Μια γεωπολιτική παρτίδα υψηλού ρίσκου βρίσκεται σε εξέλιξη γύρω από το Στενό του Ορμούζ, με Ουάσινγκτον και Τεχεράνη να επιχειρούν να αναγκάσουν η μία την άλλη σε υποχώρηση χωρίς –προς το παρόν– να επιστρέψουν σε γενικευμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η ιρανική πλευρά επιμένει ότι το στρατηγικό πέρασμα δεν πρόκειται να ανοίξει πλήρως εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ικανοποιήσουν μια σειρά βασικών απαιτήσεων.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, αντίθετα, δείχνει να θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της και επενδύει στην οικονομική πίεση που ασκούν ο αποκλεισμός και οι κυρώσεις στην ήδη δοκιμαζόμενη ιρανική οικονομία.
«Είναι σαν μια παρτίδα σκακιού», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος.
Το ερώτημα είναι ποιος διαθέτει στην πραγματικότητα τα ισχυρότερα κομμάτια πάνω στη σκακιέρα.
Γιατί το Ιράν ελέγχει ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν πολύ ισχυρότερα οικονομικά, στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα πίεσης.
Η κόκκινη γραμμή της Τεχεράνης
Η ιρανική ηγεσία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει απλώς στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον πόλεμο.
Σύμφωνα με τις τελευταίες τοποθετήσεις του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, το πλήρες άνοιγμα του Ορμούζ συνδέεται με σειρά απαιτήσεων προς την Ουάσινγκτον.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η άρση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, η άρση των οικονομικών κυρώσεων και η αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Η Τεχεράνη ζητά επίσης μόνιμο τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον της και έχει θέσει ζήτημα αποζημιώσεων για τις καταστροφές του πολέμου.
Το μήνυμα είναι σαφές: το Ορμούζ χρησιμοποιείται πλέον ως βασικό διαπραγματευτικό χαρτί.
Γιατί το Ορμούζ είναι το «βαρύ κομμάτι» της σκακιέρας
Η σημασία του στενού εξηγεί γιατί η αντιπαράθεση έχει αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις.
Σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών, το πρώτο εξάμηνο του 2025 περνούσαν από το Ορμούζ κατά μέσο όρο περίπου 20,9 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και άλλων πετρελαϊκών υγρών την ημέρα.
Η ποσότητα αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαϊκών υγρών και περίπου στο ένα τέταρτο του πετρελαίου που μεταφερόταν διά θαλάσσης.
Οι εναλλακτικές διαδρομές είναι περιορισμένες.
Οι αγωγοί της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων μπορούν να παρακάμψουν το στενό μόνο για μέρος των όγκων που υπό κανονικές συνθήκες περνούν από αυτό.
Αυτό ακριβώς δίνει στην Τεχεράνη ένα εξαιρετικά ισχυρό μοχλό πίεσης.
Ταυτόχρονα, όμως, η παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας πλήττει και το ίδιο το Ιράν και αυξάνει την οικονομική πίεση πάνω στην κυβέρνηση.
Τραμπ: Πίεση αντί νέων βομβαρδισμών
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται, τουλάχιστον δημόσια, λιγότερο πρόθυμος να προχωρήσει άμεσα σε νέο μεγάλο κύκλο στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Σε συνέντευξή του στο Axios δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κρατούν χαμηλούς τόνους και παρακολουθούν την οικονομική κατάσταση στο εσωτερικό του Ιράν.
Η στρατηγική της Ουάσινγκτον φαίνεται αυτή τη στιγμή να στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η οικονομική πίεση μπορεί να υποχρεώσει την Τεχεράνη να περιορίσει τις απαιτήσεις της.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλείται τον υψηλό πληθωρισμό και τη δημοσιονομική πίεση στο Ιράν, υποστηρίζοντας ότι όσο παρατείνεται η κρίση τόσο δυσκολότερη γίνεται η θέση της ιρανικής ηγεσίας.
Δεν έχει, ωστόσο, αποκλείσει άλλες επιλογές.
Και αυτό αποτελεί μέρος της ίδιας διαπραγματευτικής τακτικής: οικονομική πίεση, στρατιωτική απειλή στο βάθος και ταυτόχρονα ανοιχτό κανάλι επικοινωνίας.
«Δεν διαπραγματευόμαστε»
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή οι δύο πλευρές περιγράφουν διαφορετικά ακόμη και το εάν βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί επιμένει ότι δεν υπάρχουν απευθείας συνομιλίες με την Ουάσινγκτον.
Η Τεχεράνη μιλά για ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω ενδιάμεσων και αποδίδει κομβικό ρόλο στο Ομάν, το οποίο επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο για την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας.
Η αμερικανική πλευρά δίνει διαφορετική εικόνα.
Ο Τραμπ δήλωσε στο Axios ότι οι δύο χώρες «κατά κάποιον τρόπο διαπραγματεύονται».
Πίσω από τη διαφορά στη διατύπωση υπάρχει και πολιτική σκοπιμότητα.
Για την Τεχεράνη, η δημόσια αναγνώριση απευθείας διαπραγματεύσεων ενώ βρίσκονται σε ισχύ αμερικανικές κυρώσεις και αποκλεισμός θα μπορούσε να εμφανιστεί στο εσωτερικό ως υποχώρηση.
Για την Ουάσινγκτον, αντίθετα, η εικόνα μιας διαπραγμάτευσης ενισχύει το επιχείρημα ότι η πίεση αποδίδει.
Το Ομάν αναζητεί τη φόρμουλα
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το Ομάν έχει αναδειχθεί ξανά στον βασικό διαμεσολαβητή.
Οι συζητήσεις επικεντρώνονται σε ένα καθεστώς που θα επέτρεπε την ασφαλή διέλευση πλοίων χωρίς να σημαίνει ότι το Ιράν εγκαταλείπει πλήρως τον έλεγχο που απέκτησε πάνω στο πέρασμα.
Το γεγονός ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται δείχνει πως και οι δύο πλευρές αναζητούν διέξοδο.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι βρίσκονται κοντά σε συνολική συμφωνία.
Οι νέοι ιρανικοί όροι δημιουργούν σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις θέσεις των δύο πλευρών, κυρίως επειδή αγγίζουν πολύ ευρύτερα ζητήματα από τη ναυσιπλοΐα.
Η δεύτερη σκακιέρα: Ερυθρά Θάλασσα και Υεμένη
Την ώρα που η αντιπαράθεση επικεντρώνεται στο Ορμούζ, ένα δεύτερο κρίσιμο θαλάσσιο μέτωπο παρουσιάζει ξανά σημάδια έντονης αποσταθεροποίησης.
Οι Χούθι της Υεμένης ανακοίνωσαν ότι επιτέθηκαν με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε εγκατάσταση της Saudi Aramco στο Τζιζάν της Σαουδικής Αραβίας.
Οι σαουδαραβικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η οποία τέθηκε υπό έλεγχο.
Παράλληλα, οι Χούθι εξαπέλυσαν επιθέσεις στην περιοχή της Μόκα στη νότια Υεμένη.
Σύμφωνα με το Associated Press, τουλάχιστον επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν και περίπου 30 τραυματίστηκαν.
Η αναζωπύρωση της έντασης έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η περιοχή βρίσκεται κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, το δεύτερο μεγάλο θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό.
Με άλλα λόγια, η κρίση αγγίζει ταυτόχρονα δύο από τις σημαντικότερες ενεργειακές και εμπορικές αρτηρίες του πλανήτη.
Νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας
Στο ίδιο περιβάλλον πρέπει να διαβαστεί και η νέα αμυντική προσέγγιση της Σαουδικής Αραβίας.
Στις 7 Αυγούστου, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν προχώρησαν σε τριμερή συμφωνία αμυντικής συνεργασίας, σε μια περίοδο κατά την οποία το Ριάντ επιχειρεί να ενισχύσει τις εναλλακτικές εγγυήσεις ασφαλείας του.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία απομακρύνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δείχνει όμως μια σαφή τάση διαφοροποίησης των περιφερειακών συμμαχιών καθώς η σύγκρουση με το Ιράν αναδιαμορφώνει τους παλιούς συσχετισμούς.
Ποιος κρατά τη «βασίλισσα»;
Στη μεταφορά του Τραμπ με το σκάκι, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.
Η Τεχεράνη διαθέτει το γεωγραφικό πλεονέκτημα του Ορμούζ και τη δυνατότητα να προκαλεί άμεσο κόστος στις ενεργειακές αγορές και στις οικονομίες πολλών χωρών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη οικονομική ισχύ, στρατιωτική υπεροχή και τη δυνατότητα να συντηρούν έναν αποκλεισμό που επιβαρύνει καθημερινά την ιρανική οικονομία.
Και οι δύο πλευρές, όμως, έχουν λόγους να αποφύγουν την ολοκληρωτική σύγκρουση.
Για το Ιράν, μια παρατεταμένη οικονομική ασφυξία μπορεί να γίνει επικίνδυνη στο εσωτερικό.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να προκαλέσει νέα έκρηξη στις τιμές της ενέργειας και να παρασύρει βαθύτερα τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο χωρίς προβλέψιμο τέλος.
Γι’ αυτό και πίσω από τις απειλές, τους αποκλεισμούς και τις δημόσιες αντεγκλήσεις συνεχίζονται οι επαφές.
Το Ορμούζ έχει μετατραπεί σε διαπραγματευτικό όπλο της Τεχεράνης, αλλά και σε τεστ αντοχής για την αμερικανική στρατηγική πίεσης.
Στη συγκεκριμένη παρτίδα, λοιπόν, κανείς δεν φαίνεται να κρατά μόνος του τη «βασίλισσα».
Το Ιράν έχει το γεωγραφικό χαρτί. Οι ΗΠΑ έχουν την οικονομική και στρατιωτική ισχύ. Και τα πιόνια είναι η ενέργεια, η ναυσιπλοΐα και μια ολόκληρη περιοχή που κινδυνεύει να πληρώσει το κόστος ενός ακόμη παρατεταμένου αδιεξόδου.
Πηγή: pagenews.gr
