Κόσμος

Μάντσεστερ: Το μυστικό deal των Εμιράτων, τα £55 εκατ. και η σκιά πάνω από τον Μπέρναμ

Μάντσεστερ: Το μυστικό deal των Εμιράτων, τα £55 εκατ. και η σκιά πάνω από τον Μπέρναμ

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Μάντσεστερ: Το μυστικό deal των Εμιράτων, τα £55 εκατ. και η σκιά πάνω από τον Μπέρναμ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Αποκαλυπτική έρευνα του Guardian φωτίζει πώς τα κεφάλαια του Άμπου Ντάμπι άλλαξαν τον χάρτη της βρετανικής πόλης. Συμφωνίες δισεκατομμυρίων, προνομιακή πρόσβαση σε εκτάσεις, πολυτελή διαμερίσματα και ερωτήματα διαφάνειας συνθέτουν το παρασκήνιο μιας αστικής αναγέννησης που δεν ωφέλησε όλους τους κατοίκους.

Πίσω από τους ουρανοξύστες, τα πολυτελή διαμερίσματα και τη διεθνή ακτινοβολία της Manchester City, μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία οικονομικής και πολιτικής επιρροής αποκαλύπτεται στο Μάντσεστερ.

Μια ιστορία που ξεκινά από την Αραβική Άνοιξη του 2011, περνά από τις διπλωματικές σχέσεις του Λονδίνου με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και καταλήγει σε συμφωνίες ακινήτων, δημόσια δάνεια, καταγγελίες για ελλιπή διαφάνεια και μια βαθιά κοινωνική αντίφαση.

Από τη μία πλευρά, νέες κατοικίες, ξενοδοχεία, εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας και επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών.

Από την άλλη, τράπεζες τροφίμων, κοινωνικές κατοικίες που δεν κατασκευάστηκαν και χιλιάδες οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν προσιτή στέγη.

Η εκτενής έρευνα του Josh Halliday στον Guardian, με τη συνδρομή των Carmen Aguilar García και Michael Goodier, αναδεικνύει πώς η παρουσία του Άμπου Ντάμπι εξελίχθηκε από την ιδιοκτησία ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου σε ένα πολυεπίπεδο δίκτυο επενδύσεων στην ίδια την πόλη.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο σεΐχης Μανσούρ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν, ιδιοκτήτης της Manchester City, αλλά και ο πρώην δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ και σημερινός πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ.

Το βασικό ερώτημα της έρευνας είναι εξαιρετικά σημαντικό: πού τελειώνει η αναγκαία προσέλκυση διεθνών επενδύσεων και πού αρχίζει ο κίνδυνος υπερβολικής εξάρτησης μιας πόλης από έναν ισχυρό επενδυτή;

Από την πτώση του Μουμπάρακ στα μυστικά διπλωματικά παζάρια

Η αφετηρία αυτής της ιστορίας βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Μάντσεστερ.

Το 2011, η ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρακ στην Αίγυπτο άλλαξε τις πολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.

Η άνοδος του Μοχάμεντ Μόρσι και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας προκάλεσε έντονη ανησυχία στην ηγεσία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, η οποία αντιμετώπιζε την πολιτική άνοδο της οργάνωσης ως στρατηγική απειλή.

Σύμφωνα με την έρευνα, τα Εμιράτα θεωρούσαν ότι η βρετανική κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον δεν υιοθετούσε αρκετά αυστηρή στάση απέναντι στη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Το Άμπου Ντάμπι προειδοποίησε μάλιστα ότι θα μπορούσε να αποσύρει εξοπλιστικές συμφωνίες αξίας δισεκατομμυρίων λιρών, εάν το Λονδίνο δεν ανταποκρινόταν στις ανησυχίες του.

Η βρετανική κυβέρνηση κινητοποιήθηκε για να αποτρέψει μια σοβαρή επιδείνωση των διμερών σχέσεων.

Όπως αναφέρει ο Guardian, δημιουργήθηκε μυστική κυβερνητική μονάδα στο Γουάιτχολ, με στόχο τη διατήρηση της συνεργασίας με το πετρελαιοπαραγωγό κράτος.

Στο πλαίσιο ιδιωτικών συναντήσεων συζητήθηκαν επικερδείς επενδυτικές συμφωνίες.

Μία από αυτές επρόκειτο να αλλάξει τη φυσιογνωμία του Μάντσεστερ.

Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή μετατράπηκε, μέσα από τις βρετανικές διπλωματικές διεργασίες, σε μια ευκαιρία μεγάλης κλίμακας για επενδύσεις στην αγορά ακινήτων.

Manchester Life: Το deal του £1 δισ. και η γη των £5 εκατ.

Το καλοκαίρι του 2013, η κυβέρνηση Κάμερον ζήτησε από τον δήμο του Μάντσεστερ να καταρτίσει τρεις επενδυτικές προτάσεις για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Μία από αυτές οδήγησε στη δημιουργία της Manchester Life, ενός επενδυτικού σχήματος που σχεδιάστηκε για να αναμορφώσει περιοχές κοντά στο κέντρο της πόλης.

Η συνολική αξία του σχεδίου υπολογιζόταν σε περίπου 1 δισεκατομμύριο λίρες.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας, ο δήμος πούλησε προνομιακή έκταση στο Άμπου Ντάμπι έναντι 5 εκατομμυρίων λιρών, με στόχο την ανάπτυξη 6.000 κατοικιών.

Η συμφωνία περιλάμβανε επίσης δικαίωμα πρώτης προτίμησης για άλλα επενδυτικά έργα.

Ο τότε επικεφαλής του δημοτικού συμβουλίου, Ρίτσαρντ Λις, υπερασπίστηκε την επιλογή, υποστηρίζοντας ότι η πόλη είχε ανάγκη από κεφάλαια για να επανεκκινήσει η οικοδομική δραστηριότητα.

«Ήταν μια συμφωνία που διαμεσολάβησε η βρετανική κυβέρνηση και προφανώς αναζητούσαμε μια πολύ σημαντική επένδυση», δήλωσε στον Guardian.

Ο ίδιος εξήγησε ότι η κατασκευή κατοικιών στο κέντρο του Μάντσεστερ και ιδιαίτερα στην περιοχή Ancoats είχε ουσιαστικά σταματήσει για αρκετά χρόνια.

«Εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν άλλοι επενδυτές που να ήταν είτε πρόθυμοι είτε ικανοί να το κάνουν», υποστήριξε.

Για τη δημοτική αρχή, η συμφωνία αποτελούσε εργαλείο οικονομικής αναγέννησης.

Για τους επικριτές της, όμως, οι όροι της δημιουργούσαν ερωτήματα σχετικά με την αξία της δημόσιας γης και το πραγματικό όφελος για τους κατοίκους.

Η μεγάλη απόκλιση: Υποσχέθηκαν 6.000 κατοικίες, παρέδωσαν 2.039

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας αφορά την υλοποίηση των αρχικών δεσμεύσεων.

Το σχέδιο Manchester Life είχε παρουσιαστεί ως πλατφόρμα για την κατασκευή περισσότερων από 6.000 κατοικιών.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Guardian, η ίδια η Manchester Life έχει παραδώσει 2.039 κατοικίες.

Άλλες 2.839 κατοικίες κατασκευάζονται από διαφορετικούς επενδυτές.

Το συνολικό άθροισμα φτάνει τις 4.878 κατοικίες, περίπου 19% λιγότερες από τις 6.000 που είχαν αρχικά προβλεφθεί.

Η διαφορά είναι ουσιαστική, καθώς το αρχικό σχέδιο είχε παρουσιαστεί ως μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις αστικής αναγέννησης στην περιοχή.

Ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση προκαλεί το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας.

Παρότι ο δήμος είχε μακροχρόνια πολιτική που προέβλεπε τουλάχιστον 20% κοινωνικές και οικονομικά προσιτές κατοικίες στις νέες αναπτύξεις, μόλις 8% των 4.878 κατοικιών εντάσσονταν σε αυτές τις κατηγορίες.

Και το πιο αξιοσημείωτο: καμία από τις κοινωνικές ή προσιτές κατοικίες δεν είχε παραδοθεί από την ίδια τη Manchester Life, σύμφωνα με την έρευνα.

Το εύρημα δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσον οι μεγάλης κλίμακας επενδύσεις ανταποκρίθηκαν στις κοινωνικές ανάγκες της πόλης.

Πολυτελή διαμερίσματα δίπλα σε τράπεζες τροφίμων

Η μεταμόρφωση της περιοχής Ancoats αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική εικόνα της οικονομικής αντίφασης που περιγράφει ο Guardian.

Εκεί όπου πριν από μία δεκαετία υπήρχαν εγκαταλελειμμένοι χώροι και περιορισμένη εμπορική δραστηριότητα, σήμερα λειτουργούν μοντέρνα εστιατόρια, ακριβά καταστήματα και πολυτελείς κατοικίες.

Στην περιοχή μπορεί κανείς να αγοράσει μία μπίρα έναντι 6,90 λιρών ή ένα κρουασάν που κοστίζει 7,50 λίρες.

Όμως, λίγα λεπτά με τα πόδια από τις νέες πολυκατοικίες βρίσκονται εγκαταστάσεις διανομής τροφίμων σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.

Σε απόσταση περίπου μισού μιλίου εντοπίζονται τέσσερα σημεία φιλανθρωπικής διανομής τροφίμων.

Ο Μαρκ Μπλέικ, επικεφαλής της Manchester Central Foodbank, περιγράφει την κοινωνική ένταση που μπορεί να προκαλεί αυτή η συνύπαρξη.

«Είναι αναπόφευκτο να προκαλεί δυσαρέσκεια», δήλωσε, αναφερόμενος στην ξαφνική εμφάνιση πολυτελών κατοικιών, ακριβών εστιατορίων και ενοίκων με υψηλά εισοδήματα.

Προειδοποίησε μάλιστα ότι η ορατή αυτή ανισότητα, σε περίοδο κρίσης του κόστους ζωής, θα μπορούσε να δημιουργήσει κοινωνικές εντάσεις.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει το κεντρικό πρόβλημα της αστικής ανάπτυξης: η αύξηση των επενδύσεων και της αξίας των ακινήτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης για όλους.

«Το Μάντσεστερ γίνεται μια βόρεια εκδοχή του Λονδίνου»

Ο δημοτικός σύμβουλος των Φιλελεύθερων Δημοκρατών Άλαν Γκουντ, που εκπροσωπεί τις περιοχές Ancoats και Beswick, περιέγραψε στον Guardian την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των κατοίκων.

«Οι κάτοικοι βλέπουν τους λαμπερούς νέους πύργους και αισθάνονται δυσαρέσκεια – έχουν την αίσθηση ότι δεν επωφελούνται από όσα κερδίζει το Μάντσεστερ», ανέφερε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κοινωνικές διαφορές εκδηλώνονται ακόμη και σε καθημερινά ζητήματα, όπως η στάθμευση αυτοκινήτων στις γειτονιές.

Η έρευνα καταγράφει περιστατικά βανδαλισμών σε οχήματα που σταθμεύουν σε δρόμους κοινωνικών κατοικιών, όταν οι ιδιοκτήτες τους επισκέπτονται ή διαμένουν σε γειτονικά πολυτελή συγκροτήματα.

Ο Γκουντ θεωρεί ότι η πόλη κινδυνεύει να εξελιχθεί σε «μια βόρεια εκδοχή του Λονδίνου».

Η αναφορά αφορά κυρίως τη στεγαστική κρίση και την αύξηση του κόστους κατοικίας.

Περίπου 20.000 άνθρωποι βρίσκονται στη λίστα αναμονής για κοινωνική στέγαση.

Ο ερευνητής του University College London Μάθιου Στάλαρντ, ο οποίος συμμετέχει επίσης στη διοίκηση της Manchester Central Foodbank, περιέγραψε τη γεωγραφία των ανισοτήτων.

«Στο Ancoats υπάρχει μια πολύ ξεκάθαρη γραμμή ανάμεσα στο πού βρίσκεται το χρήμα και πού δεν βρίσκεται», δήλωσε.

Η τοποθέτηση συνοψίζει τη διπλή εικόνα του σύγχρονου Μάντσεστερ: οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική στέρηση σε πολύ μικρή γεωγραφική απόσταση.

Το δάνειο των £55 εκατ. που φέρνει τον Μπέρναμ στο επίκεντρο

Ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αποκαλύψεις που αφορούν τον Άντι Μπέρναμ.

Το 2016, πριν αναλάβει τη δημαρχία του Μείζονος Μάντσεστερ, είχε εκφράσει επιφυλάξεις για τη χορήγηση δημόσιων δανείων σε μεγάλες εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων.

Είχε υποστηρίξει ότι τέτοιες επιχειρήσεις θα έπρεπε να χρησιμοποιούν δικά τους κεφάλαια και ότι οι δημόσιοι πόροι δεν έπρεπε να κατευθύνονται δυσανάλογα σε πολυτελή έργα στο κέντρο της πόλης.

Ωστόσο, περίπου έναν χρόνο αργότερα, ενέκρινε δάνειο 55 εκατομμυρίων λιρών προς εταιρείες ακινήτων με έδρα το Τζέρσεϊ, οι οποίες ανήκαν στον σεΐχη Μανσούρ.

Η αντίθεση ανάμεσα στις προηγούμενες δημόσιες τοποθετήσεις και στη συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία της έρευνας.

Η αρχή του Μείζονος Μάντσεστερ, GMCA, υποστηρίζει ότι το δανειακό πρόγραμμα ήταν διαθέσιμο σε όλους τους επενδυτές που πληρούσαν τα σχετικά κριτήρια.

Διευκρινίζει επίσης ότι τα δάνεια έχουν αποπληρωθεί πλήρως.

Η υπόθεση, ωστόσο, εξετάζεται από δημοτικούς συμβούλους της αρμόδιας επιτροπής ελέγχου.

Είναι σημαντικό να διαχωριστούν τα επιβεβαιωμένα στοιχεία από τις πολιτικές αιτιάσεις: η χορήγηση των δανείων και η αποπληρωμή τους αποτελούν καταγεγραμμένα γεγονότα, ενώ τα ερωτήματα για την ορθότητα της διαδικασίας και τη διαφάνεια παραμένουν αντικείμενο ελέγχου.

Οι συναντήσεις με τη Manchester City και τα ερωτήματα διαφάνειας

Ο Guardian αναφέρει επίσης ότι, λίγες εβδομάδες πριν από την έγκριση των δανείων, ο Μπέρναμ είχε δεχθεί φιλοξενία από τους ιδιοκτήτες της Manchester City.

Η συγκεκριμένη συνάντηση έγινε γνωστή πρόσφατα, αφού δεν εμφανιζόταν πλέον στα δημόσια αρχεία.

Ο σημερινός πρωθυπουργός είχε αρχικά αναφέρει ότι είχε πραγματοποιήσει μόνο μία «σημαντική» συνάντηση με στελέχη του συλλόγου, το 2021.

Στη συνέχεια προέκυψαν άλλες πέντε συναντήσεις.

Αντιμέτωπος με τα νέα ερωτήματα, ο Μπέρναμ δήλωσε ότι ζήτησε από τη GMCA να πραγματοποιήσει χειροκίνητο έλεγχο των διαθέσιμων στοιχείων.

«Θέλω να δημοσιοποιηθούν όλα όσα είναι δυνατόν», ανέφερε.

Και πρόσθεσε:

«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό – πλήρης διαφάνεια».

Οι δηλώσεις του αποτελούν δημόσια δέσμευση για πληρέστερη καταγραφή των επαφών.

Η έρευνα, πάντως, αναδεικνύει την ανάγκη σαφών και προσβάσιμων αρχείων για τις σχέσεις δημόσιων αξιωματούχων με μεγάλους ιδιωτικούς επενδυτές.

Η δεκαετής συμφωνία και ο όρος που περιόριζε τις ανακοινώσεις

Μια από τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις αφορά συμφωνία συνεργασίας που υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2015.

Η δεκαετής συμφωνία παραχωρούσε στην πλευρά του Άμπου Ντάμπι δικαίωμα πρώτης προτίμησης για εκτάσεις κοντά στο κέντρο του Μάντσεστερ.

Περιλάμβανε επίσης όρο σύμφωνα με τον οποίο δημόσιες ανακοινώσεις σχετικά με τη συμφωνία απαιτούσαν προηγούμενη γραπτή έγκριση από την εταιρεία του σεΐχη Μανσούρ.

Ο συγκεκριμένος όρος προκάλεσε επικρίσεις, καθώς αφορούσε τη δυνατότητα δημοκρατικά εκλεγμένων εκπροσώπων να ενημερώνουν δημόσια για συμφωνίες που σχετίζονταν με δημοτική περιουσία.

Σύμβουλος της αγοράς ακινήτων χαρακτήρισε τη μεταχείριση αυτή «κατάφωρη μεροληψία σε τεράστια κλίμακα».

Ο δήμος απέρριψε την κριτική, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για συνηθισμένη συμβατική ρύθμιση μεταξύ δύο μερών, ώστε οι ανακοινώσεις να συμφωνούνται από κοινού.

Η διαφορά των δύο προσεγγίσεων αφορά τη σχέση ανάμεσα στην εμπορική εμπιστευτικότητα και στη δημόσια λογοδοσία.

Περιουσία £350 εκατ. και τα έσοδα του δήμου

Σύμφωνα με την έρευνα, τα ακίνητα που συνδέονται με τη Manchester Life έχουν πλέον εκτιμώμενη αξία περίπου 350 εκατομμυρίων λιρών.

Η τελική ιδιοκτησία τους αποδίδεται στον σεΐχη Μανσούρ μέσω εταιρειών με έδρα το Τζέρσεϊ.

Τα ενοίκια που καταβάλλουν εκατοντάδες κάτοικοι των συγκροτημάτων αποτελούν μέρος των εσόδων αυτής της επενδυτικής δραστηριότητας.

Από την πλευρά του, ο δήμος υποστηρίζει ότι έχει εισπράξει σχεδόν 3 εκατομμύρια λίρες μέσω συμφωνίας συμμετοχής στα κέρδη.

Επιπλέον, αναφέρει έσοδα 17,6 εκατομμυρίων λιρών από δημοτικούς φόρους.

Τα ποσά αυτά αποτελούν στοιχεία της οικονομικής συνεισφοράς των έργων.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Guardian, δεν είναι πλήρως γνωστοί οι ακριβείς όροι όλων των συμφωνιών ούτε μπορεί να προσδιοριστεί με πλήρη διαφάνεια η συνολική οικονομική απόδοση για τους φορολογουμένους.

Η απουσία πλήρους δημόσιας εικόνας ενισχύει τα αιτήματα για δημοσιοποίηση των συμβατικών όρων.

Το εμπορικό πάρκο των £42 εκατ. και το σχέδιο για το «No 10 North»

Το 2017, ο δήμος του Μάντσεστερ προχώρησε σε ακόμη μία μεγάλη αγορά ακινήτου.

Κατέβαλε 42 εκατομμύρια λίρες για ένα παλιό εμπορικό πάρκο δίπλα στην περιοχή ανάπτυξης της Manchester Life.

Η αγορά παρουσιάστηκε τότε ως η μεγαλύτερη αγορά γης που είχε πραγματοποιηθεί στο κέντρο της πόλης.

Σύμφωνα με τον Guardian, η τιμή ανά acre ήταν τουλάχιστον εξαπλάσια από την αντίστοιχη τιμή της γειτονικής έκτασης που είχε πωληθεί στην πλευρά Μανσούρ έναντι 5 εκατομμυρίων λιρών.

Το ακίνητο συνδέθηκε επίσης με επενδυτική συνεργασία με το Άμπου Ντάμπι.

Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Άντι Μπέρναμ τον Ιούλιο του 2026, ο χώρος εξετάστηκε ως πιθανή μόνιμη έδρα του σχεδίου «No 10 North», ενός βόρειου κυβερνητικού κέντρου.

Ωστόσο, καθώς εντάθηκε η δημόσια συζήτηση για τις σχέσεις της περιοχής με τα εμιρατινά κεφάλαια, τα σχέδια εγκαταλείφθηκαν τον Οκτώβριο.

Η εξέλιξη έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας και των πολιτικών συμβολισμών που συνδέονται με τη χρήση της.

Η παραίτηση στελέχους και οι εσωτερικές αντιδράσεις

Η έρευνα περιγράφει και σοβαρές εσωτερικές αντιδράσεις στη δημοτική διοίκηση.

Τον Μάρτιο του 2018, ο ανώτερος αξιωματούχος Ντόμινικ Χέιζ παραιτήθηκε αιφνιδίως, εκφράζοντας ανησυχίες για τις συμφωνίες του δήμου με τον όμιλο Μανσούρ.

Οι προβληματισμοί του καταγράφηκαν σε ηλεκτρονική επικοινωνία προς τη διοικητική ηγεσία.

Σύμφωνα με σημειώσεις που επικαλείται ο Guardian, σε μεταγενέστερη συνάντηση φέρεται να διατυπώθηκε η άποψη ότι η αμφισβήτηση των σχέσεων του δήμου με τη Manchester City μπορούσε να έχει σοβαρές επαγγελματικές συνέπειες.

Ο πρώην αξιωματούχος Έντι Σμιθ, στον οποίο αποδίδεται σχετική τοποθέτηση, αρνείται ότι έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση.

Οι ανησυχίες που διατυπώθηκαν οδήγησαν σε εσωτερική έρευνα για ζητήματα διοικητικής διακυβέρνησης.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι οι προβληματισμοί για τον τρόπο σύναψης συμφωνιών δεν περιορίζονταν σε ένα μόνο στέλεχος.

Δεύτερος ανώτερος υπάλληλος είχε εκφράσει την ανησυχία ότι ο δήμος ενδέχεται να είχε πληρώσει υπερβολικά υψηλό τίμημα για το παλιό εμπορικό πάρκο.

Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν τη συζήτηση για την ανάγκη αποτελεσματικού εσωτερικού ελέγχου σε συμφωνίες μεγάλης οικονομικής αξίας.

Η απάντηση του δήμου: «Η συμφωνία ήταν νόμιμη»

Η σημερινή δημοτική ηγεσία έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τα ερωτήματα με επανεξέταση των παλαιότερων συμφωνιών.

Η Μπεβ Κρεγκ, η οποία ανέλαβε την ηγεσία του δημοτικού συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 2021 και στη συνέχεια διαδέχθηκε τον Μπέρναμ στη δημαρχία του Μείζονος Μάντσεστερ, ζήτησε έλεγχο της Manchester Life.

Σύμφωνα με όσα δήλωσε στο BBC Radio Manchester, σκοπός ήταν να διαπιστωθεί εάν οι συμφωνίες ήταν νόμιμες και είχαν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

«Η απάντηση ήταν ναι», ανέφερε.

Μία από τις σχετικές αξιολογήσεις, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο, αναγνώρισε ότι οι συνεργασίες με επενδυτές όπως το Άμπου Ντάμπι είχαν προσφέρει σημαντικά οφέλη.

Παράλληλα, όμως, εντόπισε «αδυναμίες στην τεκμηρίωση, στην παρακολούθηση και στη διασφάλιση» των διαδικασιών, ιδιαίτερα σε συμφωνίες που περιλάμβαναν συμμετοχή στα κέρδη.

Η διάκριση είναι ουσιώδης.

Η ύπαρξη διοικητικών αδυναμιών δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία.

Αποτελεί, ωστόσο, λόγο για αυστηρότερη εποπτεία και πληρέστερη δημοσιοποίηση των οικονομικών δεδομένων.

«Ένα εξαιρετικά καλό deal για το Μάντσεστερ»

Ο Ρίτσαρντ Λις εξακολουθεί να υπερασπίζεται τις επιλογές της περιόδου κατά την οποία ηγήθηκε του δημοτικού συμβουλίου.

Το 2021 αποχώρησε από τη θέση του, έπειτα από 25 χρόνια στην ηγεσία του δήμου.

Δύο χρόνια αργότερα έγινε επίτιμος πρόεδρος της Manchester City.

Ο ίδιος αρνείται ότι η δημοτική αρχή παρείχε αθέμιτη προνομιακή μεταχείριση στους ιδιοκτήτες του συλλόγου.

Απαντώντας στο ερώτημα εάν θα διαχειριζόταν διαφορετικά τη συνεργασία με το Άμπου Ντάμπι, δήλωσε:

«Όχι. Τίποτα που μπορώ να σκεφτώ. Είναι μια εξαιρετικά καλή συμφωνία για το Μάντσεστερ».

Σε άλλη χαρακτηριστική τοποθέτησή του, υπερασπίστηκε τη στενή συνεργασία δημοτικών αρχών και επενδυτών.

«Έτσι λειτουργεί η πόλη – μέσα από συνεργασίες», ανέφερε.

Η θέση αυτή αποτυπώνει τη φιλοσοφία που χαρακτήρισε την οικονομική ανάπτυξη του Μάντσεστερ τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η δημοτική αρχή επιδίωξε να αξιοποιήσει διεθνή κεφάλαια για να αναβαθμίσει εγκαταλελειμμένες περιοχές και να δημιουργήσει νέες οικονομικές δραστηριότητες.

Η συζήτηση σήμερα αφορά τους όρους αυτών των συνεργασιών και την κατανομή των οφελών.

Η Manchester City και η ευρύτερη επιρροή του Άμπου Ντάμπι

Η παρουσία των Εμιράτων στο Μάντσεστερ δεν περιορίζεται στις κατοικίες.

Ο σεΐχης Μανσούρ έχει συνδεθεί με ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο επενδύσεων που περιλαμβάνει τον ποδοσφαιρικό σύλλογο Manchester City, μεγάλες εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας, ξενοδοχεία και ακίνητα.

Σύμφωνα με την έρευνα, στο επενδυτικό οικοσύστημα περιλαμβάνεται η μεγαλύτερη κλειστή αρένα του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και ένα νέο ξενοδοχείο υψηλής κατηγορίας.

Παράλληλα, εταιρεία υπό τη διοίκηση του Χαλντούν αλ Μουμπάρακ, προέδρου της Manchester City, έχει συνδεθεί με επενδύσεις σε πανεπιστημιακή έρευνα.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η οικονομική παρουσία του Άμπου Ντάμπι εκτείνεται σε διαφορετικούς τομείς.

Η επιρροή αυτή έχει συμβάλει στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων και υποδομών, αλλά δημιουργεί και ερωτήματα για τη συγκέντρωση σημαντικού μέρους της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας σε ένα περιορισμένο δίκτυο επενδυτών.

Η έρευνα αναφέρει ότι, στο αποκορύφωμά της το 2023, η έκταση γης και ακινήτων που ανήκαν στην κυβέρνηση των ΗΑΕ ή σε συνδεδεμένους επενδυτές στο Μάντσεστερ αντιστοιχούσε περίπου σε 260 γήπεδα ποδοσφαίρου.

Το μέγεθος αυτό αποτυπώνει τη σημαντική γεωγραφική παρουσία των εμιρατινών επενδύσεων.

Η κρίση στη Manchester City και τα νέα ερωτήματα

Η ευρύτερη οικονομική παρουσία του Άμπου Ντάμπι επανέρχεται στο προσκήνιο και εξαιτίας του σκανδάλου που αφορά τη Manchester City.

Οι εξελίξεις γύρω από τον σύλλογο έχουν ενισχύσει τη συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην ποδοσφαιρική ιδιοκτησία και στις υπόλοιπες επενδύσεις.

Ο καθηγητής και ερευνητής του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ Τζόναθαν Σίλβερ έχει μελετήσει τη συμφωνία Manchester Life.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αυξανόμενη συγκέντρωση γης και ακινήτων σε επενδυτές από τα Εμιράτα δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την ανθεκτικότητα του αναπτυξιακού μοντέλου της πόλης.

Ο Σίλβερ μιλά για «τη δομική ευθραυστότητα του μοντέλου του Μάντσεστερ», επισημαίνοντας την εξάρτησή του από διεθνείς χρηματοοικονομικές ροές.

Θέτει επίσης το ερώτημα τι θα μπορούσε να συμβεί στις κατοικίες της Manchester Life εάν ο σεΐχης Μανσούρ υποχρεωνόταν ή αποφάσιζε να πουλήσει τη Manchester City.

Πρόκειται για υποθετικό ενδεχόμενο που αναδεικνύει τον προβληματισμό του ερευνητή και όχι για επιβεβαιωμένη απόφαση πώλησης.

Το πραγματικό δίλημμα: Ανάπτυξη με ποιο κοινωνικό αντάλλαγμα;

Η υπόθεση του Μάντσεστερ αναδεικνύει μια ευρύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες πόλεις προσελκύουν διεθνείς επενδύσεις.

Οι συμφωνίες με ισχυρούς επενδυτές μπορούν να κινητοποιήσουν κεφάλαια, να δημιουργήσουν νέες υποδομές και να αναβαθμίσουν περιοχές που είχαν μείνει για χρόνια χωρίς επενδυτικό ενδιαφέρον.

Ωστόσο, οι ίδιες συμφωνίες απαιτούν σαφείς κανόνες δημόσιας λογοδοσίας.

Η αποτίμηση μιας επένδυσης δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην αξία των ακινήτων ή στον αριθμό των νέων κτιρίων.

Πρέπει να περιλαμβάνει και την πρόσβαση των κατοίκων σε προσιτή κατοικία, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, την κοινωνική συνοχή και το πραγματικό οικονομικό όφελος για τον δήμο.

Στο Μάντσεστερ, η αντίθεση ανάμεσα στις πολυτελείς κατοικίες και στις τράπεζες τροφίμων αποτελεί την πιο χαρακτηριστική υπενθύμιση αυτής της πρόκλησης.

Το Μάντσεστερ ως προειδοποίηση για τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις

Η ιστορία του Μάντσεστερ δεν αφορά μόνο μία βρετανική πόλη.

Αφορά το ευρύτερο μοντέλο αστικής ανάπτυξης που βασίζεται στην προσέλκυση διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων.

Σε πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις, η αναβάθμιση πρώην βιομηχανικών περιοχών συνοδεύεται από άνοδο της αξίας των ακινήτων και μεταβολές στη σύνθεση των κατοίκων.

Η διαδικασία μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και οικονομική δραστηριότητα, αλλά μπορεί επίσης να αυξήσει το κόστος κατοικίας και να εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες.

Η περίπτωση του Μάντσεστερ προσθέτει μία ακόμη διάσταση: τη σχέση ανάμεσα στις τοπικές επενδύσεις και στις γεωπολιτικές προτεραιότητες κρατών με σημαντική οικονομική ισχύ.

Από τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις του Λονδίνου με το Άμπου Ντάμπι μέχρι τις πολυκατοικίες του Ancoats, η ιστορία δείχνει πώς μια διεθνής πολιτική σχέση μπορεί να επηρεάσει βαθιά την καθημερινότητα μιας πόλης.

Το Μάντσεστερ έχει αλλάξει εντυπωσιακά μέσα σε λίγα χρόνια.

Το ερώτημα που παραμένει είναι ποιοι ωφελήθηκαν περισσότερο από αυτή την αλλαγή, ποιο ήταν το τίμημα για τη δημόσια περιουσία και εάν οι θεσμοί διέθεταν επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου.

Η έρευνα του Guardian δεν αναιρεί τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν.

Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη να αξιολογούνται οι μεγάλες συμφωνίες όχι μόνο από το ύψος των κεφαλαίων που προσελκύουν, αλλά και από τη διαφάνεια, την κοινωνική ανταποδοτικότητα και τη μακροχρόνια ανθεκτικότητά τους.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο