Τουρισμός δύο ταχυτήτων: Στηρίζει το 30% του ΑΕΠ, αλλά το χρήμα φτάνει σε λίγους προορισμούς
Πηγή Φωτογραφίας: Τουρισμός δύο ταχυτήτων: Στηρίζει το 30% του ΑΕΠ, αλλά το χρήμα φτάνει σε λίγους προορισμούς
Ο ελληνικός τουρισμός έχει αποκτήσει τέτοιο οικονομικό βάρος, ώστε η επόμενη πρόκλησή του αφορά ολόκληρη τη χώρα: πώς θα μετατρέψει την ανάπτυξη σε μεγαλύτερη και πιο σταθερή αξία, με οφέλη που θα φτάνουν σε περισσότερες περιοχές, επιχειρήσεις και εργαζομένους.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, η άμεση συνεισφορά του τομέα αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ για το 2025, ενώ η συνολική, συνυπολογίζοντας τις έμμεσες επιδράσεις, διαμορφώνεται περίπου στο 30%. Οι επενδύσεις του κλάδου εκτιμώνται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.
Το 30% αποτυπώνει το ευρύτερο οικονομικό αποτύπωμα του τουρισμού και των διασυνδέσεών του με άλλες δραστηριότητες. Δεν αποτελεί αποκλειστικά την παραγωγή των τουριστικών επιχειρήσεων ούτε ταυτίζεται με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις.
Πίσω από τη μεγάλη εικόνα, όμως, υπάρχει μια έντονη συγκέντρωση: πέντε Περιφέρειες απορροφούν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τη μελέτη, το 90% των Δημοτικών Ενοτήτων, που καλύπτουν το 95% της έκτασης της χώρας, εμφανίζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη.
Η πρόκληση είναι διπλή: να αντέξουν οι δημοφιλείς προορισμοί και να δημιουργηθούν βιώσιμες δυνατότητες ανάπτυξης εκεί όπου υπάρχει αναξιοποίητο δυναμικό.
Σμπώκου: Η επόμενη ημέρα πρέπει να δημιουργεί αξία για όλους
Η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, τοποθετεί τη συζήτηση πέρα από την αύξηση των μεγεθών:
«Ο ελληνικός τουρισμός έχει διανύσει μια εντυπωσιακή πορεία που πιστώνεται σε όσα έχουμε χτίσει από κοινού διαχρονικά. Σήμερα αποτελεί βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και καταλύτη για την εξέλιξή του. Το ζητούμενο της επόμενης ημέρας δεν είναι μόνο να μεγαλώνει σε αριθμούς, αλλά να δημιουργεί μεγαλύτερη και σταθερή αξία για όλους».
Όπως προσθέτει:
«Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει συνολικά και με ειλικρίνεια τη σημερινή πραγματικότητα και φωτίζει τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που έχουμε μπροστά μας. Ο ΣΕΤΕ θα αξιοποιήσει τα ευρήματά της στον διάλογο με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς εταίρους, με στόχο να συμβάλει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων για το πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης που επιδιώκουμε για τη χώρα».
Το οικονομικό ζητούμενο είναι συγκεκριμένο: μεγαλύτερη αξία ανά επισκέπτη, ισχυρότερη σύνδεση με τις τοπικές οικονομίες και υποδομές που θα υποστηρίζουν την τουριστική δραστηριότητα χωρίς να υποβαθμίζουν την καθημερινότητα των κατοίκων.
Ισχυρός στην περιφέρεια, συγκεντρωμένος σε λίγες περιοχές
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Άρης Ίκκος, το 75% της τουριστικής δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής και το 58% στις νησιωτικές Περιφέρειες.
Ο τουρισμός αποτελεί, επομένως, σημαντικό οικονομικό στήριγμα για περιοχές που δεν διαθέτουν την ίδια πρόσβαση σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες.
Η μελέτη παραθέτει και τη δημογραφική εικόνα: μεταξύ των απογραφών του 2011 και του 2021 ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 3,1%, ενώ το Νότιο Αιγαίο κατέγραψε αύξηση 6,1% και η Κρήτη 0,2%.
Η σύγκριση αναδεικνύει τη σημασία της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας για τη συγκράτηση πληθυσμού. Δεν αποδεικνύει, από μόνη της, ότι οι διαφορετικές δημογραφικές επιδόσεις οφείλονται αποκλειστικά στον τουρισμό.
Παράλληλα, η ανάπτυξη εκτός Αττικής δεν σημαίνει αυτόματα ισόρροπη ανάπτυξη σε όλη την περιφέρεια. Η μεγάλη συγκέντρωση επισκέψεων και εσόδων δείχνει ότι σημαντικό μέρος της χώρας παραμένει έξω από τις κύριες τουριστικές ροές.
Αναστασάτος: Περισσότερα έσοδα ανά επισκέπτη
Ο επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank, Τάσος Αναστασάτος, αναδεικνύει τη συμβολή του τουρισμού στην ανάπτυξη και στις εξωτερικές συναλλαγές:
«Η επιτυχημένη πορεία του ελληνικού τουρισμού τα τελευταία χρόνια έχει συνεισφέρει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη και την εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Τα οφέλη από τον τουρισμό περιλαμβάνουν τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, διατήρηση πληθυσμού σε φτωχότερες περιοχές και δημιουργία αξίας για άλλους κλάδους».
Για την επόμενη φάση υπογραμμίζει:
«Το ζητούμενο για την μελλοντική πορεία του κλάδου είναι να μεγιστοποιήσει τη θετική οικονομική του συνεισφορά ελαχιστοποιώντας τις αρνητικές εξωτερικότητες. Αυτό επιτάσσει εστίαση στην βελτίωση των εσόδων ανά επισκέπτη και όχι στον αριθμό των αφίξεων, με αντίστοιχη έμφαση σε -ιδιωτικές και δημόσιες- υποδομές που είναι συμβατές με αυτό τον στόχο».
Στο χρηματοδοτικό σκέλος, σημειώνει:
«Οι ελληνικές τράπεζες έχουν στηρίξει ουσιαστικά την άνθιση του τουρισμού με μεγάλη αύξηση των πιστοδοτήσεων προς τον κλάδο αλλά και παροχή τεχνογνωσίας, και διαθέτουν τη ρευστότητα και τη διάθεση να στηρίξουν χρηματοδοτικά και την περαιτέρω πρόοδο προς ένα μοντέλο υψηλής προστιθέμενης αξίας».
Η μετάβαση αυτή προϋποθέτει να προχωρούν μαζί η ιδιωτική επένδυση και οι δημόσιες υποδομές. Η αναβάθμιση ενός καταλύματος έχει περιορισμένη απόδοση για τον προορισμό όταν υστερούν η ύδρευση, η διαχείριση αποβλήτων ή οι μετακινήσεις.
Φορολογία, εποχικότητα και βραχυχρόνια μίσθωση
Η μελέτη καταγράφει πιέσεις από τη φορολογική επιβάρυνση, το ενεργειακό κόστος και τα ελλείμματα δημόσιων υποδομών. Στη σύγκριση τουριστικής φορολογικής ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει, η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη θέση μεταξύ επτά ανταγωνιστριών χωρών.
Η συγκέντρωση της δραστηριότητας κυρίως στο τρίτο τρίμηνο προσθέτει δυσκολίες. Υποδομές και επιχειρήσεις καλούνται να ανταποκριθούν σε υψηλή ζήτηση για περιορισμένο διάστημα, ενώ η εποχικότητα επηρεάζει την απασχόληση και τον προγραμματισμό.
Για τη βραχυχρόνια μίσθωση, η μελέτη θέτει ζήτημα ισορροπημένης ενσωμάτωσης στο τουριστικό προϊόν, με σαφείς κανόνες, ελέγχους και φορολογική ισοδυναμία με τα ξενοδοχεία, λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες στέγασης.
Αυτές αποτελούν κατευθύνσεις πολιτικής που προβάλλονται στη μελέτη. Η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτηθεί από τον σχεδιασμό και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής.
Από την εποχική θέση στη σταδιοδρομία
Η έλλειψη προσωπικού αναδεικνύεται σε κρίσιμο περιορισμό της ανάπτυξης. Η προσέλκυση εργαζομένων συνδέεται με το περιεχόμενο της εργασιακής σχέσης και τις δυνατότητες εξέλιξης.
Η Chief People Officer της Costa Navarino, Γκίκα-Πετρουλάκη, επισημαίνει:
«Για να αντιμετωπίσουμε τις ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού στον τουρισμό, πρέπει πρώτα να επανεξετάσουμε τι προσφέρουμε στους ανθρώπους που θέλουμε να προσελκύσουμε και να διατηρήσουμε. Η αξιοπιστία, η συνέπεια, η ποιότητα της ηγεσίας, η ουσιαστική φροντίδα και οι προοπτικές σταδιοδρομίας δεν είναι πρόσθετες παροχές· είναι προϋποθέσεις μιας βιώσιμης εργασιακής σχέσης».
Και προσθέτει:
«Δεν αρκεί να αναζητούμε ανθρώπους για τις ανάγκες του κλάδου. Οφείλουμε να διαμορφώνουμε έναν κλάδο που ανταποκρίνεται και στις ανάγκες των ανθρώπων».
Η αναβάθμιση των υπηρεσιών απαιτεί δεξιότητες, εμπειρία και συνέχεια. Συνεπώς, η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Το τεστ της επιτυχίας γίνεται στους ίδιους τους προορισμούς
Οι έρευνες που παρουσιάζονται στη μελέτη καταγράφουν θετική αξιολόγηση της οικονομικής συνεισφοράς του τουρισμού από το 82,4%. Η κοινωνική αποδοχή, ωστόσο, επηρεάζεται και από τη στέγαση, το κόστος ζωής και την επάρκεια των υποδομών.
Η διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, Φαίη Μακαντάση, θέτει το ερώτημα:
«Ο ελληνικός τουρισμός πηγαίνει αρκετά καλά. Το ερώτημα είναι πόσο καλά πηγαίνουν και οι τόποι που τον φιλοξενούν. Διότι οι αφίξεις και τα έσοδα λένε την μια πλευρά της ιστορίας. Η επιτυχία του τουρισμού κρίνεται, μεταξύ άλλων, και από το αν οι κάτοικοι έχουν πρόσβαση σε νερό, αν οι υποδομές αντέχουν, αν προστατεύεται το περιβάλλον και αν τα οφέλη φτάνουν στην τοπική οικονομία».
Ζητά καλύτερο συντονισμό κράτους και αυτοδιοίκησης, ισχυρούς Οργανισμούς Διαχείρισης Προορισμών και ανταποδοτικότητα των τουριστικών εσόδων με ορατά αποτελέσματα.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, υπογραμμίζει:
«Η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν πρέπει να μετριέται μόνο από το πλήθος επισκεπτών που προσελκύουμε, αλλά και από το πόση αξία δημιουργούμε για την οικονομία, τους εργαζομένους και τις τοπικές κοινωνίες».
Η γενική διευθύντρια του ΣΕΤΕ, Μαρία Γάτσου, συνοψίζει την προϋπόθεση για την επόμενη ημέρα:
«Ο τουρισμός μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να προσφέρει στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, όχι όμως στον αυτόματο πιλότο. Η χάραξη πολιτικής και οι επιχειρηματικές αποφάσεις απαιτούν κοινή βάση γνώσης και κατανόηση των αλληλεξαρτήσεων».
Το μέγεθος της συμβολής του τουρισμού καθιστά αυτή τη συζήτηση κεντρικό οικονομικό ζήτημα. Η επόμενη επιτυχία θα χρειαστεί να αποτυπωθεί και στη διάρκεια της απασχόλησης, στην αντοχή των υποδομών και στο εισόδημα που παραμένει στις τοπικές οικονομίες.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο