Διεθνή

Ο Τραμπ έχασε στην Αμερική – Γιατί η Ευρώπη φοβάται τώρα έναν πιο απρόβλεπτο Λευκό Οίκο

Ο Τραμπ έχασε στην Αμερική – Γιατί η Ευρώπη φοβάται τώρα έναν πιο απρόβλεπτο Λευκό Οίκο

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//στις Βρυξέλλες διαμορφώνεται μια διαφορετική ανησυχία: ένας Αμερικανός πρόεδρος με περιορισμένα περιθώρια στο εσωτερικό ενδέχεται να επιδιώξει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη διεθνή σκηνή, αναζητώντας διπλωματικές επιτυχίες ή επιχειρώντας να επανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 περιορίζει την εσωτερική πολιτική ισχύ του Αμερικανού προέδρου, αλλά δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεγαλύτερη ασφάλεια για την Ευρώπη. Ο πόλεμος με το Ιράν, η ενεργειακή κρίση, η Ουκρανία, το ΝΑΤΟ και οι εμπορικές σχέσεις συνθέτουν ένα εκρηκτικό γεωπολιτικό περιβάλλον, με τις Βρυξέλλες να αναζητούν τρόπους διαχείρισης μιας ενδεχομένως πιο απρόβλεπτης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Η εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να αποτελεί πολιτική ανακούφιση για όσους στην Ευρώπη διαφωνούν με τις επιλογές του, αλλά δεν αποτελεί εγγύηση ότι οι διατλαντικές σχέσεις θα εισέλθουν σε περίοδο σταθερότητας.

Αντιθέτως, στις Βρυξέλλες διαμορφώνεται μια διαφορετική ανησυχία: ένας Αμερικανός πρόεδρος με περιορισμένα περιθώρια στο εσωτερικό ενδέχεται να επιδιώξει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη διεθνή σκηνή, αναζητώντας διπλωματικές επιτυχίες ή επιχειρώντας να επανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία.

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 άλλαξαν τους συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον, με τους Δημοκρατικούς να εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που μεταδίδονται, τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας.

Για τον Τραμπ, το αποτέλεσμα περιορίζει τη δυνατότητα προώθησης της εσωτερικής νομοθετικής του ατζέντας χωρίς διαπραγματεύσεις με την αντιπολίτευση.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, η νέα πραγματικότητα δημιουργεί ένα σύνθετο δίλημμα.

Η αποδυνάμωση του προέδρου στο Κογκρέσο μπορεί να ενισχύσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των αποφάσεών του. Δεν εξαλείφει, ωστόσο, τις σημαντικές αρμοδιότητες που διατηρεί στην εξωτερική πολιτική, στη διπλωματία και στη διαχείριση στρατιωτικών κρίσεων.

«Λυσσασμένο σκυλί» αντί για «κουτσή πάπια»: Η ανησυχία των Βρυξελλών

Η ένταση του προβληματισμού αποτυπώνεται σε χαρακτηριστική δήλωση Ευρωπαίου διπλωμάτη στο Euronews.

«Θα είναι περισσότερο ένα “λυσσασμένο σκυλί” παρά μια “κουτσή πάπια”», ανέφερε, χρησιμοποιώντας μια ιδιαίτερα αιχμηρή μεταφορά για την πιθανή συμπεριφορά του Αμερικανού προέδρου μετά τις εκλογές.

Ο όρος lame duck, ή «κουτσή πάπια», χρησιμοποιείται στην αμερικανική πολιτική για έναν πρόεδρο του οποίου η δυνατότητα πολιτικής επιρροής έχει περιοριστεί, ιδιαίτερα προς το τέλος της θητείας του.

Ο Ευρωπαίος διπλωμάτης εκτιμά ότι η αποδυνάμωση του Τραμπ δεν σημαίνει αναγκαστικά αδράνεια.

«Το κλίμα είναι αρκετά ρεαλιστικό: κανείς δεν περιμένει ότι οι σημερινές προκλήσεις θα εξαφανιστούν», πρόσθεσε.

Ανάλογη ανησυχία εκφράζει ο Ιταλός ευρωβουλευτής Μπράντο Μπενιφέι, πρόεδρος της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Ο Τραμπ θα μπορούσε να ακολουθήσει μια ακόμη πιο αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική τα επόμενα δύο χρόνια, κάτι που θα μπορούσε να φέρει περισσότερα προβλήματα για την Ευρώπη. Οι αποφάσεις του για την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε εμάς», δήλωσε στο Euronews.

Οι τοποθετήσεις αυτές δεν συνιστούν πρόβλεψη βέβαιης κλιμάκωσης. Αποτυπώνουν, όμως, την ανησυχία ότι οι εσωτερικοί περιορισμοί του Λευκού Οίκου μπορεί να μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης στο διεθνές πεδίο.

Το παράδοξο της εκλογικής ήττας: Λιγότερη ισχύς στο Κογκρέσο, σημαντικές εξουσίες στο εξωτερικό

Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα διαχωρίζει την εκτελεστική από τη νομοθετική εξουσία.

Ο πρόεδρος χρειάζεται τη συνεργασία του Κογκρέσου για τη θέσπιση νόμων και την έγκριση ομοσπονδιακών δαπανών.

Ωστόσο, διαθέτει ευρείες αρμοδιότητες στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, στη διεξαγωγή διπλωματικών διαπραγματεύσεων και στη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων.

Αυτό δημιουργεί ένα πεδίο στο οποίο ο Τραμπ μπορεί να συνεχίσει να διαμορφώνει τις διεθνείς εξελίξεις, ακόμη και με ένα Κογκρέσο που ελέγχεται από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Η διαφορά είναι ότι οι αποφάσεις του θα μπορούν να αντιμετωπίζουν εντονότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Οι Δημοκρατικοί μπορούν να οργανώνουν ακροάσεις, να ζητούν στοιχεία από την κυβέρνηση και να χρησιμοποιούν τις εξουσίες του Κογκρέσου επί των δαπανών.

Ο πρόεδρος, από την πλευρά του, διατηρεί το δικαίωμα άσκησης βέτο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα.

Η νέα ισορροπία δεν σημαίνει επομένως πλήρη ακινητοποίηση του Λευκού Οίκου, αλλά πιθανότητα μεγαλύτερης θεσμικής αντιπαράθεσης.

Ιράν: Ο πόλεμος που επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία

Η πιο άμεση ανησυχία της Ευρώπης αφορά τον πόλεμο με το Ιράν και τις επιπτώσεις του στην ενέργεια.

Η στρατιωτική σύγκρουση, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, έχει επηρεάσει σοβαρά τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και τη διακίνηση ενεργειακών φορτίων.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διόδους για το διεθνές εμπόριο πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα και η αβεβαιότητα γύρω από τη διέλευση πλοίων έχουν ενισχύσει τις πιέσεις στις ενεργειακές αγορές.

Για την Ευρώπη, οι συνέπειες είναι άμεσες.

Η αύξηση του κόστους ενέργειας επιβαρύνει τις επιχειρήσεις, τη βιομηχανική παραγωγή, τις μεταφορές και τους καταναλωτές.

Παράλληλα, ενισχύει τους κινδύνους για τον πληθωρισμό και δυσκολεύει την οικονομική πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Ο Ρουμάνος ευρωβουλευτής Βίργκιλ-Ντάνιελ Ποπέσκου επισημαίνει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αρκεί για να μεταβάλει την κατάσταση.

«Οι ίδιες οι εκλογές δεν θα ρίξουν τις τιμές της ενέργειας. Αυτό που έχει σημασία είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν κινηθούν προς την αποκλιμάκωση», δήλωσε στο Euronews.

Η διαπίστωση αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης: η ενεργειακή σταθερότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από στρατιωτικές και διπλωματικές αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός ευρωπαϊκού εδάφους.

Στενά του Ορμούζ: Η κρίσιμη διαδρομή για πετρέλαιο και φυσικό αέριο

Η αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την αποκλιμάκωση των πιέσεων στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Euronews, το Ιράν έχει περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τη διέλευση από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό μετά την έναρξη του πολέμου, με εξαίρεση μια σύντομη περίοδο επαναλειτουργίας τον Ιούνιο.

Η σημασία της περιοχής δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο.

Το Κατάρ, ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως, εξαρτάται από την ασφαλή πρόσβαση στις διεθνείς θαλάσσιες οδούς.

Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή μπορεί να επηρεάσει την προσφορά LNG και να προκαλέσει ανατιμήσεις στις διεθνείς αγορές.

Ακόμη και χώρες που δεν εισάγουν άμεσα μεγάλες ποσότητες ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο μπορούν να επηρεαστούν μέσω των διεθνών τιμών.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κρίση υπενθυμίζει ότι η διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθευτών δεν εξαλείφει την έκθεση στις παγκόσμιες γεωπολιτικές αναταράξεις.

Μπορεί το Κογκρέσο να σταματήσει τον πόλεμο;

Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία των Δημοκρατικών μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις για περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής.

Το Κογκρέσο διαθέτει συνταγματική αρμοδιότητα να κηρύσσει πόλεμο και να εγκρίνει τις ομοσπονδιακές δαπάνες.

Μπορεί επίσης να επιχειρήσει, μέσω νομοθεσίας, να περιορίσει ή να τερματίσει συγκεκριμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η διαδικασία δεν είναι απλή.

Ο Τραμπ μπορεί να ασκήσει βέτο σε νομοθετικά μέτρα που θεωρεί ότι περιορίζουν τις προεδρικές του αρμοδιότητες.

Για να ξεπεραστεί το βέτο απαιτείται ενισχυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων και στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών δεν μπορεί αυτομάτως να επιβάλει τον τερματισμό της στρατιωτικής εμπλοκής.

Μπορεί, όμως, να αυξήσει το πολιτικό κόστος της συνέχισής της, να απαιτήσει εξηγήσεις από την κυβέρνηση και να επηρεάσει τις χρηματοδοτικές επιλογές.

Τραμπ και Ιράν: Τα πρώτα μηνύματα αποκλιμάκωσης

Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε να υποβαθμίζει την πιθανότητα νέων αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν, σύμφωνα με το Bloomberg.

Παράλληλα, διατήρησε την προειδοποίηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν «έτοιμες και οπλισμένες» εφόσον απαιτηθεί νέα στρατιωτική δράση.

Η διπλή αυτή τοποθέτηση αφήνει ανοιχτές διαφορετικές εκδοχές για την επόμενη φάση της σύγκρουσης.

Από τη μία πλευρά, η εκλογική ήττα δημιουργεί πολιτικά κίνητρα για αποκλιμάκωση, ιδιαίτερα εάν η συνέχιση του πολέμου συνδέεται με τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων.

Από την άλλη, η διατήρηση της στρατιωτικής πίεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό εργαλείο απέναντι στην Τεχεράνη.

Ο Ντιμιτάρ Λίκοφ, ανώτερος ερευνητικός συνεργάτης του Wilfried Martens Centre for European Studies, εμφανίζεται επιφυλακτικός για την προοπτική σύντομης διευθέτησης.

«Δεν βλέπω αυτό να συμβαίνει σύντομα, δεδομένης της χαοτικής στρατιωτικής επέμβασης του Τραμπ και της απελπιστικής πολιτικής θέσης στο εσωτερικό του Μπενιαμίν Νετανιάχου», δήλωσε στο Euronews.

Η εκτίμησή του αναδεικνύει έναν πρόσθετο παράγοντα αβεβαιότητας: η εξέλιξη της σύγκρουσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αμερικανικές αποφάσεις, αλλά και από τις επιλογές του Ιράν και του Ισραήλ.

Ουκρανία: Η Ευρώπη ανάμεσα στις αποφάσεις Τραμπ και στις δικές της αντοχές

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά την Ουκρανία.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια εξακολουθεί να συνδέεται άμεσα με τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον για τη στρατιωτική υποστήριξη του Κιέβου, τις σχέσεις με τη Μόσχα και τις προϋποθέσεις μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας.

Ένα Κογκρέσο με ισχυρότερη παρουσία των Δημοκρατικών θα μπορούσε να επιδιώξει μεγαλύτερο έλεγχο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.

Ωστόσο, ο πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές διπλωματικές αρμοδιότητες, ενώ η χορήγηση νέας βοήθειας εξαρτάται από συγκεκριμένες νομοθετικές και χρηματοδοτικές αποφάσεις.

Για την Ευρώπη, δύο διαφορετικές εξελίξεις δημιουργούν κινδύνους.

Η πρώτη είναι μια απότομη αλλαγή της αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία, που θα μπορούσε να αυξήσει το βάρος για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Η δεύτερη είναι μια διπλωματική πρωτοβουλία Ουάσιγκτον–Μόσχας στην οποία οι ευρωπαϊκές θέσεις δεν θα είχαν την επιρροή που επιδιώκουν οι Βρυξέλλες.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο εάν θα υπάρξει συμφωνία, αλλά ποιοι θα είναι οι όροι της, ποιες εγγυήσεις ασφαλείας θα προβλέπει και ποιος θα αναλάβει το κόστος εφαρμογής της.

ΝΑΤΟ: Ο φόβος της στρατηγικής αβεβαιότητας

Η εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ δεν αίρει τις διαφωνίες για τον επιμερισμό των αμυντικών δαπανών μέσα στο ΝΑΤΟ.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα πιέσει τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της συλλογικής άμυνας.

Το ζήτημα υπερβαίνει την πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικανούς.

Η ανάγκη ενίσχυσης των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων αποτελεί πλέον ευρύτερη στρατηγική προτεραιότητα, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ο Λευκός Οίκος επικοινωνεί τις αμερικανικές δεσμεύσεις μπορεί να επηρεάσει την εμπιστοσύνη μεταξύ των συμμάχων.

Η αβεβαιότητα αφορά την ταχύτητα λήψης αποφάσεων, την πολιτική συνοχή και την αξιοπιστία των δεσμεύσεων σε περιόδους κρίσης.

Για τα κράτη της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, τα ζητήματα αυτά συνδέονται άμεσα με την αποτροπή έναντι της Ρωσίας.

Για την Ελλάδα, αφορούν επίσης τη στρατηγική παρουσία των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, τη συνεργασία σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές και τις ευρύτερες ισορροπίες στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.

Εμπόριο: Η επόμενη σύγκρουση μπορεί να είναι οικονομική

Οι διατλαντικές σχέσεις δεν δοκιμάζονται μόνο στα πεδία των στρατιωτικών συγκρούσεων.

Το εμπόριο αποτελεί έναν ακόμη τομέα στον οποίο η πολιτική του Τραμπ μπορεί να προκαλέσει νέες εντάσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επιβολή δασμών, η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά και οι πολιτικές προστασίας της εγχώριας παραγωγής αποτελούν ζητήματα με άμεσες συνέπειες για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου μπορεί να επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις.

Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι όλες οι εμπορικές διαφορές θα εξαφανιστούν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει, υπό συγκεκριμένες νομοθετικές προϋποθέσεις, εξουσίες για την επιβολή εμπορικών περιορισμών, αν και η έκταση και η νόμιμη χρήση τους μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Για την Ευρώπη, μια νέα περίοδος εμπορικών εντάσεων θα μπορούσε να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, τις εξαγωγές και τις επενδυτικές αποφάσεις.

Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη όταν οι εμπορικές πιέσεις συνδυάζονται με υψηλό ενεργειακό κόστος.

Η Κίνα και ο κίνδυνος νέων πιέσεων στην ευρωπαϊκή οικονομία

Ένα ακόμη γεωπολιτικό πεδίο αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας.

Η αντιπαράθεση για την τεχνολογία, τους ημιαγωγούς, τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τις αλυσίδες εφοδιασμού επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να περιορίσει τις στρατηγικές εξαρτήσεις της χωρίς να διακόψει τις οικονομικές σχέσεις με την Κίνα.

Μια πιο συγκρουσιακή αμερικανική πολιτική θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επιλέξουν αυστηρότερη στάση απέναντι στο Πεκίνο.

Αντίθετα, μια απευθείας αμερικανοκινεζική συνεννόηση σε επιμέρους εμπορικά ζητήματα θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τους όρους ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Η Ευρώπη βρίσκεται επομένως αντιμέτωπη με την ανάγκη διατήρησης της οικονομικής της αυτονομίας σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι αποφάσεις των δύο μεγαλύτερων οικονομιών επηρεάζουν τις παγκόσμιες αγορές.

Ελλάδα και Κύπρος: Γιατί οι αμερικανικές αναταράξεις επηρεάζουν την Ανατολική Μεσόγειο

Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, οι εξελίξεις στην Ουάσιγκτον έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Η Ελλάδα διατηρεί στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της άμυνας, ενώ η Κύπρος έχει αναπτύξει στενότερες σχέσεις με την αμερικανική πλευρά σε ζητήματα ασφάλειας και περιφερειακής συνεργασίας.

Παράλληλα, η Τουρκία παραμένει σημαντικός σύμμαχος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, παρά τις διαφωνίες που έχουν κατά καιρούς ανακύψει στις διμερείς σχέσεις.

Μια μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Άγκυρα θα μπορούσε να επηρεάσει τις συζητήσεις για την περιφερειακή ασφάλεια, τους εξοπλισμούς και τις διπλωματικές ισορροπίες.

Η κρίση με το Ιράν προσθέτει την ενεργειακή διάσταση.

Η Ελλάδα, λόγω του μεγέθους της ναυτιλίας της, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ασφάλεια των διεθνών θαλάσσιων οδών.

Η Κύπρος, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.

Οι δύο χώρες έχουν επομένως λόγους να παρακολουθούν τόσο τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου όσο και τις παρεμβάσεις του Κογκρέσου.

Η Ευρώπη αναζητεί μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία

Η εκλογική ήττα του Τραμπ επαναφέρει ένα ερώτημα που απασχολεί την Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και χρόνια: πόσο μπορεί να εξαρτάται η ευρωπαϊκή ασφάλεια από τις πολιτικές μεταβολές στις Ηνωμένες Πολιτείες;

Η ανάπτυξη ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων, η διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθειών και η ενίσχυση των κρίσιμων υποδομών αποτελούν βασικές παραμέτρους αυτής της συζήτησης.

Η στρατηγική αυτονομία, ωστόσο, δεν συνεπάγεται απαραίτητα απομάκρυνση από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή αντικατάσταση του ΝΑΤΟ.

Για πολλά κράτη-μέλη, το ζητούμενο είναι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ικανότητας δράσης παράλληλα με τη διατήρηση της διατλαντικής συνεργασίας.

Οι νέες ισορροπίες στην Ουάσιγκτον καθιστούν τη συζήτηση πιο επίκαιρη, χωρίς να προσφέρουν εύκολες απαντήσεις.

Η επόμενη διετία: Περισσότερος κοινοβουλευτικός έλεγχος, όχι λιγότερη αβεβαιότητα

Η νίκη των Δημοκρατικών μεταβάλλει τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Τραμπ θα χρειαστεί να διαχειριστεί ένα Κογκρέσο με μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεών του, ενώ οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να αναδεικνύουν ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, δημοσίων δαπανών και κυβερνητικής λογοδοσίας.

Αυτό μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά σε ορισμένες προεδρικές πρωτοβουλίες.

Μπορεί, όμως, να δημιουργήσει και νέες πολιτικές συγκρούσεις, ιδίως όταν η κυβέρνηση επιχειρεί να αξιοποιήσει τις εξουσίες της στο διεθνές πεδίο.

Για την Ευρώπη, το αποτέλεσμα δεν είναι μονοσήμαντο.

Ένα ισχυρότερο Κογκρέσο μπορεί να ενισχύσει τον θεσμικό έλεγχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρόεδρο και τη νομοθετική εξουσία μπορεί να δυσκολέψει τη λήψη αποφάσεων σε κρίσιμα ζητήματα.

Το σημαντικότερο ερώτημα παραμένει η κατεύθυνση που θα επιλέξει ο ίδιος ο Τραμπ.

Θα επιχειρήσει να περιορίσει τις διεθνείς κρίσεις, αναζητώντας διπλωματικές συμφωνίες, ή θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ των ΗΠΑ ως βασικό εργαλείο διαπραγμάτευσης;

Η απάντηση θα επηρεάσει την Ουκρανία, το Ιράν, τις σχέσεις με την Κίνα, το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή οικονομία.

Όπως προειδοποίησε ο Μπράντο Μπενιφέι, «οι αποφάσεις του για την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε εμάς».

Και όπως παραδέχθηκε ο Ευρωπαίος διπλωμάτης που μίλησε στο Euronews, «κανείς δεν περιμένει ότι οι σημερινές προκλήσεις θα εξαφανιστούν».

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο