Policy Briefs

«Μπλόκο» Βερολίνου στη φον ντερ Λάιεν για τον Καναδά – Ρήγμα στην ΕΕ 48 ώρες πριν από τη Σύνοδο

«Μπλόκο» Βερολίνου στη φον ντερ Λάιεν για τον Καναδά – Ρήγμα στην ΕΕ 48 ώρες πριν από τη Σύνοδο

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo/«Μπλόκο» Βερολίνου στη φον ντερ Λάιεν για τον Καναδά – Ρήγμα στην ΕΕ 48 ώρες πριν από τη Σύνοδο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Διπλωματικό θρίλερ στις Βρυξέλλες, με τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να απορρίπτουν τον χαρακτηρισμό του Καναδά ως «συνδεδεμένου μέλους» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαδικασία έγκρισης της κοινής δήλωσης κατέρρευσε, ενώ η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Μαρκ Κάρνεϊ ετοιμάζονται για τη Σύνοδο του Μόντρεαλ. Στο παρασκήνιο, οι διαφωνίες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η στρατηγική αυτονομία και η σκιά του Ντόναλντ Τραμπ.

Ένα νέο διπλωματικό μέτωπο ανοίγει στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόλις 48 ώρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ–Καναδά στο Μόντρεαλ, στις 29 και 30 Οκτωβρίου.

Η πρωτοβουλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να προσφέρει στον Καναδά ένα πρωτοφανές καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» συναντά ισχυρές αντιδράσεις από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Σύμφωνα με το POLITICO, η Γερμανία πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια να αφαιρεθεί ο επίμαχος χαρακτηρισμός από το κείμενο της κοινής δήλωσης, ενώ τουλάχιστον τρεις ακόμη χώρες διατύπωσαν αντιρρήσεις κατά την τελευταία διαδικασία έγκρισης.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα νέο αδιέξοδο σε επίπεδο πρεσβευτών, το οποίο υποχρεώνει τις Βρυξέλλες να αναζητήσουν συμβιβασμό την τελευταία στιγμή.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η ΕΕ επιχειρεί να οικοδομήσει μια στενότερη στρατηγική σχέση με τον Καναδά του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ, σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων στις διατλαντικές σχέσεις.

Και ενώ υπάρχει ευρεία συμφωνία για την ανάγκη εμβάθυνσης της συνεργασίας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν καταλήξει στο πώς πρέπει να ονομάζεται και, κυρίως, τι ακριβώς θα σημαίνει θεσμικά αυτή η νέα σχέση.

Το διπλωματικό αδιέξοδο: Τέσσερις χώρες έσπασαν τη «σιωπή»

Οι τελευταίες διαβουλεύσεις στις Βρυξέλλες δεν οδήγησαν σε συμφωνία.

Οι πρεσβευτές των κρατών-μελών συζήτησαν τη Δευτέρα το σχέδιο της κοινής δήλωσης που προορίζεται να εγκριθεί στη Σύνοδο του Μόντρεαλ.

Ωστόσο, δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στη διατύπωση για τον Καναδά.

Την Τρίτη 27 Οκτωβρίου ενεργοποιήθηκε η λεγόμενη «διαδικασία σιωπής», ένας μηχανισμός που χρησιμοποιείται συχνά στη διπλωματία της ΕΕ.

Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, ένα αναθεωρημένο κείμενο θεωρείται εγκεκριμένο εάν καμία χώρα δεν διατυπώσει αντίρρηση μέχρι συγκεκριμένη προθεσμία.

Η προθεσμία έληγε το μεσημέρι.

Όμως η Γερμανία και τουλάχιστον τρεις ακόμη χώρες έσπασαν τη διαδικασία σιωπής, σύμφωνα με δύο Ευρωπαίους διπλωμάτες που επικαλείται το POLITICO.

Αυτό σημαίνει ότι το κείμενο δεν εγκρίθηκε και ότι οι διαβουλεύσεις πρέπει να συνεχιστούν.

Το θέμα αναμένεται να επιστρέψει στους πρεσβευτές την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου, μόλις μία ημέρα πριν από την έναρξη της Συνόδου.

Η εξέλιξη αποκαλύπτει ότι οι διαφωνίες παραμένουν ουσιαστικές, παρά τις προσπάθειες συμβιβασμού.

Γιατί η Γερμανία λέει «όχι»

Το Βερολίνο βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των αντιδράσεων.

Η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει την πλήρη αφαίρεση του όρου associate member από το κείμενο της κοινής δήλωσης.

Η αντίρρηση δεν αφορά κατ’ ανάγκη την ενίσχυση των σχέσεων με τον Καναδά.

Αφορά τη χρήση ενός θεσμικού χαρακτηρισμού που δεν έχει σαφώς καθορισμένο περιεχόμενο.

Για τη Γερμανία και άλλες επιφυλακτικές κυβερνήσεις, το πρόβλημα είναι ότι η ΕΕ επιχειρεί να ονομάσει μια νέα μορφή σχέσης προτού συμφωνήσει στις αρμοδιότητες, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που θα τη συνοδεύουν.

Το ζήτημα είχε αναδειχθεί ήδη από τις 22 Οκτωβρίου, όταν το POLITICO αποκάλυψε ότι η Γερμανία, η Γαλλία και τουλάχιστον έξι ακόμη κράτη-μέλη εξέφραζαν επιφυλάξεις για τον χαρακτηρισμό.

Στις χώρες που είχαν αναφερθεί ως επιφυλακτικές περιλαμβάνονταν επίσης η Ιταλία και το Βέλγιο.

Η ακριβής σύνθεση των κυβερνήσεων που αντιτάχθηκαν στην τελευταία διαδικασία έγκρισης δεν έχει δημοσιοποιηθεί πλήρως.

Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η αντίδραση του Βερολίνου απέκτησε αρκετή υποστήριξη ώστε να μπλοκάρει την έγκριση του κειμένου.

Η κίνηση της φον ντερ Λάιεν που αιφνιδίασε τις πρωτεύουσες

Η διαμάχη ξεκίνησε στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, όταν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε την ιδέα για μια νέα στρατηγική σχέση ΕΕ–Καναδά κατά την ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης.

Η πρόεδρος της Κομισιόν πρότεινε τη δημιουργία μιας «Συμμαχίας για το Μέλλον», η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει τον Καναδά στο καθεστώς του πρώτου συνδεδεμένου μέλους της ΕΕ.

Απευθυνόμενη στον Μαρκ Κάρνεϊ, είχε δηλώσει:

«Θα ήθελα να συνεργαστούμε για να ανοίξουμε την πόρτα ώστε ο Καναδάς να γίνει το πρώτο συνδεδεμένο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Η πρόταση προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον, καθώς επρόκειτο για μια πρωτοφανή ιδέα στις σχέσεις της Ένωσης με μια χώρα εκτός Ευρώπης.

Ωστόσο, προκάλεσε και αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΕΕ.

Σύμφωνα με διπλωματικές πληροφορίες που δημοσίευσε το POLITICO, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αιφνιδιάστηκαν, καθώς δεν είχε προηγηθεί πλήρης διαβούλευση για τον συγκεκριμένο θεσμικό χαρακτηρισμό.

Τέσσερις Ευρωπαίοι διπλωμάτες είχαν υποστηρίξει ότι η φον ντερ Λάιεν δεν είχε συμβουλευτεί τις πρωτεύουσες πριν παρουσιάσει δημόσια την πρόταση.

Η διαφωνία επομένως δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της μελλοντικής σχέσης με τον Καναδά.

Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλαμβάνει πολιτικές πρωτοβουλίες με θεσμικές προεκτάσεις.

Κάρνεϊ: «Σημασία έχει η ουσία, όχι η ονομασία»

Η κυβέρνηση του Καναδά έχει εμφανιστεί θετική στην ενίσχυση της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έχει αποφύγει να υιοθετήσει ανεπιφύλακτα τον όρο «συνδεδεμένο μέλος».

Μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο, χαιρέτισε την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία.

«Καλωσορίζουμε αυτή τη φιλοδοξία», είχε δηλώσει.

Ο ίδιος επέλεξε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην ιδέα μιας ευρύτερης στρατηγικής συμμαχίας.

«Η πρόεδρος φον ντερ Λάιεν χρησιμοποίησε και τους δύο όρους: Συμμαχία για το Μέλλον και συνδεδεμένη ιδιότητα μέλους. Η ακριβής ονομασία είναι ζήτημα της Ευρώπης», εξήγησε.

Και πρόσθεσε:

«Αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία».

Ο Καναδός πρωθυπουργός έχει ξεκαθαρίσει επίσης ότι η χώρα του δεν επιδιώκει την πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Ο Καναδάς δεν βρίσκεται σε θέση ούτε επιδιώκει να γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, πρόκειται για ένα διαφορετικό πλαίσιο», είχε επισημάνει.

Η προσέγγιση αυτή αφήνει περιθώριο για συμβιβασμό.

Η Οτάβα ενδιαφέρεται κυρίως για το πρακτικό περιεχόμενο της συνεργασίας, όχι για έναν συγκεκριμένο ευρωπαϊκό θεσμικό τίτλο.

Τι σημαίνει «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ;

Εδώ βρίσκεται το βασικό πρόβλημα της διαπραγμάτευσης.

Η έννοια του «συνδεδεμένου μέλους» δεν προβλέπεται ως συγκεκριμένο καθεστώς στις ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Δεν υπάρχει καθιερωμένη διαδικασία με την οποία μια τρίτη χώρα μπορεί να αποκτήσει αυτόν τον τίτλο.

Ούτε υπάρχουν προκαθορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ θα πρέπει να σχεδιάσει το περιεχόμενο της σχέσης από την αρχή.

Η ιδέα δεν πρέπει να συγχέεται με την πλήρη ένταξη.

Ο Καναδάς δεν θα αποκτούσε αυτομάτως δικαίωμα ψήφου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, εκπροσώπηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή έδρες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ούτε θα αποκτούσαν αυτομάτως οι Καναδοί πολίτες τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας που απολαμβάνουν οι πολίτες της ΕΕ.

Η πλήρης ένταξη στην Ένωση αφορά, σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρωπαϊκά κράτη.

Ο Καναδάς δεν εμπίπτει σε αυτή τη γεωγραφική προϋπόθεση.

Αντίθετα, μια ειδική συμφωνία σύνδεσης θα μπορούσε να βασιστεί σε διαφορετικά νομικά εργαλεία, ανάλογα με το περιεχόμενό της.

Ένα από αυτά είναι το άρθρο 217 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο επιτρέπει συμφωνίες σύνδεσης με τρίτες χώρες.

Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή θα απαιτούσε συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις και τις προβλεπόμενες διαδικασίες έγκρισης.

Η Κομισιόν θέλει στρατηγική συμμαχία, όχι απλώς μια εμπορική συμφωνία

Παρά τη διαφωνία για την ονομασία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παρουσιάσει ένα φιλόδοξο σχέδιο συνεργασίας με τον Καναδά.

Στόχος είναι η δημιουργία μιας νέας οικονομικής και στρατηγικής σχέσης που θα υπερβαίνει το σημερινό πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

Η συνεργασία θα μπορούσε να περιλαμβάνει βαθύτερη ολοκλήρωση σε συγκεκριμένους τομείς, όπως η άμυνα, η τεχνολογία, η ενεργειακή ασφάλεια και οι κρίσιμες πρώτες ύλες.

Η ΕΕ επιδιώκει να ενισχύσει την πρόσβαση σε αξιόπιστες αλυσίδες εφοδιασμού.

Ο Καναδάς διαθέτει σημαντικά αποθέματα ορυκτών και ενεργειακών πόρων, ενώ αποτελεί στενό πολιτικό και αμυντικό εταίρο των ευρωπαϊκών κρατών.

Η Οτάβα, από την πλευρά της, επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις διεθνείς οικονομικές της σχέσεις.

Η μεγάλη εξάρτηση του καναδικού εμπορίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει καταστήσει την αναζήτηση εναλλακτικών αγορών στρατηγική προτεραιότητα.

Η προσέγγιση ΕΕ–Καναδά αποκτά επομένως οικονομική αλλά και γεωπολιτική διάσταση.

Η σκιά του Τραμπ πάνω από το Μόντρεαλ

Η προσπάθεια ενίσχυσης των σχέσεων ΕΕ–Καναδά δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια ιδιαίτερα επιθετική προσέγγιση στο εμπόριο, χρησιμοποιώντας τους δασμούς ως εργαλείο οικονομικής και διπλωματικής πίεσης.

Για τον Καναδά, οι εξελίξεις αυτές έχουν ενισχύσει την ανάγκη διαφοροποίησης των εμπορικών συνεργασιών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν μακράν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της χώρας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συζήτησης, περίπου το 71,7% των καναδικών εξαγωγών αγαθών το 2025 κατευθύνθηκε προς την αμερικανική αγορά.

Η εξάρτηση αυτή καθιστά την καναδική οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη σε αλλαγές της εμπορικής πολιτικής της Ουάσιγκτον.

Ο Τραμπ έχει ήδη προειδοποιήσει για σοβαρές δασμολογικές συνέπειες εάν θεωρήσει ότι μια νέα συμφωνία ΕΕ–Καναδά στρέφεται εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων.

Για τις Βρυξέλλες και την Οτάβα, η πρόκληση είναι να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους χωρίς να δημιουργήσουν μια νέα, ανεξέλεγκτη εμπορική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ.

Η CETA και το παράδοξο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς διαθέτουν ήδη ένα σημαντικό θεσμικό εργαλείο οικονομικής συνεργασίας.

Πρόκειται για τη Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία (CETA).

Η συμφωνία εφαρμόζεται προσωρινά από το 2017 και έχει καταργήσει δασμούς στη συντριπτική πλειονότητα των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται μεταξύ των δύο πλευρών.

Ωστόσο, δεν έχει ακόμη επικυρωθεί πλήρως από όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Δέκα χώρες εξακολουθούν να μην έχουν ολοκληρώσει τις εθνικές διαδικασίες επικύρωσης.

Το γεγονός αυτό αναδεικνύει μια σημαντική αντίφαση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητά ένα πρωτοφανές καθεστώς στενότερης σύνδεσης με τον Καναδά, ενώ δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία για την υφιστάμενη εμπορική συμφωνία.

Η κατάσταση ενισχύει την επιφυλακτικότητα ορισμένων κυβερνήσεων απέναντι σε νέους χαρακτηρισμούς που δεν συνοδεύονται από σαφώς καθορισμένες υποχρεώσεις.

Για αυτές τις χώρες, προτεραιότητα πρέπει να είναι η ουσιαστική συνεργασία και όχι η δημιουργία ενός νέου πολιτικού τίτλου.

Άμυνα, ενέργεια και Αρκτική: Οι πραγματικές προτεραιότητες

Η Σύνοδος του Μόντρεαλ έχει πολύ ευρύτερη ατζέντα από τη διαφωνία για τον όρο «συνδεδεμένο μέλος».

Οι δύο πλευρές επιδιώκουν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους στο εμπόριο, στην ενέργεια, στην εκπαίδευση και στην ασφάλεια.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Αρκτική, μια περιοχή που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωστρατηγική σημασία.

Η κλιματική αλλαγή, οι νέες θαλάσσιες διαδρομές και ο ανταγωνισμός για φυσικούς πόρους έχουν ενισχύσει το ενδιαφέρον μεγάλων δυνάμεων.

Ο Καναδάς αποτελεί βασικό παράγοντα της ασφάλειας στην περιοχή.

Η ΕΕ, από την πλευρά της, επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερη παρουσία σε ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας, κρίσιμων ορυκτών και γεωπολιτικής σταθερότητας.

Παράλληλα, η συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία αποκτά νέα σημασία.

Η συμμετοχή καναδικών επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για κοινή παραγωγή και τεχνολογική ανάπτυξη.

Οι δύο πλευρές επιδιώκουν επίσης στενότερη συνεργασία στην έρευνα, στην καινοτομία και στην εκπαίδευση.

Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι επομένως πολύ μεγαλύτερο από τη διαφωνία για έναν θεσμικό χαρακτηρισμό.

Η φον ντερ Λάιεν, ο Κόστα και η Κάλας ταξιδεύουν στο Μόντρεαλ

Παρά το διπλωματικό αδιέξοδο, η ευρωπαϊκή ηγεσία προετοιμάζεται για τη Σύνοδο.

Στο Μόντρεαλ αναμένεται να μεταβούν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική Κάγια Κάλας.

Στην ευρωπαϊκή αποστολή θα συμμετάσχουν επίσης δέκα επίτροποι.

Η σύνθεση της αντιπροσωπείας υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδουν οι Βρυξέλλες στη σχέση με τον Καναδά.

Ωστόσο, η παρουσία τόσο υψηλόβαθμων αξιωματούχων αυξάνει και την πολιτική πίεση για την επίτευξη συμφωνίας.

Μια Σύνοδος που έχει σχεδιαστεί ως επίδειξη στρατηγικής ενότητας κινδυνεύει να επισκιαστεί από τις εσωτερικές διαφωνίες της ΕΕ.

Η ευρωπαϊκή πλευρά επιδιώκει να αποφύγει αυτό το ενδεχόμενο.

Για τον λόγο αυτό, οι διαπραγματεύσεις της Τετάρτης θεωρούνται κρίσιμες.

Κόστα: «Θέλουμε την πιο στενή δυνατή σχέση με τον Καναδά»

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα έχει επιχειρήσει να υποβαθμίσει τη σημασία της ονομασίας.

Σε προηγούμενη συνέντευξή του στο POLITICO είχε εξηγήσει ότι στόχος είναι η ανάπτυξη της στενότερης δυνατής σχέσης μεταξύ ΕΕ και Καναδά.

«Η έννοια αυτή σημαίνει ουσιαστικά ότι θέλουμε να κάνουμε περισσότερα και να ενεργούμε όσο το δυνατόν περισσότερο μαζί με τον Καναδά», είχε δηλώσει.

Η τοποθέτηση του Κόστα υποδηλώνει μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση.

Αντί να επικεντρώνεται σε έναν νέο θεσμικό τίτλο, προτάσσει την πρακτική συνεργασία.

Η στάση αυτή μπορεί να αποτελέσει βάση συμβιβασμού μεταξύ της Κομισιόν και των επιφυλακτικών κρατών-μελών.

Μια πιθανή λύση θα ήταν η κοινή δήλωση να περιγράφει τους συγκεκριμένους τομείς συνεργασίας, αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα του μελλοντικού θεσμικού χαρακτηρισμού.

Ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί ότι οι κυβερνήσεις έχουν συμφωνήσει σε αυτή την επιλογή.

Το ευρωπαϊκό θεσμικό πρόβλημα πίσω από τη διαμάχη

Η υπόθεση αναδεικνύει ένα ευρύτερο ερώτημα για τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να προωθεί πρωτοβουλίες και να εκπροσωπεί την Ένωση σε συγκεκριμένους τομείς.

Ωστόσο, οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές και οι διεθνείς συμφωνίες απαιτούν τη συμμετοχή των κρατών-μελών σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Όταν μια πολιτική πρωτοβουλία παρουσιάζεται πριν διαμορφωθεί επαρκής συναίνεση, μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και από κυβερνήσεις που συμφωνούν με τον στρατηγικό στόχο.

Αυτό φαίνεται να συμβαίνει με την πρόταση για τον Καναδά.

Οι αντιρρήσεις δεν συνιστούν συνολική απόρριψη της ευρωπαϊκής προσέγγισης προς την Οτάβα.

Αντανακλούν, όμως, την επιθυμία των κυβερνήσεων να έχουν καθοριστικό λόγο στον σχεδιασμό νέων μορφών συνεργασίας.

Η διαφωνία αποκτά έτσι και εσωτερική θεσμική διάσταση.

Τα τρία σενάρια πριν από τη Σύνοδο

Η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων παραμένει ανοικτή.

Πρώτο σενάριο: Αφαίρεση του όρου «συνδεδεμένο μέλος».

Η ΕΕ θα μπορούσε να υιοθετήσει μια κοινή δήλωση που θα αναφέρεται σε στρατηγική συμμαχία ή σε βαθύτερη εταιρική σχέση, χωρίς τον επίμαχο χαρακτηρισμό.

Αυτή η επιλογή θα μπορούσε να διευκολύνει την επίτευξη συναίνεσης.

Δεύτερο σενάριο: Συμβιβαστική αναφορά σε μελλοντικό στόχο.

Οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να συμφωνήσουν ότι η έννοια της συνδεδεμένης ιδιότητας μέλους θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού καθοριστεί το περιεχόμενό της.

Έτσι, η φον ντερ Λάιεν θα διατηρούσε την πολιτική προοπτική της πρότασής της, χωρίς να δημιουργείται άμεση θεσμική δέσμευση.

Τρίτο σενάριο: Παρατεταμένο αδιέξοδο.

Εάν οι διαφωνίες συνεχιστούν, η κοινή δήλωση θα μπορούσε να περιοριστεί σε λιγότερο φιλόδοξες διατυπώσεις ή να παραμείνουν εκκρεμή συγκεκριμένα σημεία μέχρι την έναρξη της Συνόδου.

Κανένα από τα παραπάνω σενάρια δεν έχει επιβεβαιωθεί ως τελική απόφαση.

Η γεωπολιτική σημασία μιας νέας συμμαχίας

Η προσέγγιση ΕΕ–Καναδά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας αναδιάταξης των διεθνών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της σε μια διεθνή οικονομία που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενο ανταγωνισμό και εμπορικές εντάσεις.

Ο Καναδάς επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία και πρόσβαση σε περισσότερες αγορές.

Και οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν την ανάγκη προστασίας των αλυσίδων εφοδιασμού, ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και ανάπτυξης νέων τεχνολογιών.

Η κοινή τους προσέγγιση δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, δημιουργεί μια νέα ισορροπία στις διατλαντικές σχέσεις.

Η πρόταση για «συνδεδεμένη ιδιότητα μέλους» αποτελεί την πιο φιλόδοξη πολιτική έκφραση αυτής της προσέγγισης.

Η σημερινή διαφωνία δείχνει ότι η στρατηγική φιλοδοξία δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει θεσμική συμφωνία.

Το πραγματικό διακύβευμα για τις Βρυξέλλες

Η Σύνοδος του Μόντρεαλ είχε σχεδιαστεί ως ευκαιρία για μια σημαντική αναβάθμιση των σχέσεων ΕΕ–Καναδά.

Αντί γι’ αυτό, οι τελευταίες διαπραγματεύσεις αναδεικνύουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση όταν επιχειρεί να κινηθεί γρήγορα σε νέα γεωπολιτικά πεδία.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιδιώκει να προωθήσει μια νέα μορφή στρατηγικής συνεργασίας.

Η Γερμανία και άλλες κυβερνήσεις απαιτούν σαφείς θεσμικούς κανόνες πριν αποδεχθούν έναν πρωτοφανή χαρακτηρισμό.

Ο Μαρκ Κάρνεϊ, από την πλευρά του, δίνει προτεραιότητα στην ουσία της συμφωνίας και στην ενίσχυση της καναδικής οικονομικής αυτονομίας.

Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλωματικό παράδοξο: Η Ευρώπη συμφωνεί ότι θέλει τον Καναδά πιο κοντά της, αλλά δεν μπορεί ακόμη να συμφωνήσει πώς θα ονομάσει αυτή τη σχέση.

Η συνάντηση των πρεσβευτών την Τετάρτη θα αποτελέσει την τελευταία κρίσιμη δοκιμασία πριν από τη Σύνοδο.

Και θα δείξει εάν οι Βρυξέλλες μπορούν να μετατρέψουν τη στρατηγική φιλοδοξία σε κοινή ευρωπαϊκή θέση ή εάν οι εσωτερικές διαφωνίες θα επισκιάσουν την προσπάθεια οικοδόμησης μιας νέας διατλαντικής συμμαχίας.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο