Οικονομία

Moody’s: «Ρωγμή» 1,7 δισ. ευρώ στις ελληνικές τράπεζες – Τα 4 καμπανάκια για νέο κύμα κόκκινων δανείων

Moody’s: «Ρωγμή» 1,7 δισ. ευρώ στις ελληνικές τράπεζες – Τα 4 καμπανάκια για νέο κύμα κόκκινων δανείων

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Η Moody’s στέλνει ένα προσεκτικά διατυπωμένο αλλά σαφές προειδοποιητικό μήνυμα: πίσω από τους ισχυρούς δείκτες κερδοφορίας, τη μεγάλη καταθετική βάση

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η Moody’s εντοπίζει τέσσερις κινδύνους πίσω από την ισχυρή κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών: νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια 1,7 δισ. ευρώ μέσα σε έξι μήνες, υψηλή εξάρτηση των εποπτικών κεφαλαίων από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις, κυβερνοαπειλές και γεωπολιτικούς κραδασμούς. Παρά την ανθεκτικότητα των ισολογισμών, ο οίκος προειδοποιεί ότι μια ταυτόχρονη επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας και του οικονομικού περιβάλλοντος θα μπορούσε να θέσει υπό επανεξέταση τις αξιολογήσεις του κλάδου.

Η μεγάλη εξυγίανση των ελληνικών τραπεζών δεν αμφισβητείται. Εκείνο που αρχίζει να δοκιμάζεται είναι η δυνατότητά τους να διατηρήσουν τα κέρδη της προηγούμενης περιόδου σε ένα περιβάλλον ακριβότερου χρήματος, αυξημένων επιχειρηματικών πιέσεων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Η Moody’s στέλνει ένα προσεκτικά διατυπωμένο αλλά σαφές προειδοποιητικό μήνυμα: πίσω από τους ισχυρούς δείκτες κερδοφορίας, τη μεγάλη καταθετική βάση και την επαρκή ρευστότητα, διαμορφώνονται τέσσερις εστίες κινδύνου που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επόμενη φάση του ελληνικού τραπεζικού κύκλου.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο βρίσκεται στην ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων.

Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026, δάνεια ύψους 1,7 δισ. ευρώ πέρασαν από την κατηγορία των εξυπηρετούμενων σε εκείνη των μη εξυπηρετούμενων, ενώ μόλις 388 εκατ. ευρώ προβληματικών δανείων επέστρεψαν σε κανονική εξυπηρέτηση.

Η εξέλιξη δεν συνιστά, από μόνη της, νέα τραπεζική κρίση. Αποτελεί όμως μια σημαντική ένδειξη ότι η δημιουργία νέων κόκκινων δανείων επιταχύνεται, την ώρα που οι μικρότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης.

Η ανάλυση της Moody’s, που δημοσιεύθηκε στις 29 Οκτωβρίου, αξιοποιεί τα συμπεράσματα της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία είχε δοθεί στη δημοσιότητα στις 22 Οκτωβρίου.

Το βασικό μήνυμα δεν είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες απειλούνται άμεσα. Είναι ότι η επόμενη δοκιμασία τους ενδέχεται να μην προέλθει από το παλιό απόθεμα των κόκκινων δανείων, αλλά από τη δημιουργία νέων.

1. Κόκκινα δάνεια: Το 1,7 δισ. ευρώ που αλλάζει την εικόνα

Το πρώτο και σημαντικότερο προειδοποιητικό σήμα αφορά την επανεμφάνιση καθαρών εισροών μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Στο τέλος Ιουνίου 2026, ο δείκτης NPL των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 3,4%, από 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.

Με μια πρώτη ματιά, η μεταβολή μοιάζει περιορισμένη.

Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζεται ο απόλυτος όγκος των προβληματικών δανείων.

Το συνολικό απόθεμα των NPLs αυξήθηκε κατά 9,3% μέσα σε έξι μήνες, εξέλιξη που αποκαλύπτει ότι η σχετική σταθερότητα του δείκτη δεν αντανακλά πλήρως τις νέες πιέσεις.

Η εξήγηση βρίσκεται εν μέρει στην πιστωτική επέκταση. Όταν αυξάνεται το συνολικό χαρτοφυλάκιο δανείων, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μπορεί να παραμένει σχετικά χαμηλός ακόμη και όταν τα προβληματικά δάνεια αυξάνονται σε απόλυτους αριθμούς.

Με άλλα λόγια, ο παρονομαστής μεγαλώνει και συγκρατεί τον δείκτη, χωρίς να εξαφανίζει τον πιστωτικό κίνδυνο.

Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους αναλυτές και τους επενδυτές.

Η μεταφορά 1,7 δισ. ευρώ δανείων στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων δεν σημαίνει ότι το σύνολο του ποσού αποτελεί οριστική ζημιά. Σημαίνει όμως ότι οι τράπεζες καλούνται να διαχειριστούν νέα προβληματικά ανοίγματα, με πιθανές επιπτώσεις στις προβλέψεις, στην κερδοφορία και στην κεφαλαιακή τους ενίσχυση.

Οι μικρές επιχειρήσεις στο επίκεντρο της ανησυχίας

Η κατανομή των κόκκινων δανείων ανά μέγεθος επιχείρησης αποκαλύπτει σημαντικές ανισότητες.

Κατηγορία επιχειρήσεων Δείκτης NPL
Πολύ μικρές επιχειρήσεις 11,2%
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις 4,6%
Μεγάλες επιχειρήσεις 0,9%

Η απόσταση είναι εντυπωσιακή.

Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, ο δείκτης προβληματικών δανείων είναι πολλαπλάσιος εκείνου των μεγάλων εταιρειών, αναδεικνύοντας τη μεγαλύτερη ευαισθησία τους στις αυξήσεις του κόστους χρηματοδότησης και των λειτουργικών δαπανών.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη λόγω των επιτοκίων.

Έπειτα από δύο αυξήσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 84 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 4,5% στα τέλη Αυγούστου 2026.

Για τις επιχειρήσεις με περιορισμένα ταμειακά αποθέματα, το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα επενδύσεων και να δυσκολέψει την εξυπηρέτηση υποχρεώσεων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η ελληνική επιχειρηματικότητα μπορεί να απορροφήσει ένα παρατεταμένο περιβάλλον αυξημένων χρηματοοικονομικών και λειτουργικών δαπανών χωρίς να δημιουργήσει νέο κύμα καθυστερήσεων.

2. DTCs: Το 36% των κεφαλαίων CET1 παραμένει συνδεδεμένο με την αναβαλλόμενη φορολογία

Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά όχι τόσο την ποσότητα όσο την ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Moody’s, οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις και απαιτήσεις αντιπροσώπευαν περίπου το 36% των κεφαλαίων Common Equity Tier 1 (CET1) των ελληνικών τραπεζών τον Ιούνιο του 2026.

Το ποσοστό έχει μειωθεί από περίπου 40% στο τέλος του 2025, γεγονός που αποτυπώνει πρόοδο.

Παραμένει, ωστόσο, υψηλό και αποτελεί μια διαρθρωτική ιδιαιτερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις, γνωστές ως DTCs, συνδέονται με φορολογικούς μηχανισμούς που αναγνωρίζονται στο εποπτικό κεφάλαιο.

Η μεγάλη συμμετοχή τους σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα της κεφαλαιακής βάσης δεν προέρχεται αποκλειστικά από συσσωρευμένα κέρδη ή νέες εισφορές μετόχων.

Η Moody’s αναγνωρίζει ότι οι τράπεζες έχουν επιταχύνει τη μείωση των DTCs αξιοποιώντας την ενισχυμένη κερδοφορία τους.

Ωστόσο, η διαδικασία δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση.

Οι τράπεζες καλούνται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν νέα δάνεια, να διατηρήσουν επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα, να περιορίσουν την αναβαλλόμενη φορολογία και να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των μετόχων για μερίσματα.

Το νέο κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας

Από την 1η Οκτωβρίου 2026 εφαρμόζεται αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας 0,5%, αυξάνοντας τις σχετικές κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Η εξέλιξη ενισχύει τη σημασία της εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η πιστωτική επέκταση απαιτεί πρόσθετους πόρους.

Η πρόκληση για τις διοικήσεις είναι σαφής: να συνεχίσουν να αυξάνουν την αξία για τους μετόχους χωρίς να αποδυναμώσουν την κεφαλαιακή τους ανθεκτικότητα.

3. Κυβερνοεπιθέσεις: Η τεχνητή νοημοσύνη και οι απάτες πληρωμών δημιουργούν νέο μέτωπο

Ο τρίτος κίνδυνος δεν προέρχεται από τα παραδοσιακά τραπεζικά χαρτοφυλάκια, αλλά από την τεχνολογία.

Η Moody’s επισημαίνει ότι οι κυβερνοαπειλές και οι λειτουργικοί κίνδυνοι μπορούν να εξελιχθούν σε σημαντική πηγή οικονομικών απωλειών.

Η αυξανόμενη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης από κυβερνοεγκληματίες επιτρέπει περισσότερο σύνθετες μεθόδους εξαπάτησης, ενώ η εξάρτηση των τραπεζών από εξωτερικούς παρόχους τεχνολογίας δημιουργεί πρόσθετα σημεία ευπάθειας.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι απάτες κοινωνικής μηχανικής (social engineering), μέσω των οποίων οι δράστες χειραγωγούν τους πελάτες ώστε να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι μια μεταφορά χρημάτων.

Πρόκειται για τις λεγόμενες authorised push payment fraud.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συναλλαγή μπορεί να έχει εγκριθεί από τον πελάτη, αλλά η απόφασή του έχει προκληθεί από εξαπάτηση.

Η εξάπλωση των άμεσων πληρωμών δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, καθώς ο χρόνος για τον εντοπισμό και την ανάκτηση των χρημάτων είναι περιορισμένος.

Το κόστος δεν είναι μόνο οικονομικό

Μια σοβαρή κυβερνοεπίθεση μπορεί να προκαλέσει άμεσες ζημιές, διακοπή κρίσιμων υπηρεσιών και πρόσθετες δαπάνες αποκατάστασης.

Μπορεί όμως να πλήξει και την εμπιστοσύνη των πελατών.

Για ένα τραπεζικό σύστημα που στηρίζεται σε ισχυρή καταθετική βάση, η επιχειρησιακή αξιοπιστία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα σταθερότητας.

Οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνουν επιπλέον τον κίνδυνο στοχευμένων επιθέσεων σε κρίσιμες χρηματοπιστωτικές υποδομές.

4. Ενέργεια και γεωπολιτική: Το εξωτερικό σοκ που μπορεί να περάσει στους ισολογισμούς

Ο τέταρτος κίνδυνος συνδέεται με τις διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο μπορούν να αυξήσουν το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.

Η επίδραση στις τράπεζες δεν είναι απαραίτητα άμεση, αλλά μπορεί να γίνει ιδιαίτερα σημαντική μέσω της πραγματικής οικονομίας.

Όταν αυξάνεται το ενεργειακό κόστος, συμπιέζονται τα περιθώρια κέρδους.

Όταν μειώνονται οι διαθέσιμες ταμειακές ροές, περιορίζεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης δανείων.

Και όταν αναβάλλονται επενδυτικά σχέδια, μπορεί να επιβραδυνθεί η ζήτηση νέας χρηματοδότησης.

Η Moody’s επισημαίνει επίσης ότι μια παρατεταμένη περίοδος διεθνούς αβεβαιότητας μπορεί να επηρεάσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τον επιχειρηματικό σχεδιασμό.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος βρίσκεται στον συνδυασμό ακριβότερου δανεισμού, υψηλότερου λειτουργικού κόστους και χαμηλότερης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που ήδη εμφανίζουν μεγαλύτερες καθυστερήσεις, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε μια τέτοια εξέλιξη.

Η ισχυρή γραμμή άμυνας: Κερδοφορία, ρευστότητα και λειτουργική αποτελεσματικότητα

Παρά τα τέσσερα προειδοποιητικά σήματα, η Moody’s δεν περιγράφει ένα τραπεζικό σύστημα σε κατάσταση άμεσης αποσταθεροποίησης.

Αντιθέτως, η ανάλυση αναγνωρίζει σημαντικά αποθέματα ανθεκτικότητας.

Τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2026 αποτυπώνουν υψηλή κερδοφορία και ισχυρή λειτουργική αποδοτικότητα.

Βασικός δείκτης Ελληνικές τράπεζες
Απόδοση ενεργητικού (ROA) 1,3%
Απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) 12,1%
Δείκτης κόστους προς έσοδα 37,8%
Δείκτης CET1 14,8%
Δείκτης δανείων προς καταθέσεις 63,5%

Ο δείκτης κόστους προς έσοδα, στο 37,8%, βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 54,6%.

Η διαφορά των 16,8 ποσοστιαίων μονάδων αποτυπώνει την υψηλή λειτουργική αποτελεσματικότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Την ίδια στιγμή, η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένει χαμηλότερη από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ο ενοποιημένος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε περίπου στο 14,8%, έναντι 16% για τις τράπεζες που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό.

Η ρευστότητα παραμένει το μεγάλο πλεονέκτημα

Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στη χρηματοδότηση.

Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις βρίσκεται στο 63,5%, περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν σημαντική καταθετική βάση σε σχέση με το υφιστάμενο δανειακό τους χαρτοφυλάκιο.

Η δομή αυτή περιορίζει την ανάγκη εξάρτησης από ακριβότερες πηγές χρηματοδότησης και προσφέρει πρόσθετη ευελιξία.

Ωστόσο, η ισχυρή ρευστότητα δεν εξαλείφει τον πιστωτικό κίνδυνο.

Μια τράπεζα μπορεί να διαθέτει επαρκείς καταθέσεις και υψηλή κερδοφορία, αλλά να αντιμετωπίσει αυξανόμενες ζημιές εάν επιδεινωθεί η ποιότητα των δανείων της.

Οι έξι τράπεζες στο μικροσκόπιο της Moody’s

Η αξιολόγηση καλύπτει έξι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 93% του τραπεζικού συστήματος.

Πρόκειται για:

  • Eurobank
  • Εθνική Τράπεζα
  • Τράπεζα Πειραιώς
  • Alpha Bank
  • CrediaBank
  • Optima Bank

Για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, η Moody’s εκτιμά ότι η χρηματοοικονομική τους ισχύς παραμένει επαρκής ώστε να αντιμετωπίσουν τους αναδυόμενους κινδύνους.

Στο βασικό της σενάριο, δεν αναμένονται σημαντικές μεταβολές κατά τους επόμενους 12 έως 18 μήνες.

Η εκτίμηση βασίζεται στην ικανότητα των τραπεζών να διατηρούν υψηλή κερδοφορία, να δημιουργούν εσωτερικά κεφάλαια και να απορροφούν πιθανές πιστωτικές ζημιές.

Αυτό, όμως, δεν αποτελεί ανεπιφύλακτη εγγύηση.

Χρηματιστήριο Αθηνών: Γιατί η έκθεση έχει σημασία για τις τραπεζικές μετοχές

Η ανάλυση της Moody’s δημοσιεύθηκε στις 29 Οκτωβρίου, λίγο πριν από την πίεση που δέχθηκαν οι τραπεζικές μετοχές στη συνεδρίαση της Παρασκευής, σε μια περίοδο ανακοίνωσης εταιρικών αποτελεσμάτων.

Η χρονική συγκυρία προσέδωσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον στις επισημάνσεις του οίκου.

Για τους επενδυτές, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο υψηλή παραμένει η σημερινή κερδοφορία, αλλά και πόσο διατηρήσιμη μπορεί να αποδειχθεί.

Μια αύξηση των προβλέψεων για πιστωτικές ζημιές θα μπορούσε να περιορίσει τα καθαρά κέρδη.

Αντίστοιχα, μεγαλύτερες κεφαλαιακές ανάγκες θα μπορούσαν να περιορίσουν την ευελιξία των τραπεζών στη μερισματική τους πολιτική.

Η μείωση των DTCs, η πορεία των νέων καθυστερήσεων και η ανθεκτικότητα των επιχειρηματικών δανείων αποτελούν, επομένως, βασικές παραμέτρους για την αξιολόγηση του κλάδου.

Η δημοσίευση της έκθεσης συνέπεσε χρονικά με την πίεση στις μετοχές, χωρίς αυτό να αποδεικνύει ότι αποτέλεσε τη μοναδική ή την κύρια αιτία της πτώσης.

Το σενάριο που θα μπορούσε να αλλάξει τις αξιολογήσεις

Η Moody’s θέτει ένα σαφές πλαίσιο κινδύνου.

Εάν η δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων επιταχυνθεί περισσότερο από τις προβλέψεις, οι τράπεζες ενδέχεται να χρειαστούν υψηλότερες προβλέψεις για πιστωτικές ζημιές.

Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει την καθαρή κερδοφορία και να επιβραδύνει την εσωτερική δημιουργία κεφαλαίων.

Εάν η εξέλιξη αυτή συμπέσει με ένα εξωτερικό οικονομικό ή γεωπολιτικό σοκ, οι πιέσεις θα μπορούσαν να εκδηλωθούν ταυτόχρονα στην ποιότητα του ενεργητικού και στην κεφαλαιακή επάρκεια.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο οίκος θα μπορούσε να επανεξετάσει την πιστοληπτική ισχύ των τραπεζών, με πιθανές επιπτώσεις στις αξιολογήσεις ή στις προοπτικές τους.

Η προειδοποίηση δεν αποτελεί πρόβλεψη επικείμενης υποβάθμισης. Αποτελεί επισήμανση των συνθηκών υπό τις οποίες θα μπορούσε να μεταβληθεί η σημερινή θετική πιστοληπτική εικόνα.

Το κρίσιμο σημείο για το επόμενο διάστημα θα είναι η εξέλιξη των νέων κόκκινων δανείων, ιδιαίτερα στη μικρότερη επιχειρηματικότητα.

Με 1,7 δισ. ευρώ νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ένα εξάμηνο, απόθεμα NPLs αυξημένο κατά 9,3% και σημαντική συμμετοχή των DTCs στα εποπτικά κεφάλαια, οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να αποδείξουν ότι η ισχυρή κερδοφορία τους μπορεί να αντέξει και σε δυσμενέστερες συνθήκες.

Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία δεν είναι η διαχείριση των κόκκινων δανείων του χθες, αλλά η αποτροπή ενός νέου κύματος προβληματικών χορηγήσεων αύριο.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο