Διεθνής Οικονομία

Κίνα: Το νέο «τσουνάμι» εξαγωγών που απειλεί την Ευρώπη – Ανοίγει μέτωπο εμπορικού πολέμου στα χημικά

Κίνα: Το νέο «τσουνάμι» εξαγωγών που απειλεί την Ευρώπη – Ανοίγει μέτωπο εμπορικού πολέμου στα χημικά

Πηγή Φωτογραφίας: 1. Κίνα – Πετροχημικό συγκρότημα στη Σαγκάη/Πανοραμική λήψη μεγάλης βιομηχανικής εγκατάστασης/Credit: owngarden / Getty Images, 24/7/2022.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η Κίνα έχει σχεδόν διπλασιάσει την παραγωγή βασικών χημικών προϊόντων μέσα σε πέντε χρόνια, πιέζοντας τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες με χαμηλότερες τιμές και τεράστια παραγωγική δυναμικότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαντά με έρευνες αντιντάμπινγκ, το Πεκίνο προχωρά σε αντίμετρα και η χημική βιομηχανία μετατρέπεται στο επόμενο κρίσιμο πεδίο του παγκόσμιου εμπορικού ανταγωνισμού.

Ένα νέο μέτωπο εμπορικής αντιπαράθεσης διαμορφώνεται ανάμεσα στην Κίνα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, με επίκεντρο αυτή τη φορά όχι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή τους ημιαγωγούς, αλλά τη χημική βιομηχανία.

Το Πεκίνο έχει επενδύσει τεράστια κεφάλαια στην ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής χημικών προϊόντων, δημιουργώντας δυναμικότητα που σε ορισμένους τομείς έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2020.

Η εξέλιξη μεταβάλλει τις ισορροπίες σε μια βιομηχανία στρατηγικής σημασίας, καθώς τα χημικά προϊόντα αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για την αυτοκινητοβιομηχανία, τις κατασκευές, την ενέργεια, τα φάρμακα, τα ηλεκτρονικά και την αμυντική παραγωγή.

Σύμφωνα με νέα μελέτη του αμερικανικού ερευνητικού οργανισμού Rhodium Group, την οποία παρουσιάζουν οι Financial Times, η Κίνα έχει ενισχύσει θεαματικά τη θέση της στην παγκόσμια χημική βιομηχανία, φτάνοντας να αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής σε ορισμένες κατηγορίες.

Η επέκταση αυτή δεν περιορίζεται στα προϊόντα χαμηλού κόστους. Οι κινεζικές επιχειρήσεις εισέρχονται πλέον σε πιο εξειδικευμένες και υψηλότερης προστιθέμενης αξίας αγορές, στις οποίες παραδοσιακά κυριαρχούσαν ευρωπαϊκές, αμερικανικές και ιαπωνικές εταιρείες.

Η εκρηκτική άνοδος της κινεζικής παραγωγής

Τα στοιχεία της Rhodium Group αποτυπώνουν την ταχύτητα με την οποία μετασχηματίζεται η διεθνής αγορά χημικών.

<ΑΥΞΗΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ, 

Χημικό προϊόν Αύξηση
Στυρένιο +97%
Αιθυλένιο +80%
Πολυαιθυλένιο +75%
Πολυπροπυλένιο +71%
Πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) +15%

Πρόκειται για υλικά που βρίσκονται στην καρδιά της σύγχρονης βιομηχανικής παραγωγής.

Το πολυαιθυλένιο και το πολυπροπυλένιο χρησιμοποιούνται ευρέως στις συσκευασίες, στις σωληνώσεις και στα εξαρτήματα. Το PVC αποτελεί βασικό υλικό για κατασκευές και υποδομές, ενώ το στυρένιο χρησιμοποιείται στην παραγωγή πλαστικών και συνθετικών υλικών.

Η ταχεία αύξηση της παραγωγής σημαίνει ότι η Κίνα δεν περιορίζεται πλέον στην κάλυψη των αναγκών της εγχώριας αγοράς.

Διαθέτει ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων που μπορούν να διοχετευθούν στις διεθνείς αγορές, ασκώντας πίεση στις τιμές και στους ανταγωνιστές της.

Εξαγωγές με ετήσια αύξηση άνω του 40%

Παρά το γεγονός ότι οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10% της συνολικής κινεζικής παραγωγής χημικών, ο ρυθμός αύξησής τους είναι εντυπωσιακός.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι εξαγωγές τεσσάρων βασικών πετροχημικών προϊόντων —στυρενίου, πολυαιθυλενίου, πολυπροπυλενίου και PVC— αυξήθηκαν κατά μέσο όρο περισσότερο από 40% ετησίως την περίοδο 2020–2025.

Ο Τζέρεμι Σμιθ, αναλυτής της Rhodium Group και συντάκτης της μελέτης, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, περιέγραψε μια διπλή μεταβολή.

Οι κινεζικές εταιρείες δεν αυξάνουν απλώς τις εξαγωγές τους προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Ταυτόχρονα περιορίζουν τις πωλήσεις ξένων επιχειρήσεων στην ίδια την κινεζική αγορά και ενισχύουν τη θέση τους στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες.

«Οι εξαγωγές της Κίνας προς τις προηγμένες οικονομίες αυξάνονται», σημείωσε, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι εγχώριοι παραγωγοί εκτοπίζουν με ταχύτητα ξένες εταιρείες τόσο στην Κίνα όσο και στις αναδυόμενες αγορές.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ο ανταγωνισμός δεν αφορά μόνο το τελικό προϊόν.

Επεκτείνεται σε ολόκληρες αλυσίδες αξίας, από τις βασικές πρώτες ύλες έως τα σύνθετα βιομηχανικά εξαρτήματα.

Ινδία: Το παράδειγμα που αποκαλύπτει την αλλαγή ισορροπιών

Η ινδική αγορά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας κινεζικής ισχύος.

Το 2020, η Κίνα κατείχε μόλις το 3% των ινδικών εισαγωγών PVC.

Μέχρι το 2025, το μερίδιό της είχε εκτιναχθεί στο 45%.

Την ίδια περίοδο, το συνδυασμένο μερίδιο της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν υποχώρησε από το 56% στο 34%.

Η μεταβολή αυτή δείχνει ότι η κινεζική επέκταση δεν περιορίζεται στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αφορά και τις αναδυόμενες οικονομίες, όπου η ζήτηση για πλαστικά, κατασκευαστικά υλικά και βιομηχανικές πρώτες ύλες εξακολουθεί να αυξάνεται.

Για τους ανταγωνιστές της Κίνας, η απώλεια μεριδίων σε αυτές τις αγορές μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική, καθώς περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης σε μια περίοδο ασθενικής ζήτησης στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη χάνει εργοστάσια – Εξαπλασιάστηκε η δυναμικότητα που οδηγείται σε κλείσιμο

Η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις σοβαρότερες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος, η περιορισμένη εγχώρια ζήτηση και ο ανταγωνισμός από φθηνότερες εισαγωγές επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, η ευρωπαϊκή παραγωγική δυναμικότητα χημικών που έχει προγραμματιστεί να κλείσει αυξήθηκε από 2,9 εκατομμύρια τόνους το 2022 σε 17,2 εκατομμύρια τόνους το 2025.

Πρόκειται για σχεδόν εξαπλάσια αύξηση μέσα σε τρία χρόνια.

Μόνο κατά το τελευταίο έτος της περιόδου, η δυναμικότητα που προοριζόταν για κλείσιμο διπλασιάστηκε.

Οι εξελίξεις επηρεάζουν μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους, όπως η BASF, η Lanxess και η Wacker, οι οποίοι αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις για περιορισμό κόστους, αναδιάρθρωση παραγωγής και περικοπές θέσεων εργασίας.

Το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά την κερδοφορία συγκεκριμένων εταιρειών.

Η απώλεια παραγωγικών μονάδων μπορεί να περιορίσει την ευρωπαϊκή πρόσβαση σε πρώτες ύλες απαραίτητες για άλλους βιομηχανικούς κλάδους.

Το ενεργειακό μειονέκτημα της Ευρώπης

Ένας από τους καθοριστικότερους παράγοντες της κρίσης είναι το κόστος ενέργειας.

Η παραγωγή χημικών απαιτεί μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και πετροχημικών πρώτων υλών.

Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερες ενεργειακές δαπάνες σε σύγκριση με ανταγωνιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε αρκετές ασιατικές οικονομίες.

Ο Γιοργκ Βούτκε, εταίρος της συμβουλευτικής εταιρείας DGA Group, περιέγραψε την κατάσταση με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο:

«Βρισκόμαστε μέσα στην τέλεια καταιγίδα. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι έξι φορές υψηλότερες από τις αντίστοιχες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πώς μπορείς να ανταγωνιστείς;»

Η σύγκριση αναδεικνύει ένα βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Ακόμη και εάν οι Βρυξέλλες επιβάλουν εμπορικούς περιορισμούς στις κινεζικές εισαγωγές, το ενεργειακό κόστος θα εξακολουθήσει να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας.

Παράλληλα, οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή επιτείνουν την αβεβαιότητα για τις τιμές των καυσίμων και των πρώτων υλών.

Βρυξέλλες και Πεκίνο σε τροχιά εμπορικών αντιποίνων

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρχίσει να ενισχύει την εμπορική της άμυνα.

Τον Σεπτέμβριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε τρεις έρευνες αντιντάμπινγκ για εισαγωγές χημικών προϊόντων από την Κίνα.

Οι έρευνες αποσκοπούν στη διαπίστωση του κατά πόσον συγκεκριμένα προϊόντα εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά σε τιμές που συνιστούν ντάμπινγκ και προκαλούν ζημία στους ευρωπαίους παραγωγούς.

Η έναρξη έρευνας δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αθέμιτης εμπορικής πρακτικής.

Το Πεκίνο αντέδρασε ανοίγοντας δική του έρευνα αντιντάμπινγκ για ευρωπαϊκές εξαγωγές παρα-νιτροτολουολίου, μιας χημικής ουσίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή χρωστικών, φαρμακευτικών και άλλων προϊόντων.

Η κίνηση αυτή αποτυπώνει τον κίνδυνο μιας αλληλουχίας εμπορικών μέτρων και αντιμέτρων.

Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες ότι επιτρέπει συστηματικά την υπερπαραγωγή και υποστηρίζει ότι η ανταγωνιστικότητα των κινεζικών προϊόντων συνδέεται με την αποδοτικότητα των επιχειρήσεών του.

Τον Ιούλιο, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου απέδωσε μέρος της ανταγωνιστικής πίεσης που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία στην ενεργειακή κρίση, η οποία έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος παραγωγής στην Ευρώπη.

Αντίθετα, η Rhodium Group επισημαίνει ότι η κινεζική επέκταση έχει ενισχυθεί και από κρατικές βιομηχανικές πολιτικές και επιδοτήσεις.

Από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα στα χημικά: Η νέα διάσταση του εμπορικού πολέμου

Η αντιπαράθεση για τα χημικά αποτελεί συνέχεια μιας ευρύτερης σύγκρουσης για τη βιομηχανική παραγωγή και τις διεθνείς εμπορικές ανισορροπίες.

Η Κίνα έχει ήδη αποκτήσει ισχυρή παρουσία σε ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά και κρίσιμες πρώτες ύλες.

Η χημική βιομηχανία προσθέτει μια νέα διάσταση, επειδή συνδέεται με σχεδόν κάθε μεγάλο μεταποιητικό κλάδο.

Το κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα οδεύει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, προς επίπεδο υψηλότερο από το ιστορικό ρεκόρ των 1,2 τρισ. δολαρίων που καταγράφηκε το 2025.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει ήδη σημαντική εμπορική ανισορροπία με το Πεκίνο.

Το 2025, το κινεζικό πλεόνασμα στο εμπόριο με την ΕΕ έφθασε τα 360,6 δισ. ευρώ, ενώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 διευρύνθηκε περαιτέρω.

Οι Βρυξέλλες εξετάζουν πλέον όχι μόνο στοχευμένους δασμούς, αλλά και ευρύτερους μηχανισμούς προστασίας, όπως ποσοστώσεις εισαγωγών σε συγκεκριμένα προϊόντα.

Η συζήτηση αφορά υλικά όπως το PET, που χρησιμοποιείται ευρέως στις συσκευασίες, καθώς και εποξειδικές ρητίνες και υαλονήματα.

Ωστόσο, τέτοια μέτρα έχουν και κόστος: μπορούν να αυξήσουν τις τιμές για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν εισαγόμενες πρώτες ύλες, ενώ ενδέχεται να προκαλέσουν αντίποινα σε ευρωπαϊκές εξαγωγές.

Η υπερπαραγωγή πιέζει και τις ίδιες τις κινεζικές επιχειρήσεις

Παρά τη θεαματική άνοδο της παραγωγής, η εικόνα της κινεζικής χημικής βιομηχανίας δεν είναι αποκλειστικά θετική.

Η αύξηση της προσφοράς έχει εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των κινεζικών επιχειρήσεων, συμπιέζοντας τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους.

Σύμφωνα με τη Rhodium Group, έως και το 31% των κινεζικών επιχειρήσεων χημικών και το 29% των παραγωγών πλαστικών και ελαστικών καταγράφουν ζημίες.

Παράλληλα, τα αποθέματα χημικών προϊόντων, πλαστικών και ελαστικών έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί έναν μηχανισμό συνεχούς πίεσης στις διεθνείς αγορές.

Όταν η παραγωγή υπερβαίνει τη ζήτηση, οι επιχειρήσεις αναζητούν νέους αγοραστές στο εξωτερικό, ακόμη και με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους.

Το Πεκίνο έχει επιχειρήσει να περιορίσει τον υπερβολικό εσωτερικό ανταγωνισμό μέσω της πολιτικής που είναι γνωστή ως anti-involution.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη, οι περικοπές επενδύσεων έχουν επηρεάσει κυρίως τα σχέδια κατασκευής νέων εργοστασίων και όχι την ήδη εγκατεστημένη παραγωγική δυναμικότητα.

Αυτό σημαίνει ότι η πίεση από την υπάρχουσα υπερπροσφορά μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το στρατηγικό δίλημμα της Ευρώπης: Προστασία της βιομηχανίας ή νέα εξάρτηση;

Η χημική βιομηχανία δεν είναι ένας απομονωμένος κλάδος.

Οι πρώτες ύλες της χρησιμοποιούνται στην παραγωγή φαρμάκων, ηλεκτρονικών συσκευών, αυτοκινήτων, μονωτικών υλικών, συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και εξοπλισμού υποδομών.

Ο Τζέρεμι Σμιθ επισήμανε ότι η επίδραση των κινεζικών εξαγωγών δεν περιορίζεται στις άμεσες πωλήσεις χημικών προϊόντων.

Υπάρχουν και οι έμμεσες ροές, καθώς κινεζικές χημικές πρώτες ύλες ενσωματώνονται σε προϊόντα που εξάγονται διεθνώς, από ηλεκτρονικά μέχρι αυτοκίνητα και οικιακές συσκευές.

Αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση της πραγματικής έκτασης του ανταγωνισμού.

Για την Ευρώπη, το ζήτημα δεν είναι μόνο εάν θα διατηρήσει τις υφιστάμενες παραγωγικές μονάδες, αλλά και εάν θα εξακολουθήσει να διαθέτει τις πρώτες ύλες που χρειάζονται οι υπόλοιποι βιομηχανικοί της κλάδοι.

Η πρόκληση αφορά και την Ελλάδα, όπου η ανταγωνιστικότητα επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν πλαστικά, ρητίνες, χημικά ενδιάμεσα προϊόντα και υλικά συσκευασίας επηρεάζεται τόσο από τις διεθνείς τιμές όσο και από το κόστος ενέργειας.

Οι χαμηλότερες τιμές εισαγωγής μπορούν βραχυπρόθεσμα να ωφελήσουν επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αυτές τις πρώτες ύλες. Η συρρίκνωση, όμως, της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης δημιουργεί ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια εφοδιασμού.

Ο Γιοργκ Βούτκε περιέγραψε το στρατηγικό διακύβευμα με μια χαρακτηριστική παρατήρηση:

«Η χημεία είναι η βιομηχανία των βιομηχανιών. Αν αφαιρέσεις την παραγωγή στην αρχή της αλυσίδας, περιορίζεις πολλές δυνατότητες στα επόμενα στάδια».

Η προειδοποίησή του συμπυκνώνει το βασικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι Βρυξέλλες: πώς θα προστατεύσουν μια κρίσιμη βιομηχανία, χωρίς να επιβαρύνουν υπερβολικά τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τα προϊόντα της.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο