Γεωπολιτικά

Ρήγμα στην Ευρώπη για Πούτιν:Μυστική διπλωματία στο Βορρά,οργή στη Δανία και «όχι» της Μόσχας για το Ντονμπάς

Ρήγμα στην Ευρώπη για Πούτιν:Μυστική διπλωματία στο Βορρά,οργή στη Δανία και «όχι» της Μόσχας για το Ντονμπάς

Πηγή Φωτογραφίας: Credit: Martin Lerberg Fossum / Office of the Prime Minister of Norway και Feng Kaihua / Xinhua. +C+redit: Cornelius Poppe / NTB via Reuters.+ Credit: Heiko Junge / AFP, pool photograph via AP.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Φινλανδία και Νορβηγία ανοίγουν απευθείας δίαυλο με το Κρεμλίνο, επιχειρώντας να επαναφέρουν την Ευρώπη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Ο Ζελένσκι ενημερώθηκε, η Δανία αντιδρά και ο Πούτιν εμφανίζεται αμετακίνητος στις εδαφικές απαιτήσεις του. Στο παρασκήνιο, ο φόβος ότι ο Τραμπ θα καθορίσει μόνος του τους όρους της ειρήνης.

Μια νέα, εξαιρετικά ευαίσθητη διπλωματική πρωτοβουλία από τη Βόρεια Ευρώπη έρχεται να ανατρέψει τις ισορροπίες γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αποκαλύπτοντας παράλληλα τις διαφορετικές στρατηγικές που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής συμμαχίας.

Ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, και ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Γιόνας Γκαρ Στέρε, είχαν απευθείας τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ανοίγοντας έναν δίαυλο επικοινωνίας που οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν αποφύγει μετά τη ρωσική εισβολή του Φεβρουαρίου 2022.

Η εξέλιξη επιβεβαιώθηκε τόσο από τη φινλανδική προεδρία όσο και από το Κρεμλίνο, μέσω του εκπροσώπου του Ντμίτρι Πεσκόφ, σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο TASS.

Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο ότι δύο ηγέτες χωρών του ΝΑΤΟ συνομίλησαν με τον Πούτιν.

Είναι ότι η πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη ανησυχεί ότι κινδυνεύει να βρεθεί εκτός των κρίσιμων διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Ουκρανίας, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί απευθείας επαφές με τη Μόσχα.

Στουμπ: «Ο τερματισμός του πολέμου απαιτεί απευθείας συνομιλίες»

Ο Φινλανδός πρόεδρος υπερασπίστηκε την πρωτοβουλία, υπογραμμίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία δεν μπορούν να παραμένουν θεατές σε μια σύγκρουση που επηρεάζει άμεσα τη δική τους ασφάλεια.

«Η συζήτηση ήταν ειλικρινής και ουσιώδης. Είμαστε γειτονικές χώρες της Ρωσίας. Η έκβαση αυτού του πολέμου θα έχει άμεσο αντίκτυπο σε εμάς και την ευρύτερη ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ο τερματισμός του πολέμου απαιτεί απευθείας συνομιλίες», δήλωσε ο Αλεξάντερ Στουμπ.

Η τοποθέτησή του αποτυπώνει μια προσέγγιση που αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σημασία στην ευρωπαϊκή διπλωματική συζήτηση: η πολιτική απομόνωση της Μόσχας δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις τερματισμού του πολέμου.

Η Φινλανδία, η οποία μοιράζεται εκτεταμένα χερσαία σύνορα με τη Ρωσία, αντιμετωπίζει την έκβαση της ουκρανικής σύγκρουσης ως ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας.

Από την πλευρά του, ο Νορβηγός πρωθυπουργός έδωσε έμφαση στο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος του πολέμου.

«Ο πόλεμος έρχεται με τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και σε υλικό επίπεδο. Τα δεινά και η καταστροφή θα επηρεάσουν γενιές. Στην τηλεφωνική επικοινωνία τονίσαμε τη σημασία της αποκλιμάκωσης», ανέφερε ο Γιόνας Γκαρ Στέρε.

Και οι δύο ηγέτες ξεκαθάρισαν ότι η πρωτοβουλία δεν σηματοδοτεί αλλαγή της πολιτικής τους απέναντι στην Ουκρανία.

Η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη προς το Κίεβο θα συνεχιστεί.

Ο Ζελένσκι ενημερώθηκε – Η προσπάθεια να μη δημιουργηθεί δεύτερο μέτωπο

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το γεγονός ότι ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι επικοινώνησε με τους δύο ηγέτες μετά τη συνομιλία τους με τον Πούτιν.

Σύμβουλος του Ουκρανού προέδρου επιβεβαίωσε την επικοινωνία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδόθηκαν σε δημοσιογράφους.

Η ενημέρωση του Κιέβου έχει ιδιαίτερη διπλωματική βαρύτητα.

Η ουκρανική ηγεσία έχει επιμείνει ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για τον τερματισμό του πολέμου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ουκρανίας.

Η πρωτοβουλία Φινλανδίας και Νορβηγίας επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη απευθείας επικοινωνίας με τη Μόσχα και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης του Κιέβου.

Το γεγονός ότι ο Ζελένσκι ενημερώθηκε δεν αποδεικνύει, πάντως, ότι υπήρξε προηγούμενη συμφωνία για το περιεχόμενο της επικοινωνίας ή ότι η ουκρανική πλευρά έχει αποδεχθεί συγκεκριμένο διαπραγματευτικό πλαίσιο.

Το Κρεμλίνο δεν υποχωρεί: «Τα συμφέροντα της Ρωσίας πρέπει να ληφθούν πλήρως υπόψη»

Παρά την επανέναρξη του διαλόγου, οι πρώτες ενδείξεις από τη Μόσχα δεν δημιουργούν προσδοκίες άμεσου συμβιβασμού.

Στην ανακοίνωσή του, το Κρεμλίνο επανέλαβε τη γνωστή ρωσική θέση ότι οποιαδήποτε ειρηνευτική διευθέτηση πρέπει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Μόσχας.

«Η επίτευξη δίκαιης και μακροπρόθεσμης ειρήνης είναι δυνατή μόνο εάν τα νόμιμα συμφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας λαμβάνονται υπόψη πλήρως και άνευ όρων», ανέφερε η ρωσική πλευρά.

Παράλληλα, το Κρεμλίνο κατηγόρησε εκ νέου την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ ότι συμβάλλουν στη συνέχιση των εχθροπραξιών.

«Έγινε αναφορά στις συγκρουσιακές πολιτικές των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που συμβάλλουν στην παράταση των εχθροπραξιών», σημειώνεται στη ρωσική ανακοίνωση.

Η συγκεκριμένη διατύπωση δείχνει ότι η Μόσχα εξακολουθεί να συνδέει τη διαπραγμάτευση για την Ουκρανία με ευρύτερες απαιτήσεις για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Για το Κρεμλίνο, η σύγκρουση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως διμερές ζήτημα με το Κίεβο, αλλά ως μέρος της αντιπαράθεσής του με τη Δύση.

Το Ντονμπάς παραμένει η μεγάλη κόκκινη γραμμή

Το σημαντικότερο εμπόδιο για οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία παραμένει το εδαφικό.

Πηγή προσκείμενη στο Κρεμλίνο δήλωσε στο Reuters ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν ξεκαθάρισε στους δύο Σκανδιναβούς ηγέτες πως η Ρωσία δεν πρόκειται να συμβιβαστεί ως προς τον στόχο της να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του Ντονμπάς.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι Ευρωπαίοι συνομιλητές του υπογράμμισαν την ανάγκη επίτευξης μιας «δίκαιης» ειρήνης.

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Η Μόσχα επιδιώκει την αναγνώριση των στρατιωτικών και εδαφικών τετελεσμένων, ενώ η Ουκρανία και οι Ευρωπαίοι υποστηρικτές της επιμένουν ότι μια βιώσιμη συμφωνία δεν μπορεί να βασίζεται στην επιβολή αλλαγών συνόρων διά της βίας.

Επομένως, η επανέναρξη της επικοινωνίας δεν σημαίνει ότι οι δύο πλευρές έχουν πλησιάσει σε κοινά αποδεκτή λύση.

Αντίθετα, οι πληροφορίες για το περιεχόμενο της συνομιλίας υποδηλώνουν ότι οι θεμελιώδεις διαφορές παραμένουν.

Οργή στη Δανία: «Η Ευρώπη πρέπει να παραμείνει ενωμένη»

Η πρωτοβουλία προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ευρώπης.

Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, επέκρινε την απόφαση των δύο ηγετών να συνομιλήσουν με τον Πούτιν, αμφισβητώντας τη χρησιμότητα μεμονωμένων διπλωματικών κινήσεων.

«Νομίζω ότι η Ευρώπη θα πρέπει να παραμείνει ενωμένη αντί να κινείται μεμονωμένα», δήλωσε στο δανικό δίκτυο DR.

Η Φρεντέρικσεν πρόσθεσε ότι δεν διακρίνει ενδείξεις πως η Ρωσία επιθυμεί πραγματικά τον τερματισμό του πολέμου.

Η παρέμβασή της αποκαλύπτει μια ευρύτερη διαφωνία μεταξύ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι η απευθείας επικοινωνία με τον Πούτιν είναι απαραίτητη, ώστε η Ευρώπη να διατηρήσει επιρροή στις εξελίξεις.

Από την άλλη, όσοι φοβούνται ότι τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί να αποδυναμώσουν την κοινή ευρωπαϊκή στάση και να προσφέρουν στη Μόσχα τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τις διαφορές μεταξύ των συμμάχων.

Στουμπ και Στέρε διευκρίνισαν ότι μίλησαν ως ηγέτες των δικών τους χωρών και όχι ως εκπρόσωποι της Ευρώπης συνολικά.

Η διευκρίνιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αναδεικνύει την απουσία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διαπραγματευτικής εντολής προς τη Μόσχα.

Ο παράγοντας Τραμπ και ο φόβος του ευρωπαϊκού αποκλεισμού

Πίσω από τη βορειοευρωπαϊκή πρωτοβουλία βρίσκεται ένα μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, έχουν αναλάβει κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες διαμεσολάβησης με τη Ρωσία.

Αντίθετα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει δραστικά τις απευθείας επαφές τους με τον Πούτιν μετά την εισβολή του 2022.

Η επιλογή αυτή είχε στόχο να ενισχύσει τη διεθνή απομόνωση της Μόσχας.

Ωστόσο, δημιουργεί πλέον ένα διπλωματικό δίλημμα.

Εάν οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται απευθείας με τη Ρωσία, ενώ η Ευρώπη απουσιάζει από τις συνομιλίες, υπάρχει κίνδυνος οι ευρωπαϊκές ανησυχίες για την ασφάλεια να μη βρεθούν στο επίκεντρο μιας μελλοντικής συμφωνίας.

Οι ανησυχίες αυτές εντάθηκαν μετά τις πρόσφατες κινήσεις της Ουάσιγκτον για χαλάρωση ορισμένων κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας και τις αναφερόμενες συμφωνίες για προμήθειες ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ.

Παράλληλα, οι δημόσιες παρεμβάσεις του Τραμπ σχετικά με την πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας έχουν ενισχύσει τον προβληματισμό σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η Ευρώπη μπορεί να διαμορφώσει αυτόνομη διπλωματική παρουσία ή εάν θα περιοριστεί στην αποδοχή αποφάσεων που θα προκύψουν από απευθείας αμερικανορωσικές συνεννοήσεις.

Το παρασκήνιο του Όσλο και ο ρόλος του Γουίτκοφ

Η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πούτιν δεν πραγματοποιήθηκε σε διπλωματικό κενό.

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Στουμπ και ο Στέρε είχαν συναντηθεί στο Όσλο με τον Αμερικανό ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ και τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε μία ημέρα πριν από τις επαφές του Γουίτκοφ με τον Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη.

Η χρονική αλληλουχία αναδεικνύει την έντονη διπλωματική κινητικότητα γύρω από το ουκρανικό ζήτημα.

Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι υπάρχει ήδη συμφωνημένο κοινό σχέδιο μεταξύ Ουάσιγκτον, Ελσίνκι και Όσλο.

Αντίθετα, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα πολυεπίπεδο περιβάλλον επαφών, στο οποίο διαφορετικοί δρώντες επιχειρούν να επηρεάσουν τους όρους μιας πιθανής ειρηνευτικής διαδικασίας.

Η περίπτωση Μακρόν και τα όρια της διπλωματίας

Σύμφωνα με πηγή προσκείμενη στο Κρεμλίνο που επικαλείται το Reuters, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είχε επίσης πραγματοποιήσει τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πούτιν τον Ιούλιο.

Η επικοινωνία αυτή, σύμφωνα με την ίδια πηγή, δεν είχε δημοσιοποιηθεί και δεν απέφερε ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Η πληροφορία υπογραμμίζει ότι η απευθείας επαφή με τη ρωσική ηγεσία δεν εγγυάται διπλωματική πρόοδο.

Για να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο μια διαπραγματευτική διαδικασία, απαιτείται κάποια ένδειξη μεταβολής των θέσεων των εμπλεκόμενων πλευρών.

Μέχρι στιγμής, οι δημόσιες τοποθετήσεις του Κρεμλίνου δεν υποδηλώνουν τέτοια μεταβολή.

Τρία σενάρια για την επόμενη ημέρα

Η νέα διπλωματική πρωτοβουλία ανοίγει τρεις πιθανές διαδρομές.

Πρώτο σενάριο – Επιστροφή της Ευρώπης στις διαπραγματεύσεις. Οι επαφές Φινλανδίας και Νορβηγίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία ευρύτερης ευρωπαϊκής συνεννόησης, με στόχο να διαμορφωθεί κοινή στρατηγική επικοινωνίας με τη Μόσχα.

Δεύτερο σενάριο – Βαθύτερος ευρωπαϊκός διχασμός. Εάν οι διμερείς πρωτοβουλίες συνεχιστούν χωρίς κοινό πλαίσιο, οι διαφωνίες μεταξύ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ενδέχεται να ενταθούν, αποδυναμώνοντας τη διαπραγματευτική τους επιρροή.

Τρίτο σενάριο – Διπλωματική κινητικότητα χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η Μόσχα μπορεί να συνεχίσει τις επαφές χωρίς να μεταβάλει τις εδαφικές της απαιτήσεις, ενώ οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες θα εξακολουθούν να αναζητούν μια κοινά αποδεκτή φόρμουλα.

Το τρίτο σενάριο παραμένει ιδιαίτερα πιθανό όσο δεν εμφανίζεται κάποια ουσιαστική σύγκλιση για το Ντονμπάς, τις εγγυήσεις ασφαλείας και την κυριαρχία της Ουκρανίας.

Η μεγάλη γεωπολιτική αναμέτρηση για το μέλλον της Ευρώπης

Η επικοινωνία Στουμπ και Στέρε με τον Πούτιν αναδεικνύει ένα θεμελιώδες ζήτημα: ποιος θα έχει τον αποφασιστικό λόγο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Ευρώπης;

Η Ουκρανία επιδιώκει να διασφαλίσει την κυριαρχία και την εδαφική της ακεραιότητα.

Η Ρωσία απαιτεί την αναγνώριση συμφερόντων και εδαφικών διεκδικήσεων που η ουκρανική πλευρά απορρίπτει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διαμορφώσουν μια συμφωνία, ενώ η Ευρώπη αναζητεί τρόπο να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στις συνομιλίες.

Η Φινλανδία και η Νορβηγία επέλεξαν να ανοίξουν έναν δίαυλο με τη Μόσχα, υποστηρίζοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα και οι άμεσες επιπτώσεις του πολέμου καθιστούν αναγκαία την επικοινωνία.

Η Δανία, αντίθετα, προειδοποιεί ότι η ευρωπαϊκή ενότητα δεν πρέπει να θυσιαστεί στον βωμό μεμονωμένων διπλωματικών πρωτοβουλιών.

Το τηλεφώνημα στον Πούτιν δεν έφερε ειρήνη, ούτε κάποια ορατή ρωσική υποχώρηση. Έφερε όμως στην επιφάνεια το στρατηγικό δίλημμα της Ευρώπης: να παραμείνει ενωμένη χωρίς απευθείας διάλογο ή να αναζητήσει θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, διακινδυνεύοντας νέες εσωτερικές διαφωνίες.

Και όσο το Κρεμλίνο επιμένει στις απαιτήσεις του για το Ντονμπάς, η απόσταση ανάμεσα στη διπλωματική κινητικότητα και σε μια πραγματική ειρηνευτική συμφωνία παραμένει μεγάλη.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο