων τέχνης.

Η νέα προσέγγιση δεν σημαίνει ότι ο κλάδος απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος.

Η ταξινόμηση ως «μέτριου» κινδύνου εξακολουθεί να συνεπάγεται την ανάγκη προληπτικών μέτρων, καλύτερης ενημέρωσης και ισχυρότερης εποπτείας.

Ωστόσο, η αλλαγή μεταβάλλει το σήμα που εκπέμπουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σχετικά με το επίπεδο της απειλής.

Η ληστεία στο Λούβρο και οι οκτώ βασιλικοί θησαυροί

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη ένταση μετά τη θεαματική ληστεία στο Μουσείο του Λούβρου, τον Οκτώβριο του 2025.

Οι δράστες χρησιμοποίησαν ανυψωτικό μηχάνημα τοποθετημένο σε φορτηγό για να εισέλθουν στο μουσείο μέρα μεσημέρι, αφαιρώντας οκτώ ιστορικά βασιλικά κοσμήματα του 19ου αιώνα.

Η υπόθεση προκάλεσε διεθνή αίσθηση και ανέδειξε την ευπάθεια ακόμη και των πιο γνωστών πολιτιστικών ιδρυμάτων.

Για την υπόθεση έχουν πραγματοποιηθεί συλλήψεις υπόπτων, ενώ οι έρευνες ανέδειξαν τη δυσκολία εντοπισμού πολύτιμων αντικειμένων που μπορούν να μεταποιηθούν και να διοχετευθούν σε παράνομα δίκτυα.

Το Λούβρο δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.

Άλλα ευρωπαϊκά μουσεία, μεταξύ των οποίων το Musée Renoir στη Γαλλία και το Μουσείο Εφαρμοσμένων Τεχνών στη Βιέννη, έχουν επίσης βρεθεί στο επίκεντρο περιστατικών κλοπής.

Τον Αύγουστο σημειώθηκε διάρρηξη σε μουσείο της Σικελίας με στόχο έργα του αναγεννησιακού ζωγράφου Αντονέλο ντα Μεσίνα.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, δύο πίνακες του Ρενουάρ αφαιρέθηκαν από γαλλικό μουσείο, όταν οι δράστες έσπασαν παράθυρο για να αποκτήσουν πρόσβαση. Τα έργα εντοπίστηκαν και ανακτήθηκαν περίπου έναν μήνα αργότερα.

Τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύουν αυτομάτως την ύπαρξη μηχανισμού ξεπλύματος χρήματος. Αναδεικνύουν, όμως, τη συνεχιζόμενη δραστηριότητα εγκληματικών δικτύων γύρω από πολύτιμα πολιτιστικά αντικείμενα.

Γιατί η Κομισιόν θέλει να μειώσει την εκτίμηση κινδύνου

Η Γενική Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποστήριξε, σύμφωνα με τα πρακτικά, ότι υπάρχουν περιορισμένα ευρωπαϊκά αποδεικτικά στοιχεία που συνδέουν τις συγκεκριμένες κλοπές με ξέπλυμα χρήματος ή χρηματοδότηση τρομοκρατίας.

Πρόκειται για μια σημαντική διάκριση.

Η κλοπή ενός έργου τέχνης συνιστά ποινικό αδίκημα, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι το αντικείμενο χρησιμοποιήθηκε για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.

Για να τεκμηριωθεί ξέπλυμα χρήματος απαιτείται να αποδειχθεί η σύνδεση με συγκεκριμένες συναλλαγές, οικονομικές ροές ή μηχανισμούς απόκρυψης της προέλευσης κεφαλαίων.

Αυτή η δυσκολία τεκμηρίωσης βρίσκεται στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής.

Οι ίδιοι οι ευρωπαίοι εμπειρογνώμονες αναγνωρίζουν, πάντως, ότι η αγορά εξακολουθεί να παρουσιάζει ευπάθειες λόγω της αδιαφάνειας και της δυνατότητας διατήρησης ανωνυμίας σε συναλλαγές.

Επομένως, η προτεινόμενη υποβάθμιση δεν ισοδυναμεί με διαπίστωση ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαφανιστεί.

Europol: Η «κουλτούρα μυστικότητας» ευνοεί το ξέπλυμα χρήματος

Η εικόνα που περιγράφουν στελέχη των ευρωπαϊκών διωκτικών αρχών είναι περισσότερο ανησυχητική.

Ο Ζαν-Ιβ Γκοριού, επικεφαλής της μονάδας οργανωμένου εγκλήματος της Europol, προειδοποίησε ότι η αγορά τέχνης παραμένει ευάλωτη στη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.

Όπως εξήγησε, η διαχρονική μυστικότητα των συναλλαγών και ο ανεπαρκής έλεγχος της προέλευσης των χρημάτων δημιουργούν πρόσφορο περιβάλλον για εγκληματική εκμετάλλευση.

«Θα έλεγα ότι σχεδόν κάθε φορά υπάρχει σίγουρα κάποιο σχέδιο ξεπλύματος χρήματος πίσω από την κλοπή ενός έργου τέχνης», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η τοποθέτηση αντανακλά την εμπειρία των αρχών επιβολής του νόμου, αλλά δεν συνιστά απόδειξη ότι κάθε κλοπή τέχνης συνδέεται πράγματι με ξέπλυμα χρήματος.

Ο αξιωματούχος απέφυγε να σχολιάσει ευθέως την προγραμματιζόμενη αλλαγή στην αξιολόγηση της Κομισιόν.

Το ζήτημα, ωστόσο, παραμένει: η αγορά τέχνης διαθέτει χαρακτηριστικά που μπορούν να δυσκολέψουν τον εντοπισμό ύποπτων οικονομικών συναλλαγών.

Γιατί οι εγκληματίες προτιμούν πλέον κοσμήματα αντί για πίνακες

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη δραστηριότητα των εγκληματικών δικτύων αφορά το είδος των αντικειμένων που αποτελούν στόχο.

Τα κοσμήματα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους διάσημους πίνακες ζωγραφικής.

Ένας παγκοσμίως αναγνωρίσιμος πίνακας είναι εξαιρετικά δύσκολο να πωληθεί νόμιμα μετά την κλοπή του.

Η ταυτότητα του έργου είναι γνωστή, η προέλευσή του καταγεγραμμένη και η εμφάνισή του σε μια δημοπρασία ή σε εμπορική συναλλαγή μπορεί να κινητοποιήσει αμέσως τις αρχές.

Αντίθετα, τα πολύτιμα μέταλλα μπορούν να λιωθούν, ενώ οι πολύτιμοι λίθοι μπορούν να επανακοπούν.

Η μεταποίηση αυτή ενδέχεται να δυσκολέψει την ταυτοποίηση της αρχικής προέλευσης και να διευκολύνει την παράνομη διάθεσή τους.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα ιστορικά κοσμήματα έχουν γίνει ελκυστικοί στόχοι για εγκληματικά δίκτυα.

Η οικονομική αξία τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ιστορική ή καλλιτεχνική τους σημασία, αλλά και από τα υλικά από τα οποία αποτελούνται.

Οι κλεμμένοι πίνακες ως «νόμισμα» του υποκόσμου

Η δυσκολία μεταπώλησης ενός διάσημου έργου τέχνης δεν σημαίνει ότι το αντικείμενο χάνει την αξία του για τους εγκληματίες.

Σύμφωνα με τη Global Initiative against Transnational Organized Crime, κλεμμένοι πίνακες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα εξασφάλισης, διαπραγματευτικά εργαλεία ή μορφή ανταλλάγματος μεταξύ εγκληματικών ομάδων.

Με άλλα λόγια, ένα έργο τέχνης μπορεί να κυκλοφορεί μέσα σε παράνομα δίκτυα χωρίς να εμφανιστεί ποτέ στην επίσημη αγορά.

Η λειτουργία αυτή διαφέρει από το κλασικό ξέπλυμα χρήματος, στο οποίο παράνομα έσοδα επιχειρείται να εμφανιστούν ως νόμιμα.

Αποκαλύπτει, ωστόσο, ότι η αξία των έργων τέχνης μπορεί να αξιοποιείται με πολλούς τρόπους στο οργανωμένο έγκλημα.

Η Europol, σε έκθεσή της για τις ληστείες μουσείων, διαπίστωσε ότι τέτοιες επιθέσεις γίνονται ολοένα πιο επιθετικές.

Η επιλογή συγκεκριμένων αντικειμένων υποδηλώνει, σύμφωνα με την υπηρεσία, ισχυρή ζήτηση στην παράνομη αγορά και δυνατότητες μεταπώλησης.

Η διαφορετική εκτίμηση του Art Loss Register

Δεν συμφωνούν όλοι οι ειδικοί ότι το ξέπλυμα χρήματος αποτελεί τον βασικό στόχο των κλοπών έργων τέχνης.

Ο Τζούλιαν Ράντκλιφ, πρόεδρος του Art Loss Register, της διεθνούς βάσης δεδομένων για κλεμμένα έργα τέχνης και αρχαιότητες, αναγνωρίζει ότι μπορεί να υπάρχει σύνδεση με τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.

Ωστόσο, θεωρεί ότι συνήθως δεν αποτελεί το πρωταρχικό κίνητρο των διαρρήξεων μουσείων.

«Παρότι υπάρχουν συνδέσεις μεταξύ συμμοριών ναρκωτικών που χρειάζονται μηχανισμούς ξεπλύματος χρήματος και εγκληματιών που κλέβουν έργα τέχνης, δεν πιστεύω ότι μπορούν να διακινήσουν αρκετά κλεμμένα έργα ώστε να κάνουν πραγματικά μεγάλη διαφορά», ανέφερε.

Ο ίδιος σημείωσε ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πως οι ληστείες μουσείων έχουν αυξηθεί συνολικά τα τελευταία χρόνια.

Παρατήρησε, όμως, ότι έχουν καταγραφεί περισσότερα περιστατικά με μεγάλη δημοσιότητα και αντικείμενα ιδιαίτερα υψηλής αξίας.

Η διάκριση αυτή έχει σημασία για την αξιολόγηση της πραγματικής έκτασης του προβλήματος.

Οι εντυπωσιακές ληστείες δεν αποδεικνύουν απαραίτητα αύξηση του συνολικού αριθμού των κλοπών.

Η δευτερογενής αγορά έργων τέχνης και τα κενά ελέγχου

Ακόμη και οι εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναγνωρίζουν ότι η δευτερογενής αγορά τέχνης παρουσιάζει ιδιαίτερους κινδύνους.

Πρόκειται για την αγορά στην οποία έργα τέχνης και αρχαιότητες μεταπωλούνται, συχνά μέσω εμπόρων, μεσαζόντων, οίκων δημοπρασιών ή ιδιωτικών συμφωνιών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αλυσίδα ιδιοκτησίας μπορεί να είναι σύνθετη και η ταυτοποίηση των πραγματικών συναλλασσομένων δυσκολότερη.

Οι συναλλαγές υψηλής αξίας, η χρήση ενδιάμεσων εταιρειών και η διεθνής διακίνηση αντικειμένων δημιουργούν δυνατότητες απόκρυψης της πραγματικής προέλευσης κεφαλαίων.

Οι ευρωπαίοι ειδικοί επισημαίνουν ότι η δευτερογενής αγορά είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στην εκμετάλλευση από εγκληματικά δίκτυα που επιχειρούν να νομιμοποιήσουν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες στο εξωτερικό.

Ανάλογες ανησυχίες εκφράζονται και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Η ιδιωτικότητα των συναλλαγών και ο κατακερματισμός των δικαιοδοσιών μπορούν να δυσκολέψουν την παρακολούθηση ύποπτων χρηματοοικονομικών ροών.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα: Λιγότερη γραφειοκρατία ή μεγαλύτερη εποπτεία;

Η υπόθεση αναδεικνύει μια ευρύτερη πρόκληση για την ευρωπαϊκή ρυθμιστική πολιτική.

Από τη μία πλευρά, η αξιολόγηση κινδύνων πρέπει να στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και όχι αποκλειστικά στη δημοσιότητα που λαμβάνουν μεμονωμένα εγκληματικά περιστατικά.

Από την άλλη, η απουσία πλήρων στοιχείων μπορεί να αντανακλά και δυσκολίες εντοπισμού συναλλαγών σε αγορές όπου η διαφάνεια παραμένει περιορισμένη.

Η διάκριση μεταξύ κλοπής έργων τέχνης, παράνομης εμπορίας πολιτιστικών αγαθών και ξεπλύματος χρήματος είναι κρίσιμη.

Πρόκειται για διαφορετικές εγκληματικές δραστηριότητες, οι οποίες μπορούν να συνδέονται αλλά δεν ταυτίζονται.

Για την Κομισιόν, το ζητούμενο είναι να αποτυπώσει με ακρίβεια τον συγκεκριμένο κίνδυνο νομιμοποίησης παράνομων εσόδων.

Για τις διωκτικές αρχές, η προτεραιότητα είναι να μην υποτιμηθούν τα χαρακτηριστικά της αγοράς που διευκολύνουν την εγκληματική δράση.

Τι σημαίνει η απόφαση για την Ελλάδα και την παράνομη αγορά αρχαιοτήτων

Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, λόγω της πολιτιστικής κληρονομιάς της και της διαχρονικής ανάγκης αντιμετώπισης της αρχαιοκαπηλίας.

Η παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων μπορεί να περιλαμβάνει δίκτυα μεσαζόντων, διασυνοριακές μεταφορές και συναλλαγές σε περισσότερες από μία χώρες.

Η τεκμηρίωση της προέλευσης ενός αντικειμένου και η ταυτοποίηση των πραγματικών δικαιούχων μιας συναλλαγής αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η πιθανή μείωση της ευρωπαϊκής αξιολόγησης κινδύνου δεν καταργεί το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για την προστασία των αρχαιοτήτων ούτε τις υποχρεώσεις ελέγχου ύποπτων οικονομικών δραστηριοτήτων.

Θέτει, όμως, ένα ερώτημα για το πώς θα καθοριστούν οι προτεραιότητες εποπτείας και πρόληψης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ αστυνομικών, τελωνειακών, δικαστικών και πολιτιστικών αρχών παραμένει βασική προϋπόθεση για τον εντοπισμό παράνομων δικτύων.

Η Κομισιόν δεν έχει λάβει ακόμη την τελική απόφαση

Παρά τις πληροφορίες για την επικείμενη υποβάθμιση, η νέα ευρωπαϊκή αξιολόγηση κινδύνων δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.

Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διευκρίνισε στους Financial Times ότι οι εργασίες ολοκλήρωσης της αξιολόγησης συνεχίζονται και ότι θα υπάρξει ενημέρωση όταν η διαδικασία τελειώσει.

Η τελική διατύπωση θα δείξει εάν η Επιτροπή θα διατηρήσει τη σχεδιαζόμενη ταξινόμηση του «μέτριου» κινδύνου και ποιες συγκεκριμένες συστάσεις θα συνοδεύουν την απόφαση.

Στο μεταξύ, οι ευρωπαϊκές διωκτικές αρχές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μια αγορά στην οποία η ιστορική αξία, η οικονομική αποτίμηση και η δυνατότητα παράνομης διακίνησης συχνά συνυπάρχουν.

Η διαφωνία ανάμεσα στη σχεδιαζόμενη αξιολόγηση της Κομισιόν και στις προειδοποιήσεις στελεχών της Europol αναδεικνύει την ανάγκη να διαχωριστούν οι πραγματικοί κίνδυνοι από τις εντυπώσεις, χωρίς να υποτιμηθούν τα κενά ελέγχου.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο