ΗΠΑ–Ιράν: Συναγερμός πολέμου – Αποσύρουν στρατεύματα, στέλνουν αεροπλανοφόρα και εξετάζουν νέα πλήγματα
Πηγή Φωτογραφίας: AP/ΗΠΑ–Ιράν: Συναγερμός πολέμου – Αποσύρουν στρατεύματα στέλνουν αεροπλανοφόρα και εξετάζουν νέα πλήγματα
Διπλή στρατιωτική κίνηση των ΗΠΑ – Ενισχύσεις και απομακρύνσεις προσωπικού
Σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση εισέρχεται η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, καθώς η Ουάσιγκτον προχωρά ταυτόχρονα σε ενίσχυση της στρατιωτικής της παρουσίας στη Μέση Ανατολή και σε σταδιακή απομάκρυνση στρατιωτικού και διπλωματικού προσωπικού από εκτεθειμένες εγκαταστάσεις.
Οι κινήσεις αυτές πραγματοποιούνται ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο νέων βομβαρδισμών εναντίον της Τεχεράνης, πιθανότατα μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με αποκαλύψεις της Wall Street Journal, αμερικανικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε εγκαταστάσεις στην Ιορδανία, στο Κατάρ και στο Κουβέιτ έλαβαν εντολές μετακίνησης τις τελευταίες ημέρες.
Την ίδια στιγμή, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει διατάξει την αποχώρηση μη απαραίτητου προσωπικού και οικογενειών Αμερικανών αξιωματούχων από τη Σαουδική Αραβία, ενώ προσαρμόζει τη στελέχωση και άλλων διπλωματικών αποστολών.
Η ταυτόχρονη συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος και η απομάκρυνση προσωπικού από ευάλωτες εγκαταστάσεις αποτελούν ενδείξεις ότι το Πεντάγωνο προετοιμάζεται για περισσότερα από ένα πιθανά σενάρια.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει τη δυνατότητα νέας στρατιωτικής επίθεσης, περιορίζοντας παράλληλα την έκθεση Αμερικανών στρατιωτικών και διπλωματών σε ενδεχόμενα αντίποινα.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαιωμένη απόφαση του Λευκού Οίκου για επανέναρξη των βομβαρδισμών.
Wall Street Journal: Ιρανικά σχέδια επιθέσεων κατά Αμερικανών σε προχωρημένο στάδιο
Η ανησυχία ενισχύθηκε μετά από πληροφορίες αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για πιθανές επιθέσεις εναντίον Αμερικανών στη Μέση Ανατολή και σε άλλες χώρες.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, σχετικό ενημερωτικό σημείωμα προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο περιγράφει τις προετοιμασίες που αποδίδονται στο Ιράν ως ιδιαίτερα προχωρημένες.
Οι πληροφορίες αυτές αποτέλεσαν έναν από τους παράγοντες που οδήγησαν σε προληπτικές μετακινήσεις προσωπικού από αμερικανικές εγκαταστάσεις.
Αντίστοιχο ρεπορτάζ του CNN αναφέρει ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν πως το Ιράν έχει εντείνει σημαντικά τις προσπάθειες στοχοποίησης αμερικανικού προσωπικού.
Η προειδοποίηση δεν ισοδυναμεί με επιβεβαίωση ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη επίθεση ή ότι όλες οι αναφερόμενες προετοιμασίες θα υλοποιηθούν.
Δείχνει, όμως, το επίπεδο ανησυχίας που επικρατεί στους αμερικανικούς μηχανισμούς ασφαλείας.
Η πιθανότητα ιρανικών αντιποίνων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στους υπολογισμούς του Πενταγώνου, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν στρατιωτικές και διπλωματικές εγκαταστάσεις σε πολλές χώρες της περιοχής.
Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Υποχρεωτική αποχώρηση προσωπικού από τη Σαουδική Αραβία
Η πιο συγκεκριμένη δημόσια απόφαση αφορά τη Σαουδική Αραβία.
Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε καθεστώς υποχρεωτικής αναχώρησης για μη απαραίτητο κυβερνητικό προσωπικό και μέλη οικογενειών, εξαιτίας της επιδείνωσης των συνθηκών ασφαλείας.
Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τόμι Πίγκοτ, συνέδεσε την απόφαση με τις επιθέσεις των Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι υποστηρίζονται από το Ιράν.
«Οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι έχουν εντείνει τις εχθροπραξίες εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων σε πολιτικά αεροδρόμια και άλλες κρίσιμες υποδομές, προκαλώντας απώλειες αμάχων και σοβαρές διαταραχές στις μετακινήσεις», ανέφερε.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η προστασία του αμερικανικού προσωπικού και των οικογενειών του παραμένει βασική προτεραιότητα.
Η απόφαση δεν συνιστά πλήρη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων ούτε γενικευμένο κλείσιμο όλων των αμερικανικών πρεσβειών στη Μέση Ανατολή.
Πρόκειται για στοχευμένα μέτρα περιορισμού του κινδύνου.
CNN: Αθόρυβες αλλαγές σε πρεσβείες έξι χωρών
Σύμφωνα με το CNN, οι αμερικανικές αρχές προχωρούν και σε λιγότερο προβεβλημένες προσαρμογές του προσωπικού σε διπλωματικές αποστολές στην Ιορδανία, στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στον Λίβανο και σε άλλες χώρες.
Οι αλλαγές πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ήδη υφιστάμενων περιορισμών λειτουργίας των πρεσβειών.
Σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία, δεν έχει ανακοινωθεί νέο καθεστώς υποχρεωτικής αναχώρησης για όλες αυτές τις αποστολές.
Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς οι αναδιατάξεις προσωπικού δεν έχουν την ίδια διοικητική και επιχειρησιακή σημασία σε κάθε χώρα.
Παράλληλα, διπλωματικοί υπάλληλοι που μίλησαν στο CNN περιέγραψαν δυσκολίες και αβεβαιότητα για τις οικογένειές τους.
Η εκπρόσωπος της Αμερικανικής Ένωσης Εξωτερικής Υπηρεσίας, Νίκι Γκέιμερ, σημείωσε ότι ορισμένες οικογένειες είχαν μόλις επιστρέψει στις θέσεις τους, πριν κληθούν να αποχωρήσουν ξανά.
«Κάποιες οικογένειες μόλις είχαν εγκατασταθεί ξανά, προτού τους ζητηθεί να φύγουν», ανέφερε, περιγράφοντας τις συνέπειες των διαδοχικών αποφάσεων μετακίνησης.
Η εξέλιξη αποτυπώνει το πόσο παρατεταμένη έχει γίνει η κατάσταση ανασφάλειας για το αμερικανικό διπλωματικό προσωπικό στην περιοχή.
CENTCOM: «Τακτικές αναδιατάξεις για επιχειρησιακή ετοιμότητα»
Η Κεντρική Διοίκηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, CENTCOM, απέφυγε να συνδέσει επισήμως τις μετακινήσεις προσωπικού με συγκεκριμένη επικείμενη στρατιωτική επιχείρηση.
Εκπρόσωπός της εξήγησε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις και τα διαθέσιμα μέσα μετακινούνται τακτικά ώστε να διατηρείται η επιχειρησιακή ετοιμότητα.
«Μετακινούμε τακτικά Αμερικανούς στρατιωτικούς και μέσα για τη βελτιστοποίηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας», ανέφερε ο εκπρόσωπος της CENTCOM, πλοίαρχος Τιμ Χόκινς.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η διοίκηση δεν δημοσιοποιεί λεπτομέρειες τέτοιων μετακινήσεων για λόγους επιχειρησιακής ασφάλειας.
Η επίσημη αυτή θέση αφήνει ανοιχτές περισσότερες ερμηνείες.
Οι αναδιατάξεις μπορεί να συνδέονται με την προστασία προσωπικού, με την ενίσχυση της αμυντικής διάταξης ή με την προετοιμασία διαφορετικών επιχειρησιακών επιλογών.
Δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι έχει καθοριστεί ημερομηνία νέας επίθεσης κατά του Ιράν.
Τραμπ: «Μπορεί να κάνουμε άλλη μία μικρή Επική Οργή»
Την πιθανότητα επανέναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων άφησε ανοιχτή ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ.
Κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας του, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο νέας επιχείρησης με την ονομασία που είχε χρησιμοποιηθεί κατά την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου.
«Μπορεί να κάνουμε άλλη μία μικρή Επική Οργή», δήλωσε, αφήνοντας σαφώς ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία με την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ έχει επίσης υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν γρήγορα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένο δημόσιο σχέδιο για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί μια βιώσιμη πολιτική συμφωνία.
Η αμερικανική κυβέρνηση διατηρεί έτσι την απειλή στρατιωτικής κλιμάκωσης ως μέρος της πίεσης προς την ιρανική ηγεσία.
Σούζαν Μαλόνι: «Πιθανότητα πληγμάτων μετά τις 3 Νοεμβρίου»
Η Σούζαν Μαλόνι, ερευνήτρια του Brookings Institution, εκτιμά ότι οι ενδείξεις στρατιωτικής προετοιμασίας αυξάνουν την πιθανότητα νέων βομβαρδισμών μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές.
«Υπολογίζω πλέον ότι υπάρχει πιθανότητα πληγμάτων λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές», σημειώνει.
Η εκτίμησή της βασίζεται στη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων, στις προειδοποιήσεις προς Αμερικανούς πολίτες και στην αυξημένη ετοιμότητα των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.
Η Μαλόνι συνδέει επίσης το πιθανό χρονοδιάγραμμα με την εσωτερική πολιτική κατάσταση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο πόλεμος με το Ιράν και οι επιπτώσεις του στις τιμές της ενέργειας έχουν δημιουργήσει πολιτική πίεση, ιδιαίτερα ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης της 3ης Νοεμβρίου.
Η αναλύτρια θεωρεί ότι η έναρξη νέων μεγάλων επιχειρήσεων πριν από την κάλπη δεν θα αποτελούσε ευνοϊκή πολιτική επιλογή για τον Λευκό Οίκο.
Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση και όχι για επιβεβαιωμένο επιχειρησιακό χρονοδιάγραμμα.
Αεροπλανοφόρα, Πεζοναύτες και αυξημένη στρατιωτική ισχύς
Παράλληλα με τις απομακρύνσεις προσωπικού, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τη στρατιωτική παρουσία τους στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δύο ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων βρίσκονται ήδη στην ευρύτερη περιοχή, ενώ τρίτη κατευθύνεται προς αυτήν.
Η ανάπτυξη του USS Theodore Roosevelt, μαζί με πρόσθετες ναυτικές και αμφίβιες δυνάμεις, αυξάνει τις διαθέσιμες επιχειρησιακές επιλογές του Πενταγώνου.
Οι ενισχύσεις περιλαμβάνουν επίσης δυνατότητες αεροπορικών επιχειρήσεων, πυραυλικών πληγμάτων και υποστήριξης δυνάμεων Πεζοναυτών.
Η συγκέντρωση τέτοιας ισχύος μπορεί να εξυπηρετεί τόσο την αποτροπή όσο και την προετοιμασία ενδεχόμενων επιθέσεων.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρεί επιχειρησιακή ευελιξία, χωρίς να αποκαλύπτει τις τελικές προθέσεις της.
CNN: Στο τραπέζι και η «μητέρα όλων των βομβών»
Ανάμεσα στα σενάρια που αποδίδονται στον αμερικανικό στρατιωτικό σχεδιασμό περιλαμβάνεται και η πιθανή χρήση της GBU-43/B Massive Ordnance Air Blast, γνωστής ως MOAB ή «μητέρας όλων των βομβών».
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ισχυρό συμβατικό όπλο, σχεδιασμένο να προκαλεί εκτεταμένο ωστικό κύμα.
Ωστόσο, η MOAB δεν αποτελεί εξειδικευμένο όπλο βαθιάς διάτρησης οχυρωμένων εγκαταστάσεων.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση σεναρίων επίθεσης εναντίον υπόγειων πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν.
Η ισχύς μιας βόμβας δεν ταυτίζεται με την ικανότητά της να προσβάλλει στόχους που βρίσκονται σε μεγάλο βάθος κάτω από το έδαφος.
Επομένως, η πιθανή χρήση της MOAB θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητές της και όχι μόνο το μέγεθος της εκρηκτικής της ισχύος.
Η αναφορά του συγκεκριμένου όπλου στα στρατιωτικά σενάρια δεν συνιστά επιβεβαίωση ότι έχει ληφθεί απόφαση χρήσης του.
Ο κίνδυνος για αμάχους και ενεργειακές εγκαταστάσεις
Η συζήτηση για νέα εκτεταμένα πλήγματα εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τους πιθανούς στόχους και τις συνέπειες για τον ιρανικό πληθυσμό.
Η Σούζαν Μαλόνι επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος των συμβατικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων του Ιράν έχει ήδη υποστεί σημαντικές ζημιές.
Κατά την εκτίμησή της, μια νέα σειρά βομβαρδισμών θα μπορούσε να επηρεάσει περισσότερο μη στρατιωτικές υποδομές, προκαλώντας άμεσες συνέπειες στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η προστασία των αμάχων αποτελεί βασική υποχρέωση σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις οφείλουν να διακρίνουν τους στρατιωτικούς στόχους από τους αμάχους και τα πολιτικά αντικείμενα και να τηρούν τις αρχές της αναλογικότητας και των προφυλάξεων.
Η πιθανότητα πληγμάτων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις δημιουργεί πρόσθετες ανησυχίες για το περιβάλλον, την οικονομία και την περιφερειακή σταθερότητα.
Το οικονομικό όπλο της Ουάσιγκτον – Αποκλεισμός και πίεση στο Ιράν
Παράλληλα με τη στρατιωτική κινητοποίηση, η Ουάσιγκτον διατηρεί τον ναυτικό αποκλεισμό που έχει επιβάλει στα ιρανικά λιμάνια.
Σύμφωνα με τον διοικητή της CENTCOM, ναύαρχο Μπραντ Κούπερ, ο αποκλεισμός έχει στερήσει από το Ιράν περίπου 25 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα από εξαγωγές αργού πετρελαίου.
Ο αριθμός αυτός αποτελεί εκτίμηση της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον βασίζεται στην άσκηση οικονομικής πίεσης, με στόχο να οδηγήσει την Τεχεράνη σε διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ.
Ωστόσο, η διατήρηση του αποκλεισμού απαιτεί σημαντικούς στρατιωτικούς πόρους.
Η αμερικανική πλευρά υποχρεώνεται να δεσμεύει πλοία, αεροσκάφη και προσωπικό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η στρατηγική αυτή προκαλεί οικονομική πίεση στο Ιράν, αλλά συνεπάγεται και σημαντικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Η κατάσταση δεν είναι βιώσιμη» – Το αδιέξοδο που περιγράφει η Μαλόνι
Η Σούζαν Μαλόνι εκτιμά ότι η σημερινή κατάσταση δύσκολα μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον.
Ο ναυτικός αποκλεισμός αυξάνει την οικονομική πίεση στην Τεχεράνη, ενώ η Ουάσιγκτον δεσμεύει ολοένα περισσότερους στρατιωτικούς πόρους.
«Θα πρέπει να υπάρξει κάποιου είδους λύση, είτε μέσω της διπλωματίας είτε μέσω στρατιωτικής δράσης», υποστηρίζει.
Το δίλημμα είναι σύνθετο.
Η διατήρηση της σημερινής στρατιωτικής διάταξης παρατείνει το κόστος και την αβεβαιότητα.
Μια νέα επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα σε αμερικανικές βάσεις, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές των κρατών του Κόλπου.
Από την άλλη πλευρά, μια διπλωματική συμφωνία απαιτεί συμβιβασμούς σε ζητήματα που παραμένουν εξαιρετικά δύσκολα για τις δύο πλευρές.
Τζέισον Κάμπελ: «Αδύνατο να προβλεφθεί» το χρονοδιάγραμμα
Ο Τζέισον Κάμπελ, ερευνητής του Middle East Institute, θεωρεί ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις προετοιμασίας νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Αναφέρεται στην ανάπτυξη αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων, στην αποστολή Πεζοναυτών και στην κινητοποίηση του Ισραήλ.
Παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημασία των επαφών του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ωστόσο, ο Κάμπελ προειδοποιεί ότι είναι «αδύνατο να προβλεφθεί» πότε θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν νέοι βομβαρδισμοί.
Επισημαίνει επίσης ότι οι δυνατότητες μεγάλης χερσαίας επιχείρησης είναι περιορισμένες.
«Σε αυτό το στάδιο, δεν υπάρχει καμία ασφαλής τοποθεσία για να αναπτυχθούν οι χιλιάδες στρατιώτες —δεκάδες χιλιάδες, κατά ορισμένα σενάρια— που θα απαιτούνταν για μια τέτοια επιχείρηση», εξηγεί.
Η εκτίμηση αυτή δείχνει ότι η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν εξαλείφει τους επιχειρησιακούς κινδύνους.
Ιράν: Απειλές για υποθαλάσσια καλώδια και ψηφιακές υποδομές
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, προειδοποιεί ότι μια νέα επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα πέρα από το συμβατικό στρατιωτικό πεδίο.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, δύο ανώτεροι Ιρανοί αξιωματούχοι ασφαλείας υποστήριξαν ότι έχουν εξεταστεί σχέδια προσβολής υποθαλάσσιων τηλεπικοινωνιακών καλωδίων στον Περσικό Κόλπο.
Παράλληλα, στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης έχουν αναφερθεί σε πιθανές επιθέσεις κατά κρίσιμων ψηφιακών υποδομών.
Οι απειλές αυτές δημιουργούν ανησυχίες για τις διεθνείς τηλεπικοινωνίες, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τις τεχνολογικές επενδύσεις στην περιοχή.
Οι πληροφορίες δεν επιβεβαιώνουν ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί τέτοια επίθεση.
Αναδεικνύουν, όμως, τη δυνατότητα μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης να επηρεάσει και υποδομές με σημαντική οικονομική και πολιτική χρήση.
Οι Χούθι, η Σαουδική Αραβία και ο κίνδυνος περιφερειακής επέκτασης
Οι επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία αποτελούν ακόμη έναν παράγοντα αποσταθεροποίησης.
Στο στόχαστρο έχουν βρεθεί αεροδρόμια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και άλλες κρίσιμες υποδομές.
Οι εξελίξεις έχουν προκαλέσει ανθρώπινες απώλειες, προβλήματα στις αερομεταφορές και πρόσθετη ανησυχία για την ασφάλεια των χωρών του Κόλπου.
Η Ουάσιγκτον έχει ενισχύσει τη συνεργασία της με το Ριάντ, ενώ και άλλοι δυτικοί εταίροι έχουν ανακοινώσει μέτρα υποστήριξης.
Η πιθανότητα ταυτόχρονων εντάσεων στο Ιράν, στη Σαουδική Αραβία και στις θαλάσσιες διαδρομές της περιοχής αυξάνει σημαντικά την πολυπλοκότητα της κρίσης.
Μια νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, ακόμη και σε κράτη που δεν επιδιώκουν άμεση εμπλοκή.
Η στρατιωτική ισχύς δεν εγγυάται πολιτική λύση
Παρά τη συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων, οι αναλυτές εκφράζουν αμφιβολίες για το εάν ένας νέος γύρος βομβαρδισμών θα μπορούσε να επιτύχει αποφασιστικό στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η Σούζαν Μαλόνι υποστηρίζει:
«Πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν μπορεί να τερματιστεί με νέα κλιμάκωση από τη μία ή από την άλλη πλευρά».
Ο Τζέισον Κάμπελ διατυπώνει αντίστοιχη εκτίμηση.
«Δεν βλέπω πώς η επανέναρξη των πληγμάτων εναντίον του Ιράν, σε κλίμακα συγκρίσιμη με εκείνη των πρώτων πενήντα ημερών του πολέμου, θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τους στρατηγικούς υπολογισμούς του ιρανικού καθεστώτος».
Κατά την ανάλυσή του, η Τεχεράνη έχει δείξει ότι μπορεί να υποστεί σοβαρές στρατιωτικές απώλειες χωρίς να αλλάξει απαραίτητα τις βασικές στρατηγικές επιλογές της.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα ουσιαστικό δίλημμα για τον Λευκό Οίκο.
Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει εγκαταστάσεις και να περιορίσει επιχειρησιακές δυνατότητες.
Δεν εξασφαλίζει, όμως, από μόνη της μια πολιτική συμφωνία που θα οδηγήσει σε διαρκή αποκλιμάκωση.
Ενέργεια, αγορές και Ευρώπη: Οι συνέπειες μιας νέας επίθεσης
Η πιθανότητα νέων εκτεταμένων βομβαρδισμών προκαλεί ανησυχίες και για την παγκόσμια οικονομία.
Ο Περσικός Κόλπος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιοχές παραγωγής και μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ, να αυξήσει το κόστος ασφάλισης των πλοίων και να προκαλέσει πρόσθετη μεταβλητότητα στις ενεργειακές αγορές.
Για την Ευρώπη, η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει κρίσιμο ζήτημα.
Για την Ελλάδα, οι πιθανές επιπτώσεις συνδέονται με τις διεθνείς τιμές ενέργειας, τη ναυτιλία και το κόστος μεταφορών.
Οι οικονομικές συνέπειες μιας νέας σύγκρουσης δεν θα περιορίζονταν επομένως στη Μέση Ανατολή.
Η κρίσιμη περίοδος μετά τις αμερικανικές εκλογές
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν το επόμενο σημαντικό πολιτικό ορόσημο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν σχεδιάζει νέες επιθέσεις πριν από την εκλογική αναμέτρηση, αφήνοντας όμως ανοιχτές τις επιλογές του για τη συνέχεια.
Η Ουάσιγκτον ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία της και ταυτόχρονα περιορίζει την έκθεση προσωπικού σε ευάλωτες εγκαταστάσεις.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποιούν για πιθανές ιρανικές επιθέσεις.
Το Ισραήλ παραμένει σε αυξημένη ετοιμότητα, ενώ η Τεχεράνη απειλεί με ευρύτερα αντίποινα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας περιφερειακής κρίσης στην οποία όλες οι πλευρές προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης, χωρίς να έχει αποκλειστεί η διπλωματική διέξοδος.
Η τελική απόφαση για ενδεχόμενους νέους αμερικανικούς βομβαρδισμούς δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Ωστόσο, οι στρατιωτικές αναδιατάξεις, οι προειδοποιήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών και οι δημόσιες δηλώσεις της αμερικανικής ηγεσίας δείχνουν ότι το ενδεχόμενο εξετάζεται σοβαρά.
Το βασικό γεωπολιτικό ερώτημα παραμένει αν η πίεση θα οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις ή εάν η Μέση Ανατολή θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν νέο, ακόμη πιο επικίνδυνο γύρο στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο