Γεωπολιτική Ενέργεια

Πετρέλαιο-φωτιά έως το 2028: Ο πόλεμος με το Ιράν απειλεί να παγιδεύσει την παγκόσμια οικονομία

Πετρέλαιο-φωτιά έως το 2028: Ο πόλεμος με το Ιράν απειλεί να παγιδεύσει την παγκόσμια οικονομία

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Πετρέλαιο-φωτιά έως το 2028: Ο πόλεμος με το Ιράν απειλεί να παγιδεύσει την παγκόσμια οικονομία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Οι αγορές προεξοφλούν παρατεταμένη ενεργειακή αστάθεια, με το Brent για το τέλος του 2027 στα 86 δολάρια και το ντίζελ σε ιστορικά υψηλά επίπεδα – Το Στενό του Ορμούζ, οι επιθέσεις στα διυλιστήρια και το κόστος μεταφορών απειλούν να συντηρήσουν τον πληθωρισμό.

Η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σενάριο που πριν από λίγους μήνες έμοιαζε ακραίο: οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου με το Ιράν να συνεχιστούν για χρόνια, διατηρώντας τις τιμές του πετρελαίου και των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Οκτώ μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, οι διεθνείς αγορές αρχίζουν να αμφισβητούν την εκτίμηση ότι η ενεργειακή κρίση θα αποτελούσε ένα προσωρινό σοκ προσφοράς.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο πετρέλαιο παράγεται, αλλά πόσο μπορεί να μεταφερθεί με ασφάλεια, πόσο γρήγορα μπορούν να αποκατασταθούν τα διυλιστήρια και ποιος θα πληρώσει το αυξημένο κόστος της ενεργειακής εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η ανησυχία αυτή αποτυπώνεται στις τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων, οι οποίες δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές προετοιμάζονται για μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας.

Το Brent στέλνει προειδοποίηση για το 2027 και το 2028

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου Brent για παράδοση τον Δεκέμβριο του 2027 έχουν αυξηθεί περισσότερο από 13% από τις αρχές Σεπτεμβρίου, φθάνοντας περίπου στα 86 δολάρια το βαρέλι.

Πρόκειται για επίπεδο-ρεκόρ για το συγκεκριμένο συμβόλαιο, γεγονός που αποτυπώνει τη μεταβολή των προσδοκιών στην αγορά.

Παράλληλα, τα συμβόλαια για τον Δεκέμβριο του 2026 έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 12%.

Η άνοδος δεν περιορίζεται επομένως στις άμεσες παραδόσεις πετρελαίου. Επεκτείνεται και σε χρονικούς ορίζοντες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αρκετά μακρινοί ώστε να έχει αποκατασταθεί η διεθνής προσφορά.

Αυτό είναι το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία.

Οι αεροπορικές εταιρείες, τα διυλιστήρια, οι μεγάλες βιομηχανίες και οι εμπορικοί οίκοι εμφανίζονται διατεθειμένοι να πληρώσουν υψηλότερες τιμές προκειμένου να εξασφαλίσουν μελλοντικές ποσότητες και να προστατευθούν από νέες αναταράξεις.

Οι τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων δεν αποτελούν βέβαιη πρόβλεψη για το πού θα βρίσκεται το πετρέλαιο σε δύο χρόνια.

Αποτελούν, ωστόσο, ένδειξη ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά θεωρούν πλέον σημαντικό τον κίνδυνο παρατεταμένης ενεργειακής αστάθειας.

Το παράδοξο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας: Περισσότερη παραγωγή, αλλά ακριβότερο πετρέλαιο

Η εικόνα των αγορών έρχεται σε αντίθεση με τις προβλέψεις για σημαντική ανάκαμψη της παγκόσμιας προσφοράς.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, η παραγωγή πετρελαίου αναμένεται να αυξηθεί στα 108,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2027, από 100,7 εκατομμύρια το 2026.

Η αύξηση αυτή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υπόθεση ότι οι εξαγωγές της Μέσης Ανατολής θα ανακάμψουν.

Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια ζήτηση προβλέπεται να αυξηθεί από 102,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως φέτος σε 104,4 εκατομμύρια το 2027.

Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, η αγορά θα μπορούσε να εμφανίσει σημαντικό πλεόνασμα προσφοράς την επόμενη χρονιά.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, μια τέτοια εξέλιξη θα ασκούσε καθοδικές πιέσεις στις τιμές.

Όμως οι αγορές φαίνεται να αμφισβητούν κατά πόσο η προβλεπόμενη ανάκαμψη μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς νέα εμπόδια.

Οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές, η μείωση των αποθεμάτων και η συνεχιζόμενη στρατιωτική ένταση δημιουργούν αβεβαιότητα για τον χρόνο και την έκταση της αποκατάστασης.

Το βασικό ερώτημα είναι αν η προσφορά θα επιστρέψει πράγματι στα προβλεπόμενα επίπεδα ή αν οι συνέπειες του πολέμου θα καθυστερήσουν την ανάκαμψη.

Στενό του Ορμούζ: Ο γεωπολιτικός κόμβος που κρατά τις αγορές σε ομηρία

Το Στενό του Ορμούζ παραμένει το σημαντικότερο σημείο γεωπολιτικής αβεβαιότητας για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Η στρατηγική θαλάσσια δίοδος συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τις διεθνείς αγορές και αποτελεί βασικό πέρασμα για τις εξαγωγές ενέργειας της περιοχής.

Παρά τη μερική αποκατάσταση των πετρελαϊκών ροών με την υποστήριξη του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, οι απειλές για νέες επιθέσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ναυτιλιακών εταιρειών.

Οι ιρανικές επιθέσεις σε πλοία και οι προειδοποιήσεις για περαιτέρω διαταραχές έχουν ενισχύσει το αίσθημα ανασφάλειας.

Ακόμη και όταν οι ποσότητες πετρελαίου μπορούν να διακινηθούν, η μεταφορά τους πραγματοποιείται πλέον υπό διαφορετικές συνθήκες κινδύνου.

Οι ναυτιλιακές εταιρείες καλούνται να συνυπολογίσουν υψηλότερα ασφάλιστρα, αυξημένα ναύλα, πρόσθετες απαιτήσεις ασφαλείας και ενδεχόμενες καθυστερήσεις.

Το πρόβλημα επομένως δεν περιορίζεται στην παραγωγή.

Αφορά ολόκληρο το σύστημα μεταφοράς ενέργειας από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη, την Ασία και τις υπόλοιπες αγορές.

Οι Χούθι ανοίγουν νέο μέτωπο – Στο στόχαστρο η Σαουδική Αραβία

Η σύγκρουση έχει αποκτήσει ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις, με τους Χούθι της Υεμένης να εντείνουν τις επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον σαουδαραβικών στόχων.

Σύμφωνα με τις αναφορές που επικαλείται η διεθνής ανάλυση, μεταξύ των στόχων περιλαμβάνονται εγκαταστάσεις που συνδέονται με τη Saudi Aramco, ακόμη και η έδρα της εταιρείας στο Νταχράν.

Οι εξελίξεις αυτές αυξάνουν τον κίνδυνο για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής.

Η Σαουδική Αραβία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς πετρελαίου παγκοσμίως, ενώ η Aramco διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη σταθερότητα της διεθνούς προσφοράς.

Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στις υποδομές παραγωγής, αποθήκευσης ή εξαγωγής θα μπορούσε να ενισχύσει τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Παράλληλα, η επέκταση των επιθέσεων αυξάνει την πιθανότητα να απαιτηθούν πρόσθετα μέτρα στρατιωτικής προστασίας για τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και τις θαλάσσιες μεταφορές.

Εκρηκτική αύξηση του κόστους μεταφοράς πετρελαίου

Ένας από τους λιγότερο ορατούς αλλά ιδιαίτερα σημαντικούς παράγοντες της κρίσης είναι το κόστος μεταφοράς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στη διεθνή ανάλυση, οι πρόσθετες επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά.

Πριν από τον πόλεμο, οι συγκεκριμένες επιβαρύνσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 3% του σχετικού κόστους ανά βαρέλι.

Πλέον προσεγγίζουν το ένα τρίτο.

Η αύξηση αποδίδεται στα υψηλότερα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, στα ναύλα, στις σύνθετες διαδρομές και στις πρόσθετες απαιτήσεις προστασίας.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν αποκατασταθεί η παραγωγή πετρελαίου, οι τελικές τιμές ενδέχεται να παραμείνουν αυξημένες.

Η αγορά δεν χρειάζεται μόνο περισσότερα βαρέλια.

Χρειάζεται ασφαλείς και οικονομικά βιώσιμες διαδρομές για τη μεταφορά τους.

Χωρίς μια σταθερή πολιτική διευθέτηση που θα περιορίζει τους κινδύνους στο Στενό του Ορμούζ, η επιστροφή στα προηγούμενα επίπεδα κόστους μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη.

Ντίζελ στα 1.480 δολάρια: Η μεγαλύτερη απειλή για μεταφορές και βιομηχανία

Η κρίση γίνεται ακόμη πιο έντονη στην αγορά ντίζελ.

Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια αναφοράς έφθασαν στα μέσα Σεπτεμβρίου στο ιστορικό υψηλό των 1.480 δολαρίων ανά μετρικό τόνο, επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου σε 210 δολάρια ανά βαρέλι.

Η εξέλιξη συνδέεται με τη μείωση της διαθέσιμης παραγωγής διυλισμένων προϊόντων στη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει επιδεινώσει την κατάσταση.

Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν προκαλέσει ζημιές και έχουν περιορίσει την παραγωγική δυνατότητα της Μόσχας.

Η Ρωσία είχε επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ, ενισχύοντας τις πιέσεις στη διεθνή αγορά.

Στη συνέχεια, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση πρόσθετων ρωσικών ποσοτήτων.

Ωστόσο, οι ποσότητες που παρουσιάστηκαν αντιστοιχούν σε πολύ μικρό μέρος της παγκόσμιας κατανάλωσης.

Σύμφωνα με την ανάλυση, είναι συγκρίσιμες με περίπου 12 ώρες διεθνούς ζήτησης.

Αυτό περιορίζει τις προσδοκίες ότι η συμφωνία θα μπορούσε από μόνη της να ανατρέψει την εικόνα της αγοράς.

Το ντίζελ του 2027 πάνω από τα 1.000 δολάρια

Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά πλέον τις τιμές για μελλοντικές παραδόσεις.

Τα συμβόλαια ντίζελ για τον Δεκέμβριο του 2027 έχουν ξεπεράσει τα 1.000 δολάρια ανά τόνο.

Πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, η αντίστοιχη τιμή βρισκόταν περίπου στα 644 δολάρια.

Η διαφορά είναι ενδεικτική της αλλαγής στις προσδοκίες των αγορών.

Οι επενδυτές δεν ανησυχούν μόνο για μια προσωρινή έλλειψη καυσίμων.

Ανησυχούν ότι η παραγωγική δυναμικότητα των διυλιστηρίων και τα αποθέματα θα χρειαστούν μεγάλο χρονικό διάστημα για να αποκατασταθούν.

Το ντίζελ έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή χρησιμοποιείται στις οδικές μεταφορές, στη γεωργία, στη βιομηχανία και σε πολλές δραστηριότητες της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η αύξηση της τιμής του μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.

Από τα φορτηγά και τα γεωργικά μηχανήματα μέχρι τη μεταφορά τροφίμων και πρώτων υλών, το κόστος καυσίμων επηρεάζει την τελική τιμή πολλών προϊόντων.

Ο πληθωρισμός επιστρέφει ως εφιάλτης για τις κεντρικές τράπεζες

Οι παρατεταμένα υψηλές τιμές ενέργειας δημιουργούν νέους κινδύνους για την προσπάθεια ελέγχου του πληθωρισμού.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πληθωρισμός έφθασε στο 3,7% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ανάλυση.

Το επίπεδο αυτό παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον στόχο του 2% της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.

Παράλληλα, ο δομικός πληθωρισμός εμφανίζει ανοδικές πιέσεις.

Εάν οι τιμές πετρελαίου και ντίζελ παραμείνουν υψηλές, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μετακυλίσουν μέρος των αυξημένων δαπανών στους καταναλωτές.

Αυτό θα δυσκόλευε την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού χωρίς παράλληλη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Για τις κεντρικές τράπεζες, η κατάσταση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα.

Η διατήρηση αυστηρής νομισματικής πολιτικής μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση, αλλά ενδέχεται να επιβαρύνει την ανάπτυξη.

Από την άλλη πλευρά, η πρόωρη χαλάρωση των επιτοκίων θα μπορούσε να επιτρέψει στις πληθωριστικές πιέσεις να παραμείνουν επίμονες.

Η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται έτσι σε πρόβλημα ευρύτερης μακροοικονομικής σταθερότητας.

Ευρώπη και Ελλάδα μπροστά σε νέο κύμα ενεργειακού κόστους

Οι συνέπειες για την Ευρώπη ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει ευάλωτη στις αυξήσεις των διεθνών τιμών καυσίμων, ειδικά στους κλάδους με υψηλή ενεργειακή κατανάλωση.

Η βιομηχανία, οι μεταφορές, η χημική παραγωγή και η αγροτική οικονομία είναι μεταξύ των τομέων που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες πιέσεις.

Για την Ελλάδα, μια παρατεταμένη περίοδος ακριβού πετρελαίου και ντίζελ θα μπορούσε να επηρεάσει το κόστος μεταφορών, την αγροτική παραγωγή, τη λειτουργία των επιχειρήσεων και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Παράλληλα, οι υψηλότερες τιμές καυσίμων ενδέχεται να αυξήσουν το κόστος μεταφοράς αγαθών και να δημιουργήσουν πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο προσδίδει επίσης ιδιαίτερη σημασία στις εξελίξεις των θαλάσσιων μεταφορών.

Η ασφάλεια των ενεργειακών διαδρομών, οι ναύλοι και η διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων επηρεάζουν άμεσα το διεθνές περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται η ελληνική ναυτιλία και τα διυλιστήρια.

Η ανάγκη για διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας αποκτά συνεπώς ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Γιατί ακόμη και το τέλος του πολέμου δεν εγγυάται φθηνό πετρέλαιο

Η σημαντικότερη αλλαγή στις εκτιμήσεις των αγορών είναι ότι η αποκατάσταση της ενεργειακής ισορροπίας δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Οι μήνες πολέμου έχουν προκαλέσει σωρευτικές επιπτώσεις.

Τα αποθέματα έχουν μειωθεί, μέρος της διυλιστικής δυναμικότητας έχει υποστεί ζημιές και οι μεταφορές πραγματοποιούνται με αυξημένο κόστος.

Ακόμη και αν οι επιθέσεις σταματήσουν, θα απαιτηθεί χρόνος για να επισκευαστούν εγκαταστάσεις, να αναπληρωθούν τα αποθέματα και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις θαλάσσιες διαδρομές.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι ναυτιλιακοί όμιλοι θα χρειαστούν επίσης σαφείς ενδείξεις σταθερότητας πριν επιστρέψουν στις προηγούμενες συνθήκες λειτουργίας.

Αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη και μετά από μια πολιτική συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου.

Η παγκόσμια οικονομία απέναντι στον κίνδυνο μιας πολυετούς ενεργειακής κρίσης

Για μεγάλο μέρος του 2026, οι διεθνείς αγορές αντιμετώπιζαν τον πόλεμο με το Ιράν ως μια σοβαρή αλλά προσωρινή διαταραχή.

Η άνοδος των μακροπρόθεσμων συμβολαίων πετρελαίου και ντίζελ δείχνει ότι αυτή η βεβαιότητα εξασθενεί.

Οι επενδυτές προετοιμάζονται πλέον για το ενδεχόμενο η ενεργειακή αστάθεια να επεκταθεί στο 2027 και να αφήσει οικονομικές συνέπειες έως το 2028.

Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι οι τιμές θα παραμείνουν υποχρεωτικά στα σημερινά υψηλά επίπεδα.

Σημαίνει όμως ότι η αγορά αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στον κίνδυνο καθυστερημένης ανάκαμψης της παραγωγής, των αποθεμάτων και των διεθνών μεταφορών.

Για τις κυβερνήσεις, αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη ανάγκη ενεργειακού σχεδιασμού.

Για τις επιχειρήσεις, σημαίνει αυξημένη αβεβαιότητα στις επενδύσεις και στις συμβάσεις προμήθειας.

Για τα νοικοκυριά, δημιουργεί τον κίνδυνο οι υψηλές τιμές καυσίμων να συνεχίσουν να επηρεάζουν το κόστος ζωής.

Το μεγαλύτερο γεωοικονομικό ρίσκο δεν είναι πλέον μόνο η διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, αλλά το ενδεχόμενο οι οικονομικές του συνέπειες να αποδειχθούν πολύ πιο μακροχρόνιες από την ίδια τη σύγκρουση.

Εάν η παραγωγή, τα διυλιστήρια και οι θαλάσσιες μεταφορές δεν επανέλθουν γρήγορα σε κανονικούς ρυθμούς, η παγκόσμια οικονομία μπορεί να εισέλθει σε μια περίοδο παρατεταμένα ακριβής ενέργειας, με σημαντικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο