Διεθνή

Τραμπ: Το ντίζελ «καίει» τις εκλογές – Γουίτκοφ και Κούσνερ σε παζάρι με Ζελένσκι και Πούτιν

Τραμπ: Το ντίζελ «καίει» τις εκλογές – Γουίτκοφ και Κούσνερ σε παζάρι με Ζελένσκι και Πούτιν

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Τραμπ: Το ντίζελ «καίει» τις εκλογές – Γουίτκοφ και Κούσνερ σε παζάρι με Ζελένσκι και Πούτιν

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Οι Financial Times αποκαλύπτουν το ενεργειακό και εκλογικό παρασκήνιο της νέας αμερικανικής πρωτοβουλίας για την Ουκρανία – Το ντίζελ στα 6,32 δολάρια, η άρση κυρώσεων στη Ρωσία και οι πιέσεις στο Κίεβο για να σταματήσει τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια.

Μια νέα διπλωματική κινητοποίηση βρίσκεται σε εξέλιξη γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, με τον Ντόναλντ Τραμπ να επιχειρεί να συνδέσει την αναζήτηση ειρηνευτικής συμφωνίας με την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας που πλήττει τις Ηνωμένες Πολιτείες λίγες ημέρες πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Οι δύο στενοί απεσταλμένοι του Αμερικανού προέδρου, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, συμμετέχουν σε νέο κύκλο επαφών με την ουκρανική ηγεσία στο Όσλο, ενώ προετοιμάζεται και επόμενη διπλωματική κίνηση προς τη Μόσχα.

Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται μόνο η αναζήτηση μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός.

Βρίσκεται και το πετρέλαιο.

Η εκτόξευση των αμερικανικών τιμών βενζίνης και ντίζελ έχει μετατρέψει την ενέργεια σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ επιδιώκει να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά καυσίμων, ζητώντας από την Ουκρανία να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων.

Την ίδια στιγμή, η απόφασή του να χαλαρώσει κυρώσεις στο ρωσικό ντίζελ έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ακόμη και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η διαπραγμάτευση για την Ουκρανία εξελίσσεται έτσι σε μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση, όπου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι διεθνείς ενεργειακές τιμές και η εσωτερική αμερικανική πολιτική επηρεάζουν η μία την άλλη.

Όσλο: Η νέα συνάντηση με Γουίτκοφ, Κούσνερ και Ζελένσκι

Η Νορβηγία αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο στον νέο κύκλο διαπραγματεύσεων.

Η κυβέρνηση του Όσλο επιβεβαίωσε ότι ο Στιβ Γουίτκοφ θα συμμετάσχει στις συνομιλίες με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, τον Φινλανδό πρόεδρο Αλεξάντερ Στουμπ και τον Νορβηγό πρωθυπουργό Γιόνας Γκαρ Στέρε.

Ο Τζάρεντ Κούσνερ θα συμμετάσχει εξ αποστάσεως.

Η σύνθεση των συνομιλιών υπογραμμίζει την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός κοινού πλαισίου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ουκρανία και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Ο Νορβηγός πρωθυπουργός εξήγησε ότι η συμμετοχή των Αμερικανών απεσταλμένων ζητήθηκε από την ίδια την Ουκρανία.

Στόχος, σύμφωνα με την επίσημη νορβηγική ανακοίνωση, είναι να επανέλθουν οι διπλωματικές προσπάθειες σε περισσότερο εποικοδομητική κατεύθυνση.

Η πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή πραγματοποιείται σε μια περίοδο έντονης δυσπιστίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου.

Η ουκρανική πλευρά επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι οι συνομιλίες δεν θα οδηγήσουν σε παραχωρήσεις προς τη Ρωσία χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας.

Μετά το Όσλο, η Μόσχα – Στο τραπέζι συνάντηση με τον Πούτιν

Ο αμερικανικός σχεδιασμός περιλαμβάνει και επόμενο διπλωματικό σταθμό.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν για την πρωτοβουλία, ο Στιβ Γουίτκοφ σχεδιάζει να μεταβεί στη Ρωσία, όπου επιδιώκει να συναντήσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Η αμερικανική πλευρά θέλει να παρουσιάσει στη Μόσχα ιδέες που θα έχουν προηγουμένως συζητηθεί με την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους εταίρους.

Αυτός ο σχεδιασμός επιχειρεί να δημιουργήσει μια διαδοχική διαδικασία διαπραγμάτευσης.

Πρώτα να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο συνεννόησης μεταξύ Ουάσιγκτον, Κιέβου και ευρωπαϊκών πρωτευουσών.

Στη συνέχεια να εξεταστεί κατά πόσο η Ρωσία είναι διατεθειμένη να συζητήσει επί της συγκεκριμένης βάσης.

Ωστόσο, παραμένουν σημαντικά εμπόδια.

Η ουκρανική κυβέρνηση ζητά διασφάλιση της κυριαρχίας και της άμυνάς της, ενώ η Μόσχα εξακολουθεί να θέτει απαιτήσεις που αφορούν τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας και το καθεστώς των κατεχόμενων εδαφών.

Η ύπαρξη νέων συνομιλιών δεν σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί σύγκλιση στα βασικά ζητήματα.

Το ντίζελ στα 6,32 δολάρια: Ο ενεργειακός πονοκέφαλος του Τραμπ

Η ενεργειακή κρίση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της αμερικανικής διπλωματικής κινητοποίησης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της αμερικανικής λέσχης αυτοκινήτου AAA που επικαλούνται οι Financial Times, η μέση τιμή της βενζίνης έφτασε τη Δευτέρα στα 4,29 δολάρια ανά γαλόνι.

Η τιμή αυτή αντιπροσωπεύει αύξηση μεγαλύτερη του 50% από την αρχή του έτους.

Ακόμη πιο έντονη είναι η πίεση στο ντίζελ.

Η τιμή του έφτασε τα 6,32 δολάρια ανά γαλόνι, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 80%.

Η αύξηση έχει άμεσες συνέπειες για τις μεταφορές, τη γεωργία και τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τη χρήση πετρελαίου κίνησης.

Για τους Αμερικανούς αγρότες, το ακριβό ντίζελ αυξάνει το κόστος λειτουργίας μηχανημάτων και μεταφοράς προϊόντων.

Για τους μεταφορείς, ενισχύει τις λειτουργικές δαπάνες και μπορεί να μετακυλιστεί στις τιμές των εμπορευμάτων.

Για τα νοικοκυριά, η ενεργειακή ακρίβεια επηρεάζει την καθημερινότητα και την αντίληψη για την πορεία της οικονομίας.

Έτσι, η τιμή των καυσίμων μετατρέπεται σε κρίσιμο ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει των εκλογών.

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αλλάζουν τις προτεραιότητες

Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξημένη πολιτική πίεση, καθώς πλησιάζει η αναμέτρηση για το Κογκρέσο.

Η ενεργειακή ακρίβεια έχει αποκτήσει κεντρική θέση στην προεκλογική συζήτηση, ενώ οι δημοσκοπήσεις που επικαλούνται οι Financial Times καταγράφουν ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά αποδοχής του προέδρου.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποτρέψει περαιτέρω αύξηση των τιμών και να παρουσιάσει αποτελέσματα στην οικονομία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ουκρανία αποκτά και μια πρόσθετη διάσταση για τον Λευκό Οίκο.

Οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια δεν εξετάζονται μόνο ως μέρος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τη Μόσχα, αλλά και ως παράγοντας που ενδέχεται να επηρεάζει τη διεθνή προσφορά καυσίμων.

Η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι ο περιορισμός αυτών των επιθέσεων μπορεί να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των τιμών.

Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στις ουκρανικές επιθέσεις και στις αμερικανικές τιμές καυσίμων είναι σύνθετη και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.

Το ρωσικό ντίζελ επιστρέφει στο τραπέζι

Μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες αποφάσεις του Τραμπ είναι η χαλάρωση των κυρώσεων που αφορούν το ρωσικό ντίζελ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να διευκολύνει τη διάθεση ρωσικών ποσοτήτων στην αγορά, θεωρώντας ότι η ενίσχυση της προσφοράς θα μπορούσε να περιορίσει τις τιμές.

Παράλληλα, επέλεξε να μην ενεργοποιήσει πρόσθετες κυρώσεις εναντίον της ρωσικής πολεμικής οικονομίας, παρότι σχετική νομοθεσία είχε εγκριθεί από το Κογκρέσο τον προηγούμενο μήνα.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι δεν επιθυμεί να λάβει μέτρα που θα μπορούσαν να απομακρύνουν τη Ρωσία από τις διαπραγματεύσεις.

Η επιλογή αυτή συνδέει δύο διαφορετικές επιδιώξεις: την ενεργειακή αποκλιμάκωση και τη διατήρηση διπλωματικού διαύλου με τον Πούτιν.

Ωστόσο, δημιουργεί αντιδράσεις επειδή η χαλάρωση της οικονομικής πίεσης μπορεί να περιορίσει ένα από τα βασικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι δυτικές χώρες απέναντι στη Μόσχα.

Γιατί οι αναλυτές αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της συμφωνίας

Η επιστροφή ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές δεν εγγυάται αυτομάτως πτώση των τιμών.

Ενεργειακοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η ρωσική παραγωγική δυνατότητα έχει επηρεαστεί από ζημιές σε διυλιστήρια.

Επομένως, η άρση ορισμένων εμπορικών περιορισμών δεν αρκεί για να αυξηθεί σημαντικά η διαθέσιμη ποσότητα καυσίμων.

Η αγορά αντιμετωπίζει περιορισμούς που αφορούν την πραγματική παραγωγή, τις μεταφορές και τη δυνατότητα επεξεργασίας αργού πετρελαίου.

Εάν οι ποσότητες που μπορούν να εξαχθούν παραμένουν περιορισμένες, η πολιτική απόφαση για χαλάρωση των κυρώσεων ενδέχεται να έχει μικρότερη επίδραση από εκείνη που επιδιώκει ο Λευκός Οίκος.

Η διάκριση είναι κρίσιμη.

Άλλο είναι η νομική δυνατότητα εξαγωγής ενός προϊόντος και άλλο η πραγματική διαθεσιμότητά του στην αγορά.

Ζελένσκι: Τριήμερη παύση των επιθέσεων, αλλά η Ρωσία συνέχισε

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει παρουσιάσει διαφορετική εκδοχή για τις εξελίξεις γύρω από την ενεργειακή αντιπαράθεση.

Σύμφωνα με όσα δήλωσε στους Financial Times, η Ουκρανία διέκοψε για τρεις ημέρες τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, ανταποκρινόμενη στην αμερικανική έκκληση για ενεργειακή εκεχειρία.

Ωστόσο, υποστήριξε ότι η Ρωσία συνέχισε τους βομβαρδισμούς ουκρανικών ενεργειακών υποδομών και επιθέσεις που προκάλεσαν θύματα μεταξύ των αμάχων.

Το Κίεβο αποφάσισε στη συνέχεια να επαναλάβει τις επιχειρήσεις.

Η ουκρανική κυβέρνηση θεωρεί ότι μια μονομερής παύση των πληγμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη συμφωνία εάν η άλλη πλευρά συνεχίζει τις επιθέσεις.

Για την Ουάσιγκτον, αντίθετα, η συνέχιση των ουκρανικών πληγμάτων δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης της ενεργειακής κρίσης.

Η διαφωνία αυτή βρίσκεται πλέον στον πυρήνα των αμερικανοουκρανικών σχέσεων.

Τραμπ κατά Ζελένσκι: «Ίσως χρειάζεται άλλος διαπραγματευτής»

Η ένταση κορυφώθηκε με νέες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου.

Αναχωρώντας από τον Λευκό Οίκο τη Δευτέρα για προεκλογική δραστηριότητα στο Κάνσας, ο Τραμπ κατηγόρησε τον Ζελένσκι ότι δεν βοηθά την προσπάθεια τερματισμού του πολέμου.

Υποστήριξε ότι ο Ουκρανός πρόεδρος δεν επιθυμεί να σταματήσει η σύγκρουση και αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητά του στις διαπραγματεύσεις.

«Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να διαπραγματευτεί κάποιος άλλος εκ μέρους της Ουκρανίας», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί σημαντική κλιμάκωση της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν περιορίζεται πλέον σε διαφωνίες για συγκεκριμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις ή οικονομικές κυρώσεις.

Θέτει ανοιχτά ζήτημα αλλαγής του προσώπου που εκπροσωπεί την Ουκρανία στις διαπραγματεύσεις.

Η δήλωση δεν συνεπάγεται θεσμική δυνατότητα της Ουάσιγκτον να καθορίσει την ουκρανική εκπροσώπηση, αλλά αποτυπώνει το βάθος της πολιτικής διαφωνίας.

Patriot και Starshield: Οι αμερικανικές εξαρτήσεις της ουκρανικής άμυνας

Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο.

Ο Ζελένσκι έχει εκφράσει έντονες ανησυχίες για καθυστερήσεις στην παράδοση πυραύλων αναχαίτισης, αλλά και για προβλήματα στις δορυφορικές υπηρεσίες που χρησιμοποιεί ο ουκρανικός στρατός.

Σε επικοινωνία του με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Ουκρανός πρόεδρος έθεσε τρία βασικά ζητήματα: την προμήθεια αναχαιτιστών βαλλιστικών πυραύλων, τις έγκαιρες προειδοποιήσεις για ρωσικές επιθέσεις και τη λειτουργία των συστημάτων Starlink και Starshield.

Οι περιορισμοί που αναφέρθηκαν στη χρήση των δορυφορικών υπηρεσιών έχουν δημιουργήσει δυσκολίες σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Παράλληλα, η καθυστέρηση αμερικανικών εγκρίσεων για την παράδοση αναχαιτιστών Patriot εντείνει την ανησυχία για την προστασία ουκρανικών πόλεων.

Η κατάσταση αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των αμερικανικών οπλικών συστημάτων και τεχνολογικών υποδομών στην ουκρανική άμυνα.

Για το Κίεβο, η διατήρηση αυτής της υποστήριξης αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της πολεμικής προσπάθειας.

Ρεπουμπλικανοί στρέφονται εναντίον της πολιτικής Τραμπ

Η αλλαγή στάσης απέναντι στη Ρωσία προκαλεί αντιδράσεις και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ο γερουσιαστής Τομ Τίλις επέκρινε έντονα την αμερικανική κυβέρνηση για τη χαλάρωση της πίεσης προς τον Πούτιν.

«Είναι αδιανόητο αυτή η κυβέρνηση να υποχωρεί απέναντι σε έναν Ρώσο δικτάτορα που εισέβαλε παράνομα στην Ουκρανία και σκοτώνει αθώους πολίτες καθημερινά», δήλωσε.

Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Μπράιαν Φιτζπάτρικ αναφέρθηκε ειδικότερα στα προβλήματα που έχουν καταγραφεί στη λειτουργία του Starshield.

Προειδοποίησε ότι οποιοσδήποτε παρεμποδίζει τη χρήση του συστήματος από την Ουκρανία θα πρέπει να ελεγχθεί και να λογοδοτήσει.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι το Κογκρέσο θα επαναβεβαιώσει τη σημασία της Ουκρανίας ως εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι παρεμβάσεις αυτές δείχνουν ότι η στάση απέναντι στη Ρωσία δεν αποτελεί ζήτημα πλήρους συμφωνίας στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβερνητικής παράταξης.

Το πολιτικό παρασκήνιο της Ουάσιγκτον

Η αντιπαράθεση για την Ουκρανία εξελίσσεται ενώ ο Λευκός Οίκος βρίσκεται αντιμέτωπος και με άλλες πολιτικές πιέσεις.

Σύμφωνα με τους Financial Times, πρόσφατα δημοσιεύματα της Wall Street Journal για την Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκιλφόιλ και την αποδοχή ακατάλληλων δώρων προκάλεσαν παρέμβαση του Λευκού Οίκου, ο οποίος της ζήτησε να αποχωρήσει από τη θέση της.

Πρόκειται για εξέλιξη που αναδεικνύει το ευρύτερο κλίμα ελέγχου γύρω από πρόσωπα της κυβέρνησης Τραμπ.

Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε δυσαρέσκεια για πληροφορίες ότι δύο στελέχη της προεκλογικής του ομάδας επισκέφθηκαν τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας και φέρονται να έλαβαν υψηλές αμοιβές για υπηρεσίες εκλογικής συμβουλευτικής.

Οι υποθέσεις αυτές αποτελούν ξεχωριστά ζητήματα από την ουκρανική διαπραγμάτευση.

Ωστόσο, συμβάλλουν στη συνολική πολιτική πίεση που δέχεται η αμερικανική κυβέρνηση ενόψει των εκλογών.

Η Ευρώπη μπροστά στο δίλημμα: Ενεργειακή σταθερότητα ή πίεση στη Μόσχα;

Η αμερικανική πρωτοβουλία προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό στην Ευρώπη.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν στηρίξει τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας ως βασικό εργαλείο οικονομικής πίεσης.

Η απόφαση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει περιορισμούς στο ρωσικό ντίζελ δημιουργεί διαφορετικές προσεγγίσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Για την αμερικανική κυβέρνηση, προτεραιότητα είναι η αποκλιμάκωση των τιμών και η διατήρηση ανοιχτού διαύλου με τον Πούτιν.

Για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, βασικό ζητούμενο παραμένει να μη δημιουργηθούν πρόσθετα οικονομικά οφέλη για τη ρωσική πολεμική οικονομία χωρίς αντίστοιχες δεσμεύσεις αποκλιμάκωσης.

Το ζήτημα επηρεάζει και την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική.

Η ήπειρος έχει επενδύσει στη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, στην ανάπτυξη υποδομών LNG και στον περιορισμό της εξάρτησης από ρωσικούς ενεργειακούς πόρους.

Μια νέα αμερικανική προσέγγιση απέναντι στη ρωσική ενέργεια δημιουργεί ερωτήματα για τον συντονισμό της δυτικής πολιτικής.

Η γεωοικονομική διάσταση: Όταν οι κάλπες επηρεάζουν τον πόλεμο

Η υπόθεση αναδεικνύει τη στενή σχέση ανάμεσα στην εσωτερική πολιτική και στη διεθνή γεωπολιτική.

Οι τιμές του πετρελαίου και των καυσίμων επηρεάζουν το διαθέσιμο εισόδημα, τον πληθωρισμό, τις μεταφορές και το κόστος παραγωγής.

Σε μια προεκλογική περίοδο, αυτές οι οικονομικές μεταβολές αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.

Ο Τραμπ επιχειρεί να αντιμετωπίσει την ενεργειακή ακρίβεια μέσα από διπλωματικές και εμπορικές κινήσεις που συνδέονται άμεσα με τη Ρωσία.

Η Ουκρανία, αντίθετα, επιδιώκει να διατηρήσει τη δυνατότητα πλήγματος σε υποδομές που θεωρεί σημαντικές για τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.

Έτσι, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις μετατρέπονται ταυτόχρονα σε στρατιωτικούς στόχους, οικονομικούς παράγοντες και αντικείμενα διπλωματικής διαπραγμάτευσης.

Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες της ουκρανικής άμυνας, στη διεθνή ενεργειακή σταθερότητα και στις πολιτικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Τι θα κρίνει η νέα διαπραγμάτευση

Οι συνομιλίες στο Όσλο θα αποτελέσουν ένα σημαντικό τεστ για τη δυνατότητα επαναπροσέγγισης Ηνωμένων Πολιτειών και Ουκρανίας.

Τρία ζητήματα βρίσκονται στο επίκεντρο.

Πρώτον, εάν μπορεί να συμφωνηθεί ένα αμοιβαίο πλαίσιο περιορισμού των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Δεύτερον, εάν η αμερικανική κυβέρνηση θα διατηρήσει την απαραίτητη στρατιωτική και τεχνολογική υποστήριξη προς το Κίεβο.

Τρίτον, εάν θα διαμορφωθεί κοινή διαπραγματευτική πρόταση που θα μπορούσε να τεθεί στη Μόσχα.

Η επιτυχία της πρωτοβουλίας θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο των προτάσεων και από τη στάση της Ρωσίας, όχι απλώς από την πραγματοποίηση νέων συναντήσεων.

Το μεγάλο στοίχημα του Τραμπ πριν από τις 3 Νοεμβρίου

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να εμφανίσει πρόοδο σε δύο μέτωπα που επηρεάζουν άμεσα την πολιτική του θέση.

Το πρώτο είναι η οικονομία και ειδικότερα η αντιμετώπιση των υψηλών τιμών καυσίμων.

Το δεύτερο είναι η εξωτερική πολιτική, με την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ωστόσο, η προσπάθεια σύνδεσης αυτών των στόχων δημιουργεί νέες αντιπαραθέσεις.

Η χαλάρωση των κυρώσεων στη Ρωσία προκαλεί αντιδράσεις στο Κογκρέσο και στην Ευρώπη.

Οι πιέσεις προς το Κίεβο επιβαρύνουν τις σχέσεις με τον Ζελένσκι.

Και οι περιορισμοί στην πραγματική προσφορά ντίζελ δημιουργούν αμφιβολίες για το πόσο γρήγορα μπορούν να υποχωρήσουν οι τιμές.

Η νέα διαπραγμάτευση για την Ουκρανία εξελίσσεται, επομένως, υπό τη σκιά μιας αμερικανικής ενεργειακής και εκλογικής κρίσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης θα οδηγήσουν σε μια ουσιαστική ειρηνευτική διαδικασία ή εάν οι αντικρουόμενες στρατηγικές προτεραιότητες θα συνεχίσουν να απομακρύνουν την Ουάσιγκτον από το Κίεβο.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο