Διεθνή

Από τον «El Tigre» στη Θέουτα: Η νέα Δεξιά κατακτά κυβερνήσεις – αλλά δεν είναι τόσο ενωμένη όσο φαίνεται

Από τον «El Tigre» στη Θέουτα: Η νέα Δεξιά κατακτά κυβερνήσεις – αλλά δεν είναι τόσο ενωμένη όσο φαίνεται

Πηγή Φωτογραφίας: Photo:Ο νέος πρόεδρος της Κολομβίας Abelardo de la Espriella κατά την ορκωμοσία του στο Κάλι, στις 7 Αυγούστου 2026. Η άνοδός του αποτελεί ακόμη έναν κρίκο στη μετατόπιση του πολιτικού χάρτη της Λατινικής Αμερικής προς τη νέα συντηρητική Δεξιά.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η άνοδος του Τραμπικού Abelardo de la Espriella στην Κολομβία και η σκληρή σύγκρουση Ιταλίας–Ισπανίας για το μεταναστευτικό μοιάζουν, με την πρώτη ματιά, με δύο επεισόδια της ίδιας παγκόσμιας πολιτικής μετατόπισης. Και σε έναν βαθμό είναι. Από την Ουάσιγκτον και το Μπουένος Άιρες έως τη Ρώμη, τη Μαδρίτη και το Σαντιάγο έχει δημιουργηθεί ένα πραγματικό δίκτυο πολιτικών, think tanks και κοινής ρητορικής. Δεν πρόκειται όμως για μία «Διεθνή» με κεντρική διοίκηση. Πρόκειται περισσότερο για πολιτικό franchise — και όπως κάθε franchise, λειτουργεί μέχρι τη στιγμή που τα εθνικά συμφέροντα αρχίζουν να συγκρούονται.

Δύο γεγονότα, σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων, αποτυπώνουν τη νέα πολιτική πραγματικότητα καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρητική συζήτηση.

Στις 7 Αυγούστου, ο Abelardo de la Espriella, ο συντηρητικός πολιτικός outsider που είναι γνωστός ως «El Tigre», ανέλαβε την προεδρία της Κολομβίας.

Είχε προηγουμένως κερδίσει οριακά τον Iván Cepeda, συγκεντρώνοντας περίπου 12,96 εκατομμύρια ψήφους έναντι 12,71 εκατομμυρίων του αντιπάλου του, σε μία εκλογή που επιβεβαίωσε την εντυπωσιακή επιστροφή της δεξιάς στην Κολομβία.

Και δεν ήταν απλώς μία εσωτερική κολομβιανή μετατόπιση.

Ο De la Espriella είχε τη δημόσια υποστήριξη του Donald Trump, ενώ οι θέσεις του —σκληρότερη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, εγκατάλειψη της λογικής των ατέρμονων διαπραγματεύσεων με ένοπλες οργανώσεις και στενότερη συνεργασία με την Ουάσιγκτον— τον τοποθετούν μέσα σε μία πολύ ευρύτερη πολιτική τάση που έχει ήδη κερδίσει έδαφος στη Λατινική Αμερική.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μία διαφορετική κρίση έδειχνε την ίδια τάση — αλλά και τα όριά της.

Η Θέουτα ταρακούνησε την Ευρώπη

Η μαζική άφιξη δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη βόρεια Αφρική, εξελίχθηκε σε μία από τις σοβαρότερες μεταναστευτικές κρίσεις των τελευταίων ετών.

Περίπου 72.000 άνθρωποι επιχείρησαν να περάσουν στην ισπανική επικράτεια, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, ενώ δεκάδες έχασαν τη ζωή τους. Οι ισπανικές και μαροκινές αρχές ενίσχυσαν δραστικά την παρουσία τους στα σύνορα προκειμένου να αποτρέψουν νέα μαζική απόπειρα εισόδου.

Η κρίση, όμως, γρήγορα πέρασε από τη Θέουτα στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η κυβέρνηση της Giorgia Meloni στην Ιταλία επανέφερε ελέγχους σε ταξιδιώτες από την Ισπανία, επικαλούμενη ζητήματα ασφάλειας και μεταναστευτικής πίεσης.

Η κυβέρνηση του Pedro Sánchez αντέδρασε χαρακτηρίζοντας τα μέτρα αδικαιολόγητα και απάντησε με αντίστοιχους ελέγχους σε Ιταλούς ταξιδιώτες.

Η αντιπαράθεση εξελίχθηκε σε μία από τις πιο σοβαρές διπλωματικές συγκρούσεις μεταξύ δύο μεγάλων χωρών της ΕΕ για το μεταναστευτικό τα τελευταία χρόνια.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.

Η ίδια πολιτική γλώσσα που έχει ενώσει τα τελευταία χρόνια συντηρητικές και δεξιές δυνάμεις σε Ευρώπη και Αμερική αρχίζει να στρέφεται ακόμη και εναντίον κρατών που θεωρητικά ανήκουν στον ίδιο δυτικό στρατηγικό χώρο.

Υπάρχει πραγματικά μια «Διεθνής της Δεξιάς»;

Η απάντηση είναι: ναι και όχι.

Δεν υπάρχει ένα παγκόσμιο αρχηγείο που δίνει οδηγίες σε Μπογκοτά, Ρώμη, Μπουένος Άιρες και Μαδρίτη.

Υπάρχει όμως κάτι πραγματικότερο και ίσως πιο αποτελεσματικό: ένα πυκνό δίκτυο πολιτικής επικοινωνίας, ιδεών, think tanks, συνεδρίων και προσωπικών σχέσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Carta de Madrid, που δημιουργήθηκε από τη Fundación Disenso, το think tank που συνδέεται με το ισπανικό Vox.

Στους υποστηρικτές ή υπογράφοντες του ευρύτερου δικτύου έχουν βρεθεί προσωπικότητες όπως ο Javier Milei, ο José Antonio Kast, ο Eduardo Bolsonaro και η Giorgia Meloni, μαζί με δεκάδες πολιτικούς από τη Λατινική Αμερική, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Το γεγονός δεν αποδεικνύει συντονισμό.

Αποδεικνύει όμως δικτύωση.

Και η διαφορά είναι σημαντική.

Ο Τραμπ αλλάζει το παιχνίδι στη Λατινική Αμερική

Ο ισχυρότερος παράγοντας αυτής της μετατόπισης δεν βρίσκεται στη Μαδρίτη ή στη Ρώμη.

Βρίσκεται στην Ουάσιγκτον.

Η δεύτερη κυβέρνηση Trump έχει πλέον τοποθετήσει επίσημα το Δυτικό Ημισφαίριο στην κορυφή των στρατηγικών προτεραιοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η νέα αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας δηλώνει ότι η Ουάσιγκτον θα «επαναβεβαιώσει και θα επιβάλει» το Δόγμα Μονρόε, προσθέτοντας σε αυτό ένα λεγόμενο «Trump Corollary».

Στόχος είναι η αποκατάσταση της αμερικανικής υπεροχής στο Δυτικό Ημισφαίριο και ο περιορισμός της δυνατότητας εξωημισφαιρικών δυνάμεων —πρωτίστως της Κίνας— να αποκτούν στρατηγικό έλεγχο κρίσιμων υποδομών ή επιρροή στην περιοχή.

Δεν πρόκειται επομένως απλώς για πολιτισμική συγγένεια μεταξύ συντηρητικών ηγετών.

Υπάρχει πλέον και κρατική στρατηγική των ΗΠΑ.

Η Ουάσιγκτον θέλει κυβερνήσεις που συνεργάζονται μαζί της σε ζητήματα ναρκωτικών, μετανάστευσης, ασφάλειας και περιορισμού της κινεζικής επιρροής.

Η άνοδος του De la Espriella στην Κολομβία είναι, υπό αυτή την έννοια, εξαιρετικά σημαντική.

Η Κολομβία δεν είναι οποιαδήποτε χώρα.

Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς και γεωπολιτικούς εταίρους των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική.

Και ήδη η νέα κυβέρνησή της έχει ζητήσει ενισχυμένη συνεργασία με τις ΗΠΑ στις επιχειρήσεις κατά των ναρκωτικών και του αποκαλούμενου «ναρκοτρομοκρατικού» δικτύου.

Από τον Milei στον «El Tigre»

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν εξετάσει κανείς τον πολιτικό χάρτη της Λατινικής Αμερικής.

Ο Javier Milei στην Αργεντινή.

Ο Daniel Noboa στον Ισημερινό.

Ο José Antonio Kast στη Χιλή.

Και τώρα ο De la Espriella στην Κολομβία.

Οι πολιτικές τους δεν είναι ίδιες.

Οι οικονομικές τους προτεραιότητες διαφέρουν.

Οι κοινωνίες που κυβερνούν έχουν διαφορετικές ιστορίες και προβλήματα.

Όμως μοιράζονται αρκετά στοιχεία:

σκληρή ρητορική για το έγκλημα, απόρριψη της παραδοσιακής πολιτικής ελίτ, έντονο αντικομμουνισμό ή αντι-αριστερή πολιτική γλώσσα, στενή σχέση με την Ουάσιγκτον και έμφαση στην κρατική ισχύ σε θέματα δημόσιας τάξης.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η AP περιέγραψε πρόσφατα τη μετατόπιση ως άνοδο ενός νέου κύματος Trump-aligned conservatives στη Λατινική Αμερική.

Το πολιτικό «franchise»

Εδώ όμως πρέπει να αποφύγουμε την εύκολη υπερβολή.

Δεν υπάρχει μία ενιαία παγκόσμια Δεξιά που κινείται με στρατιωτική πειθαρχία.

Αυτό που υπάρχει μοιάζει περισσότερο με franchise.

Το πολιτικό προϊόν ταξιδεύει.

Η γλώσσα ταξιδεύει.

Οι σύμβουλοι, τα think tanks, οι εκδηλώσεις και τα πολιτικά endorsements ταξιδεύουν.

Οι όροι αλλάζουν ανά χώρα, αλλά το μοτίβο παραμένει αναγνωρίσιμο:

σύνορα, ασφάλεια, εθνική κυριαρχία, πόλεμος κατά των ελίτ, αντικομμουνισμός, καταγγελία της «γραφειοκρατίας», αμφισβήτηση των παραδοσιακών θεσμών.

Το κάθε πολιτικό κόμμα προσαρμόζει το προϊόν στην εσωτερική του αγορά.

Και αυτό μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικότερο από μία παραδοσιακή διεθνή οργάνωση.

Δεν χρειάζεται εντολές.

Χρειάζεται μίμηση.

Και μετά ήρθε η Ιταλία

Η αντιπαράθεση της Meloni με την Ισπανία είναι ακριβώς το σημείο όπου η θεωρία της «ενιαίας Δεξιάς» αρχίζει να καταρρέει.

Η Ιταλία εφάρμοσε το δόγμα της εθνικής κυριαρχίας και του ελέγχου των συνόρων απέναντι σε ένα άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ισπανία απάντησε επίσης με εθνικούς ελέγχους.

Δηλαδή το εργαλείο που παρουσιάζεται ως μέσο προστασίας απέναντι σε έναν εξωτερικό κίνδυνο μπορεί πολύ εύκολα να χρησιμοποιηθεί εναντίον ενός εταίρου.

Αυτό είναι το μόνιμο πρόβλημα κάθε εθνικιστικού διεθνούς δικτύου:

οι εθνικιστές μπορούν να συμφωνούν ιδεολογικά μέχρι τη στιγμή που τα εθνικά τους συμφέροντα συγκρούονται.

Τότε το «μαζί» τελειώνει.

Η Θέουτα είναι περισσότερο από μεταναστευτική κρίση

Γι’ αυτό και η κρίση της Θέουτα πρέπει να διαβαστεί σε δεύτερο επίπεδο.

Δεν αφορά μόνο τη μετανάστευση.

Αφορά το ερώτημα κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διατηρήσει την ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της όταν τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν διαφορετικά τις εξωτερικές μεταναστευτικές πιέσεις.

Ήδη αρκετά κράτη του χώρου Schengen εφαρμόζουν προσωρινούς εσωτερικούς συνοριακούς ελέγχους για λόγους που σχετίζονται με μετανάστευση, τρομοκρατία ή περιφερειακές κρίσεις.

Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι το Schengen καταρρέει.

Δείχνει όμως ότι η αρχή των ανοικτών εσωτερικών συνόρων δεν θεωρείται πλέον τόσο πολιτικά απαραβίαστη όσο πριν από μία δεκαετία.

Το πραγματικό συμπέρασμα

Ο «El Tigre» στην Κολομβία και η κρίση Ιταλίας–Ισπανίας δεν αποτελούν προϊόν κάποιας μυστικής κεντρικής συνεννόησης.

Αλλά ούτε είναι εντελώς άσχετα μεταξύ τους.

Αποτελούν εκφράσεις ενός ευρύτερου πολιτικού περιβάλλοντος που έχει αλλάξει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η ασφάλεια αντικαθιστά σταδιακά την παγκοσμιοποίηση ως κυρίαρχη πολιτική έννοια.

Τα σύνορα επιστρέφουν.

Η εθνική κυριαρχία επιστρέφει.

Η στρατιωτική ισχύς επιστρέφει.

Και η Ουάσιγκτον, μέσω του νέου «Trump Corollary», δηλώνει ανοιχτά ότι θέλει να ξαναμετατρέψει το Δυτικό Ημισφαίριο σε προνομιακό χώρο αμερικανικής επιρροής.

Ταυτόχρονα, ένα πολιτικό δίκτυο από την Ευρώπη έως τη Λατινική Αμερική κάνει τις ίδιες ιδέες πιο εύκολα αναγνωρίσιμες, πιο εύκολα μεταφέρσιμες και πιο πολιτικά αποδεκτές.

Αλλά αυτό δεν το μετατρέπει σε ενιαίο στρατόπεδο.

Η νέα Δεξιά είναι περισσότερο δίκτυο παρά συμμαχία. Περισσότερο franchise παρά αρχηγείο.

Και το πραγματικό τεστ δεν θα έρθει όταν Trump, Milei, Meloni, Kast ή οι νέοι ηγέτες της Λατινικής Αμερικής συμφωνούν για την Αριστερά, τη μετανάστευση ή την ασφάλεια.

Θα έρθει όταν τα συμφέροντά τους συγκρουστούν.

Η Θέουτα ίσως ήταν η πρώτη σοβαρή προειδοποίηση.

Γιατί είναι εύκολο να οικοδομήσεις μια διεθνή πάνω σε κοινούς αντιπάλους. Πολύ δυσκολότερο είναι να τη διατηρήσεις όταν οι ίδιοι οι σύμμαχοι αρχίζουν να κλείνουν τα σύνορα ο ένας στον άλλο.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο