Policy Briefs

Ουκρανία: Η Ευρώπη φοβάται συμφωνία Τραμπ–Πούτιν πίσω από την πλάτη της – Το ρήγμα για τις συνομιλίες

Ουκρανία: Η Ευρώπη φοβάται συμφωνία Τραμπ–Πούτιν πίσω από την πλάτη της – Το ρήγμα για τις συνομιλίες

Πηγή Φωτογραφίας: Οι τρεις ηγέτες στο Όσλο, 20/10/2026. Credit: Cornelius Poppe / AFP via Getty Images.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Διπλωματικός συναγερμός στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ενόψει των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ–Ρωσίας–Ουκρανίας στο Άμπου Ντάμπι. Το τηλεφώνημα Στουμπ και Στέρε στον Πούτιν διχάζει τους συμμάχους, το Λονδίνο, το Παρίσι και το Βερολίνο διεκδικούν ρόλο, ενώ οι Βρυξέλλες αναζητούν τρόπο να αποκτήσουν θέση στο τραπέζι όπου θα συζητηθεί το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ένα κρίσιμο ερώτημα κυριαρχεί πλέον στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: μπορεί η Ευρώπη να επηρεάσει μια συμφωνία για την Ουκρανία, όταν κινδυνεύει να απουσιάζει από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων;

Η προοπτική επανέναρξης των συνομιλιών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ρωσίας και Ουκρανίας στο Άμπου Ντάμπι προκαλεί έντονη διπλωματική κινητικότητα. Όμως, αντί να διαμορφώνεται μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική, αναδεικνύονται διαφορετικές προσεγγίσεις για το ποιος πρέπει να συνομιλήσει με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, με ποια εντολή και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με τους Financial Times, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανησυχούν ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα θα μπορούσαν να συζητήσουν ρυθμίσεις που επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια της ηπείρου, ακόμη και το μελλοντικό πλαίσιο λειτουργίας του ΝΑΤΟ, χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή.

Η ανησυχία έχει ενταθεί καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να επιδιώκει ταχύτερη διπλωματική διευθέτηση, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν ότι η Μόσχα δεν έχει εγκαταλείψει τις βασικές απαιτήσεις της.

Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι διπλό: να διατηρήσει την υποστήριξή της προς το Κίεβο και, ταυτόχρονα, να εξασφαλίσει ότι δεν θα ληφθούν αποφάσεις για τη δική της ασφάλεια χωρίς τη συμμετοχή της.

Άμπου Ντάμπι: Το τραπέζι στο οποίο η Ευρώπη δεν έχει εξασφαλισμένη καρέκλα

Η επόμενη φάση των συνομιλιών αναμένεται το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, με επίκεντρο το Άμπου Ντάμπι.

Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει την επανεκκίνηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας, ενώ το Κίεβο έχει δηλώσει ότι είναι ανοιχτό σε διαφορετικά σχήματα συνομιλιών.

Η Μόσχα, από την πλευρά της, έχει αφήσει ανοιχτή την προοπτική νέων επαφών, επιμένοντας όμως ότι το υπό προετοιμασία σχήμα είναι τριμερές: Ρωσία, Ουκρανία και Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε χαρακτηριστικά:

«Τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων».

Έσπευσε, ωστόσο, να διευκρινίσει:

«Οι συνομιλίες για τις οποίες μιλάμε, που έχουν προγραμματιστεί για το πρώτο μισό του Νοεμβρίου στο Άμπου Ντάμπι, θα πραγματοποιηθούν σε τριμερές σχήμα».

Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει το διπλωματικό εμπόδιο που αντιμετωπίζουν οι Βρυξέλλες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ζητά συμμετοχή, αλλά δεν έχει εξασφαλίσει την αποδοχή της από όλους τους εμπλεκόμενους.

Και όσο οι συνομιλίες πλησιάζουν, τόσο αυξάνεται η πίεση για τον καθορισμό κοινής ευρωπαϊκής θέσης.

Στουμπ και Στέρε: Το τηλεφώνημα στον Πούτιν που άνοιξε νέο ρήγμα

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η πρωτοβουλία του προέδρου της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, και του πρωθυπουργού της Νορβηγίας, Γιόνας Γκαρ Στέρε, να επικοινωνήσουν απευθείας με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Η συνομιλία πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη κοινή ευρωπαϊκή εντολή.

Οι δύο ηγέτες υποστήριξαν ότι η επικοινωνία ήταν απαραίτητη για να μεταφερθούν απευθείας στη Μόσχα οι ευρωπαϊκές ανησυχίες και να περιοριστεί ο κίνδυνος παρερμηνειών.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία προκάλεσε αντιδράσεις μεταξύ συμμάχων που θεωρούν ότι μεμονωμένες επαφές μπορούν να αποδυναμώσουν την κοινή διαπραγματευτική θέση.

Ο Στέρε υπερασπίστηκε την απόφαση, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να ακούγονται περισσότερες φωνές στις συνομιλίες για την Ουκρανία.

«Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να ακούγονται και άλλες φωνές», δήλωσε.

Η βασική του επιχειρηματολογία είναι ότι η επικοινωνία της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα δεν πρέπει να αποτελεί τον μοναδικό δίαυλο για ζητήματα που αφορούν το μέλλον της Ουκρανίας και της Ευρώπης.

Η άλλη πλευρά αντιτείνει ότι μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να προσφέρει στον Πούτιν τη δυνατότητα να συνομιλεί χωριστά με διαφορετικούς Ευρωπαίους ηγέτες.

Δανία και Πολωνία: Προειδοποιήσεις για τις μονομερείς πρωτοβουλίες

Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, εξέφρασε δημόσια τον προβληματισμό της για την επικοινωνία με το Κρεμλίνο.

«Είμαι πολύ επιφυλακτική απέναντι σε αυτή την ανεξάρτητη πρωτοβουλία της Νορβηγίας και της Φινλανδίας», δήλωσε.

Και πρόσθεσε:

«Ειλικρινά, δεν γνωρίζω τι πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν με αυτό».

Ανάλογη προειδοποίηση διατύπωσε ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, καλώντας τους δύο ηγέτες να παραμείνουν ιδιαίτερα προσεκτικοί.

Η επιφύλαξη των χωρών αυτών συνδέεται με την εκτίμησή τους ότι η Ρωσία δεν έχει μεταβάλει ουσιαστικά τις απαιτήσεις της για την Ουκρανία.

Οι κυβερνήσεις που αντιτίθενται σε πρόωρη επαναπροσέγγιση φοβούνται ότι η επανέναρξη επαφών υψηλού επιπέδου μπορεί να εμφανιστεί ως διπλωματική επιτυχία της Μόσχας χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια ουσιαστική παραχώρηση.

Το επιχείρημα δεν είναι ότι πρέπει να αποκλειστεί κάθε επικοινωνία.

Είναι ότι ο διάλογος χρειάζεται συγκεκριμένη ατζέντα, κοινή εντολή και σαφείς όρους.

Λιθουανία: «Οι μεμονωμένες επαφές δεν ωφέλησαν ποτέ την Ευρώπη»

Ιδιαίτερα σαφής εμφανίζεται η στάση της Λιθουανίας.

Ο υπουργός Εξωτερικών, Κεστούτις Μπούντρις, υποστήριξε ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή επαφή με τη Ρωσία πρέπει να βασίζεται σε κοινή θέση και σε συγκεκριμένα διαπραγματευτικά εργαλεία.

«Η επικοινωνία με τον Πούτιν μεμονωμένα και χωρίς σαφή ατζέντα δεν ωφέλησε ποτέ την Ευρώπη. Ούτε μία φορά», ανέφερε, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Financial Times.

Η τοποθέτηση αντανακλά τις ανησυχίες των χωρών της Βαλτικής, οι οποίες θεωρούν τη ρωσική στρατιωτική ισχύ άμεσο ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Για αυτές τις χώρες, η διαπραγμάτευση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Πρέπει να περιλαμβάνει εγγυήσεις για την Ουκρανία, αλλά και σαφείς δεσμεύσεις που θα αποτρέπουν μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο: Οι «Ε3» στο προσκήνιο

Ένα δεύτερο μέτωπο διαφωνίας αφορά το ποιος θα εκπροσωπήσει την Ευρώπη, εφόσον εξασφαλιστεί συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με τέσσερις Ευρωπαίους διπλωμάτες που επικαλούνται οι Financial Times, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουκρανία θεωρούν ότι η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία, γνωστές ως «Ε3», αποτελούν το πιθανότερο σχήμα ευρωπαϊκής εκπροσώπησης.

Η επιλογή έχει συγκεκριμένη λογική.

Οι τρεις χώρες διαθέτουν σημαντικό διπλωματικό βάρος, αμυντικές δυνατότητες και άμεση εμπλοκή στη συζήτηση για τις εγγυήσεις ασφαλείας της Ουκρανίας.

Ωστόσο, το σχήμα δημιουργεί ερωτήματα πολιτικής νομιμοποίησης.

Η Βρετανία δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Γαλλία και η Γερμανία δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτομάτως εκπρόσωποι όλων των κρατών-μελών.

Παράλληλα, χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία και άλλα κράτη που θεωρούν ότι επηρεάζονται άμεσα από τις ρωσικές απειλές δεν επιθυμούν να βρεθούν εκτός των αποφάσεων.

Το αποτέλεσμα είναι μια δύσκολη εξίσωση: οι διαπραγματεύσεις απαιτούν περιορισμένο αριθμό συνομιλητών, αλλά η ευρωπαϊκή ασφάλεια αφορά πολύ περισσότερα κράτη.

Η Κομισιόν ζητά θέση στο τραπέζι

Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να διαμορφώσουν μια θεσμική λύση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξετάζουν κοινή εκπροσώπηση στις επόμενες συνομιλίες.

Η αναπληρώτρια εκπρόσωπος της Κομισιόν, Αριάνα Ποντεστά, είχε δηλώσει στις 23 Οκτωβρίου:

«Υπάρχει πλέον η προσδοκία ότι θα πραγματοποιηθεί πολυμερής συζήτηση σε επίπεδο ανώτερων αξιωματούχων, στην οποία θα είναι παρούσα και η Ευρωπαϊκή Ένωση».

Και συμπλήρωσε:

«Εργαζόμαστε πάντοτε ώστε η Ουκρανία να βρίσκεται σε θέση ισχύος και για μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη».

Στο πλαίσιο των προετοιμασιών, έχει αναφερθεί ως πιθανός επικεφαλής της ευρωπαϊκής αποστολής ο Μπγιορν Ζάιμπερτ, προσωπάρχης της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί οριστική σύνθεση ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας ούτε έχει επιβεβαιωθεί ότι αυτή θα γίνει δεκτή στο τριμερές σχήμα.

Η διαφορά ανάμεσα στην ευρωπαϊκή επιδίωξη και στην πραγματική συμμετοχή παραμένει καθοριστική.

Οι κυρώσεις, τα ρωσικά κεφάλαια και η ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ

Παρά την απουσία της από τον κεντρικό διαπραγματευτικό μηχανισμό, η Ευρώπη διαθέτει σημαντικά μέσα επιρροής.

Το πρώτο είναι οι οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει διαδοχικά πακέτα περιορισμών σε ρωσικές επιχειρήσεις, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, πρόσωπα και εμπορικές δραστηριότητες.

Η άρση ή τροποποίηση ευρωπαϊκών κυρώσεων δεν μπορεί να αποφασιστεί μονομερώς από την Ουάσιγκτον.

Το δεύτερο εργαλείο είναι τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων στην Ευρώπη υπερβαίνει τα 200 δισ. ευρώ.

Η μελλοντική διαχείρισή τους συνδέεται με τις συζητήσεις για την οικονομική στήριξη και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας.

Το τρίτο είναι η ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας.

Η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ εξαρτάται από ευρωπαϊκές αποφάσεις και δεν μπορεί να καθοριστεί αποκλειστικά από μια συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας.

Τα τρία αυτά πεδία προσφέρουν στην Ευρώπη ουσιαστικό διαπραγματευτικό βάρος.

Το ερώτημα είναι αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούν να συντονίσουν τη χρήση τους.

Ο φόβος για συμφωνίες που θα επηρεάσουν το ΝΑΤΟ

Η ανησυχία των Ευρωπαίων δεν περιορίζεται στην εδαφική διάσταση του πολέμου.

Μια ευρύτερη διαπραγμάτευση μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας θα μπορούσε να περιλάβει ζητήματα που αφορούν τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη.

Η Ρωσία έχει επανειλημμένα ζητήσει περιορισμούς στη διεύρυνση και στις στρατιωτικές δραστηριότητες του ΝΑΤΟ.

Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούνται ότι ενδεχόμενες αμερικανορωσικές συνεννοήσεις για τέτοια θέματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επιλογές τους χωρίς να έχουν συμμετάσχει στη διαμόρφωσή τους.

Δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη συμφωνία για περιορισμούς στο ΝΑΤΟ.

Πρόκειται για κίνδυνο που επισημαίνουν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και όχι για ήδη συμφωνημένη εξέλιξη.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η τελική μορφή οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας παραμένει ανοιχτή.

Η μετατόπιση Τραμπ και η ανησυχία για το Κίεβο

Σύμφωνα με ευρωπαϊκά δημοσιεύματα, η πρόσφατη προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ προς τη Μόσχα έχει ενισχύσει την αβεβαιότητα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η Ουάσιγκτον έχει προχωρήσει σε κινήσεις οικονομικής συνεννόησης με τη Ρωσία, ενώ έχει ασκήσει πίεση στο Κίεβο για την επίτευξη συμφωνίας.

Για ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η ανησυχία είναι ότι οι οικονομικές και ενεργειακές συμφωνίες ενδέχεται να αποκτήσουν δυσανάλογο βάρος έναντι των μακροπρόθεσμων εγγυήσεων ασφαλείας.

Από την αμερικανική πλευρά, η επιδίωξη μιας διαπραγματευτικής διευθέτησης παρουσιάζεται ως προσπάθεια τερματισμού ενός πολέμου με τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.

Η διαφωνία αφορά κυρίως τους όρους.

Οι Ευρωπαίοι που εκφράζουν επιφυλάξεις υποστηρίζουν ότι μια συμφωνία χωρίς αξιόπιστους μηχανισμούς εφαρμογής μπορεί να οδηγήσει σε νέα αστάθεια.

Η Μόσχα, αντίθετα, επιμένει ότι μια διευθέτηση πρέπει να αντιμετωπίσει εκείνο που η ίδια αποκαλεί «βαθύτερα αίτια» της σύγκρουσης.

Η διατύπωση αυτή συνδέεται με τις πάγιες ρωσικές απαιτήσεις για το καθεστώς ασφαλείας της Ουκρανίας και τη σχέση της με τη Δύση.

Ο χειμώνας πιέζει το διπλωματικό χρονοδιάγραμμα

Η νέα διαπραγματευτική προσπάθεια πραγματοποιείται ενώ η Ουκρανία εισέρχεται σε μια ακόμη δύσκολη χειμερινή περίοδο.

Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές δημιουργούν κινδύνους για την ηλεκτροδότηση, τη θέρμανση και τη λειτουργία βασικών υπηρεσιών.

Παράλληλα, οι διαταραχές στη Μαύρη Θάλασσα επιβαρύνουν τις εμπορικές μεταφορές και την οικονομική δραστηριότητα.

Οι εξελίξεις αυτές αυξάνουν την πίεση για την αναζήτηση συμφωνιών που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιθέσεις κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων και κρίσιμων υποδομών.

Ωστόσο, μια περιορισμένη κατάπαυση του πυρός δεν ταυτίζεται με συνολική ειρηνευτική συμφωνία.

Τα ζητήματα των εδαφών, των εγγυήσεων ασφαλείας, των κυρώσεων και της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης παραμένουν ιδιαίτερα σύνθετα.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα: Διάλογος με τη Μόσχα ή ενιαία πίεση;

Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη αντιμετωπίζει δύο διαφορετικές στρατηγικές προσεγγίσεις.

Η πρώτη θεωρεί ότι η απευθείας επικοινωνία με τη Μόσχα είναι αναγκαία, επειδή διαφορετικά η Ευρώπη θα εξαρτάται από την αμερικανική διαμεσολάβηση.

Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης επισημαίνουν ότι η επικοινωνία δεν συνεπάγεται αποδοχή των ρωσικών απαιτήσεων.

Η δεύτερη προσέγγιση δίνει προτεραιότητα στην κοινή ευρωπαϊκή στάση, στις κυρώσεις και στη διατήρηση της πίεσης προς το Κρεμλίνο.

Οι υποστηρικτές της προειδοποιούν ότι οι μεμονωμένες διπλωματικές κινήσεις μπορεί να δημιουργήσουν διαφορετικά μηνύματα και να περιορίσουν τη διαπραγματευτική ισχύ της Ευρώπης.

Οι δύο θέσεις δεν αποκλείουν κατ’ ανάγκην κάθε μορφή συνδυασμού.

Μια κοινή ευρωπαϊκή εντολή για συνομιλίες θα μπορούσε θεωρητικά να συνδυάσει την απευθείας επικοινωνία με τον πολιτικό συντονισμό.

Η δυσκολία βρίσκεται στην επίτευξη συμφωνίας για το πρόσωπο, τους στόχους και τα όρια αυτής της εντολής.

Το διακύβευμα ξεπερνά την Ουκρανία

Η αντιπαράθεση για την ευρωπαϊκή συμμετοχή στις συνομιλίες δεν αποτελεί απλώς ζήτημα διπλωματικού κύρους.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφωθούν οι μελλοντικές σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρώπη, το καθεστώς ασφαλείας της Ουκρανίας και η κατανομή ευθυνών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαίων συμμάχων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει οικονομικά και θεσμικά εργαλεία που θα είναι απαραίτητα για την εφαρμογή πολλών πιθανών όρων μιας συμφωνίας.

Ταυτόχρονα, η απουσία κοινής γραμμής περιορίζει την ικανότητά της να τα αξιοποιήσει ως ενιαίο διαπραγματευτικό πακέτο.

Η επόμενη φάση των συνομιλιών στο Άμπου Ντάμπι θα αποτελέσει επομένως δοκιμασία όχι μόνο για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ρωσίας–Ουκρανίας, αλλά και για την ίδια την ευρωπαϊκή διπλωματία.

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να αποκτήσει συντονισμένη παρουσία στη διαδικασία ή αν θα συνεχίσει να προσπαθεί να επηρεάσει, εκ των υστέρων, αποφάσεις που θα καθορίσουν και τη δική της ασφάλεια.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο