Ρούμπιο «παγώνει» τη Ματσάδο: «Η δημοκρατία δεν έρχεται με διαδηλώσεις» – Το σχέδιο Τραμπ για τη Βενεζουέλα
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Ρούμπιο «παγώνει» τη Ματσάδο: «Η δημοκρατία δεν έρχεται με διαδηλώσεις» – Το σχέδιο Τραμπ για τη Βενεζουέλα
Ένα νέο, εξαιρετικά σύνθετο γεωπολιτικό παιχνίδι εξελίσσεται στη Βενεζουέλα, με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να επιχειρεί να καθορίσει τους όρους της πολιτικής μετάβασης, την Μαρία Κορίνα Ματσάδο να πιέζει για άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση και την προσωρινή ηγεσία του Καράκας να διατηρεί κρίσιμο ρόλο στις εξελίξεις.
Η επιστροφή της εξόριστης ηγέτιδας της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού από τους υποστηρικτές της, δεν συνοδεύτηκε από την άνευ όρων πολιτική στήριξη που ενδεχομένως ανέμεναν οι σύμμαχοί της.
Αντίθετα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επέλεξε να στείλει ένα σαφές μήνυμα για τα όρια της πολιτικής πίεσης και τις προτεραιότητες της Ουάσινγκτον.
«Δεν πρόκειται να φτάσετε στη δημοκρατία μέσα από διαδηλώσεις στους δρόμους», δήλωσε ο Ρούμπιο στους δημοσιογράφους, χωρίς να κατονομάσει τη Ματσάδο.
Η τοποθέτηση, σύμφωνα με το Axios, ερμηνεύεται ως έμμεση προειδοποίηση προς την ηγεσία της αντιπολίτευσης να μην επιχειρήσει να επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις με τρόπο που θα μπορούσε να διαταράξει το μεταβατικό σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ.
Η ουσία της αντιπαράθεσης βρίσκεται στη διαφωνία για τη σειρά των κινήσεων.
Η Ματσάδο ζητά εκλογές το 2027. Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι πριν από τις κάλπες πρέπει να αλλάξουν οι θεσμοί που θα εγγυηθούν τη διεξαγωγή τους.
Η επιστροφή της Ματσάδο αλλάζει τις πολιτικές ισορροπίες
Η επιστροφή της Μαρία Κορίνα Ματσάδο στο Καράκας αποτελεί σημαντικό πολιτικό γεγονός για τη χώρα.
Η αντιπολιτευόμενη πολιτικός είχε αναδειχθεί σε κεντρική προσωπικότητα της αμφισβήτησης του καθεστώτος του Νικολάς Μαδούρο, ενώ είχε αποκλειστεί από τη συμμετοχή στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Η επανεμφάνισή της στη Βενεζουέλα δημιουργεί νέα δυναμική για την αντιπολίτευση, αλλά και πρόσθετες δυσκολίες στη διαδικασία μετάβασης.
Η Ματσάδο επιδιώκει να μετατρέψει την κοινωνική κινητοποίηση σε πίεση για γρήγορη προσφυγή στις κάλπες.
Παράλληλα, έχει επικρίνει τη μεγάλη πετρελαϊκή συμφωνία που συνήψε η αμερικανική κυβέρνηση με τη σημερινή ηγεσία του Καράκας.
Η διαφωνία αυτή δεν είναι μόνο οικονομική.
Αγγίζει το ερώτημα ποιος διαθέτει την πολιτική νομιμοποίηση να διαπραγματεύεται το μέλλον της χώρας και με ποιους όρους θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο, η προτεραιότητα φαίνεται να είναι η διατήρηση ενός ελεγχόμενου χρονοδιαγράμματος θεσμικών αλλαγών.
Το μήνυμα Ρούμπιο και ο φόβος εκτροχιασμού της μετάβασης
Σύμφωνα με το Axios, η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει τη Βενεζουέλα ως ένα από τα σημαντικότερα εγχειρήματα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ.
Πηγή του Λευκού Οίκου, η οποία εμφανίζεται να γνωρίζει τον τρόπο σκέψης του Μάρκο Ρούμπιο, περιέγραψε τη δυσκολία που δημιουργεί η πιθανότητα νέας πολιτικής αντιπαράθεσης.
«Ο Ρούμπιο βρίσκεται σε δύσκολη πολιτική θέση», ανέφερε η πηγή.
Και πρόσθεσε:
«Η Βενεζουέλα είναι το σημαντικότερο επίτευγμα εξωτερικής πολιτικής αυτής της κυβέρνησης και, εάν η πρόοδος που σημειώσαμε ανατραπεί και η Ματσάδο λειτουργήσει ως παράγοντας παρεμπόδισης, κανείς δεν κερδίζει».
Πρόκειται για την εκτίμηση ανώνυμης κυβερνητικής πηγής και όχι για επίσημη δημόσια τοποθέτηση του Λευκού Οίκου.
Ωστόσο, αποτυπώνει το βασικό πολιτικό δίλημμα της αμερικανικής στρατηγικής.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει την πολιτική αλλαγή, αλλά δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο της διαδικασίας που έχει διαμορφώσει.
Η Ματσάδο, από την πλευρά της, θεωρεί ότι η χώρα χρειάζεται γρήγορη επιστροφή σε εκλεγμένη κυβέρνηση.
Πρώτος όρος της Ουάσινγκτον: Αλλαγή στο Ανώτατο Δικαστήριο
Το πρώτο βήμα που θέτει η αμερικανική πλευρά αφορά τη μεταρρύθμιση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βενεζουέλας.
Σύμφωνα με το Axios, η σημερινή σύνθεσή του εξακολουθεί να περιλαμβάνει πρόσωπα που συνδέονται πολιτικά με τον Νικολάς Μαδούρο.
Η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος είναι απαραίτητη ώστε μια μελλοντική εκλογική διαδικασία να συνοδεύεται από αξιόπιστους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιδιώκει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, να έχει συγκροτηθεί νέο Ανώτατο Δικαστήριο έως το τέλος του 2026.
Η αλλαγή αυτή θα αποτελούσε σημαντικό θεσμικό ορόσημο.
Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η αντικατάσταση των προσώπων, αλλά και ο τρόπος επιλογής τους, η ανεξαρτησία τους και η δυνατότητα λειτουργίας της Δικαιοσύνης χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.
Δεύτερος όρος: Νέο Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο
Η δεύτερη μεγάλη προτεραιότητα αφορά το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο της Βενεζουέλας.
Η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι η υφιστάμενη εκλογική αρχή έχει συνδεθεί με τις αμφισβητούμενες εκλογικές διαδικασίες της περιόδου Μαδούρο.
Σύμφωνα με το Axios, στόχος είναι να συγκροτηθεί νέο εκλογικό συμβούλιο στις αρχές του 2027.
Η μεταρρύθμιση αυτή θεωρείται κρίσιμη για την αξιοπιστία των επόμενων εκλογών.
Η λειτουργία ανεξάρτητης εκλογικής αρχής, η διαφάνεια της καταμέτρησης, η δυνατότητα παρακολούθησης της διαδικασίας και η αποδοχή των αποτελεσμάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις μιας δημοκρατικής μετάβασης.
Η διαφωνία ανάμεσα στη Ματσάδο και την Ουάσινγκτον δεν αφορά επομένως την ανάγκη διεξαγωγής εκλογών.
Αφορά το πότε θα πραγματοποιηθούν και ποιες θεσμικές εγγυήσεις θα έχουν προηγηθεί.
Τρίτος όρος: Το χρέος των 300 δισ. δολαρίων
Πέρα από τη θεσμική αναδιάρθρωση, η Βενεζουέλα αντιμετωπίζει μια τεράστια οικονομική πρόκληση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Axios, οι συνολικές υποχρεώσεις της χώρας εκτιμώνται σε περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό μεγαλύτερο από το ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της.
Η αντιμετώπιση του χρέους αποτελεί σημαντική παράμετρο της αμερικανικής στρατηγικής.
Η Ουάσινγκτον εκτιμά ότι μια νέα δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες εάν αναλάμβανε την εξουσία χωρίς να έχει προηγηθεί οικονομική σταθεροποίηση.
Ανώτερος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εξήγησε τη λογική αυτή:
«Εάν θέλεις να επιτύχει μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, δεν θέλεις να κληρονομήσει μια οικονομική αποκάλυψη που θα την οδηγήσει στην κατάρρευση».
Η συγκεκριμένη προσέγγιση συνδέει τη δημοκρατική μετάβαση με τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική ανασυγκρότηση.
Δημιουργεί, όμως, και ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα: πόσο μπορεί να καθυστερήσει η εκλογική νομιμοποίηση στο όνομα της οικονομικής προετοιμασίας;
Το πετρέλαιο στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής
Η Βενεζουέλα διαθέτει τεράστιους ενεργειακούς πόρους, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη γεωοικονομική σημασία στη μετάβασή της.
Η μεγάλη πετρελαϊκή συμφωνία ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη σημερινή ηγεσία του Καράκας αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας με τη Ματσάδο.
Για την αμερικανική κυβέρνηση, η ενεργειακή συνεργασία μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο οικονομικής σταθεροποίησης και ενίσχυσης της διαδικασίας μετάβασης.
Για τους επικριτές της συμφωνίας, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο τέτοιες συμφωνίες προσφέρουν οικονομικούς και πολιτικούς πόρους σε μια ηγεσία που δεν έχει ακόμη προκύψει από νέα εκλογική διαδικασία.
Το ζήτημα αποκτά πρόσθετη σημασία λόγω της θέσης της Βενεζουέλας στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου και του ενδιαφέροντος διεθνών ενεργειακών εταιρειών.
Η οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας θα απαιτήσει επενδύσεις, υποδομές, χρηματοδότηση και ένα σταθερό κανονιστικό περιβάλλον.
Ωστόσο, η ενεργειακή ανάκαμψη από μόνη της δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις θεσμικές εγγυήσεις και την πολιτική νομιμοποίηση.
Τέταρτο μέτωπο: Οι υπηρεσίες ασφαλείας και ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης
Στο παρασκήνιο της αμερικανικής στρατηγικής βρίσκεται και ένα ακόμη ζήτημα: η αναμόρφωση των υπηρεσιών ασφαλείας.
Ανώτερος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έθεσε, σύμφωνα με το Axios, το ενδεχόμενο μια νέα εκλεγμένη κυβέρνηση να βρεθεί αντιμέτωπη με μηχανισμούς ασφαλείας που δεν θα αναγνωρίζουν την εξουσία της.
«Τι θα συμβεί εάν οι δυνάμεις ασφαλείας, που δεν είναι πιστές στο σύστημα, αποφασίσουν ότι δεν θα ακολουθήσουν τις εντολές, ανεξάρτητα από το ποιος εξελέγη;», διερωτήθηκε.
Ο ίδιος προειδοποίησε για τον κίνδυνο αναζωπύρωσης της βίας και της εγκληματικότητας στο Καράκας.
Η αναφορά αυτή αποτυπώνει μια βασική ανησυχία της Ουάσινγκτον: η αλλαγή κυβέρνησης δεν εγγυάται αυτομάτως την αλλαγή των κρατικών μηχανισμών.
Για να λειτουργήσει μια νέα πολιτική ηγεσία, χρειάζεται οι δυνάμεις ασφαλείας να υπάγονται σε νόμιμο πολιτικό και θεσμικό έλεγχο.
Η αναδιάρθρωση των υπηρεσιών ασφαλείας αποτελεί επομένως μία ακόμη δύσκολη προϋπόθεση της μετάβασης.
Ντέλσι Ροντρίγκες: Η απρόσμενη συνομιλήτρια του Τραμπ
Στο κέντρο των εξελίξεων βρίσκεται η Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία ανέλαβε τη διακυβέρνηση μετά την αμερικανική επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου 2026 και τη μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αντιμετωπίζει κατηγορίες σχετικές με τη διακίνηση ναρκωτικών.
Η Ροντρίγκες αποτελεί σήμερα βασική συνομιλήτρια της Ουάσινγκτον για τη μεταβατική διαδικασία.
Σύμφωνα με προηγούμενο δημοσίευμα του Axios, ο Τραμπ είχε συζητήσει μαζί της τα ζητήματα της Δικαιοσύνης, των εκλογικών θεσμών και του δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, της είχε μεταφέρει ότι η χώρα θα πρέπει τελικά να οδηγηθεί σε εκλογές.
Η συνεργασία αυτή αναδεικνύει μια πολιτική αντίφαση.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει αλλαγή του πολιτικού συστήματος που συνδέθηκε με τον Μαδούρο, αλλά για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων συνεργάζεται με πρόσωπο που προέρχεται από την προηγούμενη ηγεσία.
Η Ουάσινγκτον φαίνεται να αξιολογεί τη συνεργασία με βάση τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις και ενέργειες της μεταβατικής κυβέρνησης.
Η σύγκρουση Ροντρίγκες – Ματσάδο
Οι σχέσεις ανάμεσα στη Ντέλσι Ροντρίγκες και τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο παραμένουν ιδιαίτερα τεταμένες.
Η Ροντρίγκες επέκρινε δημόσια τη στάση της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης απέναντι στην αμερικανική επέμβαση.
Χωρίς να την κατονομάσει, δήλωσε ότι θα έπρεπε να αισθάνεται μεταμέλεια για την υποστήριξη της «εξωτερικής επίθεσης, αυτής της εξωτερικής στρατιωτικού τύπου επιθετικότητας εναντίον της Βενεζουέλας».
Η αναφορά αφορούσε την αμερικανική επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του Μαδούρο.
Η Ματσάδο και η Ροντρίγκες εκπροσωπούν διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις για τη μετάβαση.
Η πρώτη επιδιώκει την ταχεία προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, ενώ η δεύτερη διαχειρίζεται τους υφιστάμενους κρατικούς μηχανισμούς και τις συμφωνίες με την Ουάσινγκτον.
Η αντιπαράθεσή τους δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενός ευρύτερα αποδεκτού μεταβατικού πλαισίου.
Ρούμπιο: «Κρίνουμε τις πράξεις, όχι τα λόγια»
Ο Μάρκο Ρούμπιο επιχείρησε να αποσαφηνίσει τη στάση της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στη Ροντρίγκες.
Σύμφωνα με το Axios, ο υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι αξιολογεί τη σημερινή ηγεσία της Βενεζουέλας με βάση τις ενέργειές της και όχι τις δημόσιες δηλώσεις της.
Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι η κυβέρνηση Ροντρίγκες έχει ανταποκριθεί σε δεσμεύσεις που σχετίζονται με τον περιορισμό της επιρροής του Ιράν και της Κούβας στη χώρα.
Επίσης, επικαλέστηκε την έκδοση του Άλεξ Σάαμπ, πρώην συνεργάτη του Μαδούρο, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, συνεργάζεται πλέον ως μάρτυρας με τις αμερικανικές αρχές.
Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας περιέγραψε με σαφήνεια το επιθυμητό αποτέλεσμα:
«Εάν στο τέλος της ημέρας έχουμε ένα νέο Ανώτατο Δικαστήριο, ένα νέο Εκλογικό Συμβούλιο, νέες εκλογές και ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης, αυτό είναι που θέλουμε».
Και πρόσθεσε:
«Ανεξάρτητα από το τι λέει ο καθένας στην πορεία, εφόσον αυτό συμβεί, πρόκειται για μια διαδικασία που κρίνεται από τα αποτελέσματα».
Η τοποθέτηση δείχνει ότι η Ουάσινγκτον δίνει προτεραιότητα στην ολοκλήρωση συγκεκριμένων θεσμικών και πολιτικών στόχων.
Εκλογές το 2027 ή το 2028; Το χρονοδιάγραμμα παραμένει ανοιχτό
Η μεγαλύτερη διαφωνία αφορά τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών.
Η Ματσάδο ζητά κάλπες μέσα στο 2027.
Η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει ανακοινώσει δεσμευτική ημερομηνία.
Σύμφωνα με το Axios, η προκήρυξη εκλογών θα απαιτούσε συγκεκριμένες συνταγματικές διαδικασίες, με κεντρικό στοιχείο τη διαπίστωση κενής θέσης στην προεδρία.
Αμερικανοί αξιωματούχοι περιγράφουν ως ένα από τα πιθανά σενάρια τη διεξαγωγή εκλογών τον Ιούνιο του 2027.
Ωστόσο, διευκρινίζουν ότι δεν υπάρχει οριστικό χρονοδιάγραμμα και ότι οι εκλογές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και το 2028.
Η αβεβαιότητα συνδέεται με την πρόοδο των θεσμικών αλλαγών και την οικονομική κατάσταση της χώρας.
Η καθυστέρηση, πάντως, δημιουργεί πολιτική πίεση, καθώς η αντιπολίτευση ζητά σαφή ορίζοντα επιστροφής στη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Η προειδοποίηση προς τη Ροντρίγκες: «Δεν θα μας περιμένουν να φύγουμε»
Παρά τη συνεργασία με τη μεταβατική κυβέρνηση, ο Ρούμπιο προειδοποίησε ότι η Ουάσινγκτον δεν πρόκειται να αποδεχθεί απεριόριστες καθυστερήσεις.
«Τι θα γίνει εάν προσπαθήσουν απλώς να περιμένουν δύο χρόνια μέχρι να φύγουμε; Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί», δήλωσε.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών πρόσθεσε:
«Έχουμε συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα και, μέχρι στιγμής, έχουν τηρήσει κάθε ένα από αυτά».
Η δήλωση υποδηλώνει ότι η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί πως διαθέτει συγκεκριμένους μηχανισμούς παρακολούθησης της μεταβατικής διαδικασίας.
Ωστόσο, τα ακριβή χρονοδιαγράμματα δεν δημοσιοποιήθηκαν.
Ο Ρούμπιο συνέδεσε επίσης την ολοκλήρωση της διαδικασίας με τον χρονικό ορίζοντα της θητείας της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία ολοκληρώνεται τον Ιανουάριο του 2029.
«Στο καλύτερο σενάριο, θα βρίσκομαι σε αυτή τη θέση για ακόμη δύο χρόνια και δύο μήνες. Επομένως, σκοπεύω ξεκάθαρα να δω αυτή τη διαδικασία να ολοκληρώνεται πολύ πριν αποχωρήσω από την κυβέρνηση», ανέφερε.
Ιράν, Κούβα και το γεωπολιτικό αποτύπωμα της μετάβασης
Η Βενεζουέλα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα εσωτερικής δημοκρατικής μετάβασης για την Ουάσινγκτον.
Η χώρα έχει ιδιαίτερη σημασία για τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Λατινική Αμερική.
Η επιρροή της Κούβας και του Ιράν, οι ενεργειακές σχέσεις, η περιφερειακή ασφάλεια και η διαχείριση των μεταναστευτικών πιέσεων αποτελούν βασικές παραμέτρους της αμερικανικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να διαμορφώσει μια νέα σχέση με το Καράκας, περιορίζοντας την παρουσία δυνάμεων που θεωρεί ανταγωνιστικές προς τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η στρατηγική αυτή συνδυάζει διπλωματική πίεση, οικονομικές συμφωνίες και απαιτήσεις θεσμικών μεταρρυθμίσεων.
Παράλληλα, όμως, δημιουργεί ερωτήματα για τον βαθμό αυτονομίας της μεταβατικής διαδικασίας και για τον ρόλο που θα διαδραματίσουν οι ίδιοι οι πολίτες της Βενεζουέλας στον καθορισμό του πολιτικού τους μέλλοντος.
Η μεγάλη αντίφαση: Δημοκρατική μετάβαση χωρίς άμεσες εκλογές
Η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ρούμπιο και τη Ματσάδο αναδεικνύει δύο διαφορετικές προτεραιότητες.
Η πρώτη αφορά τη γρήγορη αποκατάσταση της εκλογικής νομιμοποίησης.
Η δεύτερη αφορά τη δημιουργία των θεσμικών και οικονομικών προϋποθέσεων ώστε μια νέα εκλεγμένη κυβέρνηση να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά.
Οι δύο στόχοι δεν είναι κατ’ ανάγκην ασύμβατοι.
Ωστόσο, η χρονική τους αλληλουχία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές πολιτικές συγκρούσεις.
Η αντιπολίτευση ενδέχεται να αντιμετωπίζει την καθυστέρηση ως παράταση της εξουσίας προσώπων που συνδέονται με το προηγούμενο καθεστώς.
Η αμερικανική κυβέρνηση, αντίθετα, υποστηρίζει ότι μια βιαστική εκλογική διαδικασία χωρίς θεσμικές εγγυήσεις θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αστάθεια.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι να υπάρξει σαφής, ελέγξιμος και δημόσια κατανοητός οδικός χάρτης.
Το μήνυμα της Ουάσινγκτον: Γρήγορες αλλαγές, αλλά με συγκεκριμένη σειρά
Ο Ρούμπιο επέμεινε ότι η μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος δεν μπορεί να παραπεμφθεί σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.
«Πρέπει να αλλάξει η υποδομή των εκλογών. Όχι σε δέκα χρόνια. Όχι σε πέντε χρόνια. Όχι σε δύο χρόνια. Πρέπει να γίνει γρήγορα, σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που έχουμε καθορίσει», δήλωσε.
Και κατέληξε με μια ακόμη προειδοποίηση:
«Εάν οποιοσδήποτε προσπαθήσει να εκτροχιάσει αυτή τη διαδικασία, προκαλεί μεγάλη ζημιά στη Βενεζουέλα».
Η διατύπωση απευθύνεται ευρύτερα σε όσους θα μπορούσαν να εμποδίσουν τη μετάβαση, χωρίς να κατονομάζει συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο.
Για τη Ματσάδο, το μήνυμα αναδεικνύει τα όρια της σύμπλευσης με την αμερικανική κυβέρνηση.
Για τη Ροντρίγκες, υπενθυμίζει ότι η συνεργασία με την Ουάσινγκτον συνοδεύεται από δεσμεύσεις.
Και για τη Βενεζουέλα, η εξέλιξη σηματοδοτεί μια δύσκολη πολιτική περίοδο, κατά την οποία η αποκατάσταση των θεσμών, η οικονομική ανασυγκρότηση και η δημοκρατική νομιμοποίηση θα πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πότε θα γίνουν εκλογές, αλλά ποιος θα καθορίσει τους όρους τους και πώς θα διασφαλιστεί ότι το αποτέλεσμά τους θα γίνει σεβαστό.
Η απάντηση θα κρίνει την επόμενη ημέρα της Βενεζουέλας, αλλά και την αξιολόγηση της αμερικανικής στρατηγικής στη Λατινική Αμερική.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο