Τεχνολογία

AI: Η «φούσκα» των τρισ. δολαρίων απειλεί τις αγορές – Έρχεται ένα νέο 2008;

AI: Η «φούσκα» των τρισ. δολαρίων απειλεί τις αγορές – Έρχεται ένα νέο 2008;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί σχεδιάζουν επενδύσεις 1,2 τρισ. δολαρίων στην τεχνητή νοημοσύνη το 2027, την ώρα που τα επιτόκια, το παγκόσμιο χρέος και ο πόλεμος στο Ιράν δοκιμάζουν τις αντοχές της οικονομίας. Οι προειδοποιήσεις της πρώην επικεφαλής του FDIC Σίλα Μπέαρ, του Τζιμ Ο'Νιλ και κορυφαίων αναλυτών επαναφέρουν ένα κρίσιμο ερώτημα: τι θα συμβεί εάν οι τεράστιες επενδύσεις σε AI δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα;

Η τεχνητή νοημοσύνη εξελίχθηκε μέσα σε λίγα χρόνια από μια τεχνολογική επανάσταση σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που στηρίζουν τις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές. Τώρα, όμως, η ίδια επενδυτική έκρηξη που τροφοδότησε την αισιοδοξία των τελευταίων ετών βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ολοένα εντονότερης συζήτησης για τον κίνδυνο μιας νέας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες δεσμεύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για κέντρα δεδομένων, υπολογιστική ισχύ, προηγμένους επεξεργαστές και ενεργειακές υποδομές. Οι επενδύσεις αυτές ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα, δημιουργούν ζήτηση για εξοπλισμό και έχουν συμβάλει στην άνοδο των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων.

Ωστόσο, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη όταν συνυπολογιστούν η αύξηση του κόστους δανεισμού, τα υψηλά επίπεδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, οι εμπορικές εντάσεις και η ενεργειακή αναταραχή που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η τεχνητή νοημοσύνη θα μετασχηματίσει την παγκόσμια οικονομία, αλλά εάν οι εταιρείες και οι επενδυτές έχουν προεξοφλήσει οικονομικές αποδόσεις που θα χρειαστούν πολύ περισσότερο χρόνο για να πραγματοποιηθούν.

Η επενδυτική έκρηξη: 1,2 τρισ. δολάρια για την AI μέσα σε έναν χρόνο

Το μέγεθος των επενδύσεων είναι εντυπωσιακό.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Danske Bank που παρατίθενται σε ανάλυση βασισμένη σε στοιχεία του Reuters, περίπου έξι από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, οι λεγόμενοι hyperscalers, αναμένεται να επενδύσουν περίπου 1,2 τρισ. δολάρια το 2027 σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Το ποσό συγκρίνεται με το σύνολο των επενδύσεων των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Για το 2026, οι αντίστοιχες επενδύσεις εκτιμώνται στα 900 δισ. δολάρια.

Πρόκειται για ένα επενδυτικό κύμα που δεν αφορά αποκλειστικά την ανάπτυξη νέων εφαρμογών λογισμικού.

Περιλαμβάνει την κατασκευή τεράστιων data centers, την αγορά εξειδικευμένων μικροεπεξεργαστών, τη δημιουργία συστημάτων ψύξης και την εξασφάλιση μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι επενδύσεις αυτές στηρίζουν ένα ευρύ βιομηχανικό οικοσύστημα, από τους κατασκευαστές ημιαγωγών και τους παρόχους ενέργειας έως τις εταιρείες υποδομών και τις επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν τα έργα.

Όσο όμως αυξάνεται η κλίμακα των δεσμεύσεων, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για σταθερές μελλοντικές ταμειακές ροές.

Η Wall Street εξαρτάται όλο και περισσότερο από λίγες εταιρείες

Η τεχνητή νοημοσύνη έχει αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στην πορεία των αμερικανικών χρηματιστηρίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, οι τεχνολογικές εταιρείες και οι επιχειρήσεις που συνδέονται με την AI αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 40% της αξίας του δείκτη S&P 500.

Παράλληλα, έχουν συμβάλει καθοριστικά στην άνοδο περίπου 70% που έχει καταγράψει ο δείκτης σε ορίζοντα πενταετίας.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των σύγχρονων αγορών: η συνολική χρηματιστηριακή επίδοση εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από έναν σχετικά μικρό αριθμό επιχειρήσεων.

Ο Άλμπερτ Έντουαρντς, στρατηγικός αναλυτής της Société Générale, έχει εκφράσει ανησυχία για τη συγκέντρωση των χρηματιστηριακών κερδών σε λίγες μεγάλες εταιρείες.

Η βασική του επισήμανση αφορά την περιορισμένη συμμετοχή της υπόλοιπης αγοράς στην άνοδο.

Όταν λίγες εταιρείες στηρίζουν ένα μεγάλο μέρος των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων, μια απότομη αναθεώρηση των προσδοκιών για τα κέρδη τους μπορεί να επηρεάσει πολύ περισσότερους επενδυτές από όσους δραστηριοποιούνται άμεσα στον τεχνολογικό κλάδο.

Η προειδοποίηση των 2 τρισ. δολαρίων: Η αγορά αρχίζει να αμφισβητεί τις αποτιμήσεις

Οι πρώτες ενδείξεις μεταβολής της επενδυτικής διάθεσης εμφανίστηκαν τον Οκτώβριο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, περισσότερα από 2 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας χάθηκαν από τον τεχνολογικά προσανατολισμένο Nasdaq 100 μέσα στον μήνα.

Η διόρθωση πραγματοποιήθηκε παρά τα ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα αρκετών μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Οι επενδυτές δεν αμφισβητούν απαραίτητα τη σημερινή κερδοφορία των τεχνολογικών ομίλων.

Αρχίζουν, όμως, να εξετάζουν αυστηρότερα κατά πόσον οι τεράστιες δαπάνες για υποδομές AI θα οδηγήσουν σε αντίστοιχη αύξηση εσόδων και κερδών.

Ο S&P 500 εμφανίζεται μειωμένος περίπου 3% από τα υψηλά των αρχών Οκτωβρίου, ενώ ο Russell 2000, που παρακολουθεί μικρότερες αμερικανικές εταιρείες, έχει υποχωρήσει σχεδόν 8% από την κορυφή του Αυγούστου.

Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά είναι περισσότερο ευάλωτες στο κόστος δανεισμού, αντιμετωπίζουν διαφορετικές πιέσεις από τους τεχνολογικούς κολοσσούς.

Τζιμ Ο’Νιλ: Τα υψηλά επιτόκια αποκαλύπτουν τις αδυναμίες

Ο Τζιμ Ο’Νιλ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs και πρώην υπουργός της βρετανικής κυβέρνησης, προειδοποιεί ότι τα υψηλά επιτόκια τείνουν να αποκαλύπτουν τις αδυναμίες των περισσότερο ευάλωτων επιχειρήσεων και οικονομιών.

Η παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης.

Ένα μεγάλο επενδυτικό έργο μπορεί να εμφανίζεται οικονομικά βιώσιμο όταν το κόστος χρηματοδότησης είναι χαμηλό.

Εάν, όμως, τα επιτόκια παραμείνουν υψηλά και οι αναμενόμενες αποδόσεις καθυστερήσουν, η οικονομική εξίσωση αλλάζει.

Οι εταιρείες καλούνται να εξυπηρετούν μεγαλύτερο χρηματοοικονομικό κόστος, ενώ οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν.

Ο Ο’Νιλ εκφράζει επίσης έκπληξη για το γεγονός ότι η επενδυτική έκρηξη της AI δεν έχει αντιμετωπίσει μέχρι στιγμής σοβαρότερες αναταράξεις.

Η επισήμανσή του δεν συνιστά πρόβλεψη επικείμενης κατάρρευσης.

Αναδεικνύει, όμως, το πρόβλημα που μπορεί να δημιουργηθεί εάν η τεχνολογική αισιοδοξία συναντήσει μια παρατεταμένη περίοδο ακριβού χρήματος.

Σίλα Μπέαρ: Οι ομοιότητες με το 2008 και ο κίνδυνος του χρέους

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση της Σίλα Μπέαρ, η οποία βρισκόταν στην ηγεσία της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφάλισης Καταθέσεων, FDIC, κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Η Μπέαρ εντοπίζει ομοιότητες ανάμεσα σε ορισμένες σημερινές χρηματοοικονομικές συνθήκες και στην περίοδο πριν από τη μεγάλη κρίση.

Στο επίκεντρο των ανησυχιών της βρίσκεται η ταχεία ανάπτυξη του δανεισμού σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και η αυξανόμενη εξάρτηση ορισμένων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη από χρηματοδότηση μέσω χρέους.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των επενδύσεων.

Είναι και ο τρόπος με τον οποίο χρηματοδοτούνται.

Εάν τα έργα βασίζονται σε υπερβολικά αισιόδοξες προβλέψεις εσόδων, μια καθυστέρηση στην εμπορική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δυσκολέψει την εξυπηρέτηση των δανείων.

Οι επιπτώσεις θα μπορούσαν τότε να μεταφερθούν από τις τεχνολογικές επιχειρήσεις στους χρηματοδότες τους.

Η Μπέαρ επισημαίνει επιπλέον ότι οι κυβερνήσεις διαθέτουν σήμερα μικρότερα δημοσιονομικά περιθώρια για να αντιμετωπίσουν μια μεγάλη κρίση.

Ωστόσο, οι ομοιότητες με το 2008 δεν σημαίνουν ότι οι δύο περίοδοι είναι ταυτόσημες. Η σημερινή έκθεση των τεχνολογικών εταιρειών και των επενδυτών έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την κρίση των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου.

Παγκόσμιο χρέος πάνω από 350 τρισ. δολάρια

Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον επιβαρύνεται από το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Institute of International Finance που επικαλείται η ανάλυση, το συνολικό παγκόσμιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 350 τρισ. δολάρια.

Το μέγεθος αυτό υπογραμμίζει την έκθεση κρατών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών στις μεταβολές του κόστους χρηματοδότησης.

Όταν τα επιτόκια αυξάνονται ή παραμένουν υψηλά για μεγάλο διάστημα, η αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεων γίνεται ακριβότερη.

Για τις κυβερνήσεις, αυτό σημαίνει μεγαλύτερες δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους και περιορισμένο χώρο για νέες παρεμβάσεις.

Για τις επιχειρήσεις, σημαίνει αυξημένες απαιτήσεις κερδοφορίας και μεγαλύτερη πίεση στις επενδυτικές αποφάσεις.

Η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη όταν οι ίδιες οικονομίες πρέπει να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα ενεργειακή μετάβαση, αμυντικές δαπάνες, υποδομές και την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Ιράν και πετρέλαιο: Το ενεργειακό σοκ απειλεί την τεχνολογική ανάπτυξη

Η γεωπολιτική αστάθεια αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα κινδύνου.

Ο παρατεταμένος πόλεμος με το Ιράν έχει επηρεάσει τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, αυξάνοντας το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, η τιμή του πετρελαίου έχει φτάσει περίπου τα 105 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 75% από την αρχή του έτους.

Η άνοδος της ενέργειας δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις.

Για τις κεντρικές τράπεζες, αυτό μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα μείωσης των επιτοκίων.

Για τις επιχειρήσεις τεχνητής νοημοσύνης, η ακριβότερη ενέργεια επηρεάζει άμεσα το λειτουργικό κόστος των data centers.

Τα μεγάλα υπολογιστικά κέντρα απαιτούν σημαντική ηλεκτρική ισχύ, ενώ οι ανάγκες τους αυξάνονται καθώς αναπτύσσονται πιο σύνθετα μοντέλα και υπηρεσίες.

Η αλληλεπίδραση ενεργειακού κόστους, πληθωρισμού και επιτοκίων δημιουργεί έναν μηχανισμό πίεσης που μπορεί να επηρεάσει τη βιωσιμότητα των επενδύσεων.

Ιαπωνία και Γαλλία: Τα ομόλογα στέλνουν προειδοποιητικά μηνύματα

Η πίεση δεν περιορίζεται στις αμερικανικές αγορές.

Στην Ιαπωνία, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν φτάσει, σύμφωνα με την ανάλυση, σε υψηλά περίπου 30 ετών.

Η χώρα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές.

Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων δημιουργεί δυσκολίες για τη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών, ενώ πιθανές αλλαγές στη νομισματική πολιτική μπορούν να επηρεάσουν τις διεθνείς ροές κεφαλαίων.

Στη Γαλλία, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν ανέλθει, σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, σε επίπεδα που παραπέμπουν στην περίοδο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους του 2012.

Η εξέλιξη περιορίζει τα περιθώρια δημοσιονομικής παρέμβασης σε ένα περιβάλλον πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων.

Ο Μάικ Ρίντελ, διαχειριστής χαρτοφυλακίων στη Fidelity International, επισημαίνει ενδείξεις χρηματοοικονομικής πίεσης σε αρκετές οικονομίες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Αυστραλία.

Παράλληλα, η αυξημένη ζήτηση για γερμανικά κρατικά ομόλογα αντανακλά την αναζήτηση ασφαλέστερων επενδυτικών τοποθετήσεων.

Η Ασία αντιμετωπίζει την πίεση από πετρέλαιο και ισχυρό δολάριο

Οι αναδυόμενες οικονομίες αντιμετωπίζουν έναν διαφορετικό συνδυασμό κινδύνων.

Χώρες όπως η Ινδονησία και οι Φιλιππίνες επιβαρύνονται από το αυξημένο κόστος εισαγωγής ενέργειας.

Σύμφωνα με την ανάλυση, τα νομίσματά τους έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.

Οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να εξισορροπήσουν την ανάγκη σταθεροποίησης των νομισμάτων με την ανάγκη στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.

Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά συναλλάγματος, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Η κατάσταση αυτή έχει σημασία και για τον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς η παραγωγή ημιαγωγών, ηλεκτρονικού εξοπλισμού και τεχνολογικών εξαρτημάτων εξαρτάται από διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.

Η μεγάλη αντίφαση: Ισχυρά κέρδη, αλλά αυξανόμενος φόβος

Παρά τις ανησυχίες, τα οικονομικά στοιχεία δεν υποδεικνύουν μια γενικευμένη κατάρρευση.

Σύμφωνα με δεδομένα της LSEG που επικαλείται η ανάλυση, το 84% των εταιρειών του S&P 500 που είχαν ανακοινώσει αποτελέσματα τρίτου τριμήνου ξεπέρασε τις προβλέψεις των αναλυτών.

Οι αγορές εργασίας έχουν επίσης εμφανίσει ανθεκτικότητα, ενώ αρκετές προβλέψεις για ύφεση τα προηγούμενα χρόνια δεν επιβεβαιώθηκαν.

Αυτό δημιουργεί μια αντίφαση.

Από τη μία πλευρά, οι μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν να παρουσιάζουν ισχυρή κερδοφορία.

Από την άλλη, οι επενδυτές ανησυχούν για το μέγεθος των μελλοντικών κεφαλαιουχικών δαπανών και τη δυνατότητα χρηματοδότησής τους.

Η ύπαρξη υψηλών εταιρικών κερδών δεν αποκλείει μια χρηματιστηριακή διόρθωση, ιδιαίτερα όταν οι αποτιμήσεις έχουν ενσωματώσει πολύ υψηλές προσδοκίες για τη μελλοντική ανάπτυξη.

Τι θα συμβεί εάν επιβραδυνθούν οι επενδύσεις στην AI;

Το σημαντικότερο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα μετάδοσης μιας πιθανής επιβράδυνσης από τον τεχνολογικό κλάδο στην ευρύτερη οικονομία.

Οι επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη στηρίζουν σήμερα πολλούς διαφορετικούς τομείς.

Μια μείωση των προϋπολογισμών των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών θα μπορούσε να επηρεάσει τους προμηθευτές επεξεργαστών, τους κατασκευαστές data centers, τις εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας και τους παρόχους χρηματοδότησης.

Εάν η μείωση συνοδευτεί από πτώση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων, οι συνέπειες θα μπορούσαν να επεκταθούν στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια, στα συνταξιοδοτικά κεφάλαια και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Η διεθνής έκθεση στις αμερικανικές αγορές ενισχύει τον κίνδυνο μετάδοσης.

Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών που επικαλείται η ανάλυση, οι καθαρές αγορές αμερικανικών τίτλων από ξένους επενδυτές έφτασαν σχεδόν τα 280 δισ. δολάρια τον Αύγουστο.

Μια έντονη αναταραχή στις αμερικανικές τεχνολογικές μετοχές θα μπορούσε επομένως να επηρεάσει επενδυτές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε πολλές χώρες.

Γιατί το επόμενο σοκ μπορεί να είναι δυσκολότερο στη διαχείριση

Η Τίνα Φόρνταμ, ιδρύτρια της Fordham Global Foresight, επισημαίνει έναν ακόμη κίνδυνο: την αποδυνάμωση της διεθνούς συνεργασίας.

Κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οι μεγάλες οικονομίες συντόνισαν παρεμβάσεις για τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και τη στήριξη της οικονομίας.

Σήμερα, οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, οι εμπορικοί περιορισμοί και οι εντάσεις μεταξύ παραδοσιακών συμμάχων μπορούν να καταστήσουν δυσκολότερο έναν αντίστοιχο συντονισμό.

Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει επίσης προειδοποιήσει ότι πολλαπλές οικονομικές και γεωπολιτικές αναταράξεις μπορούν να αλληλεπιδράσουν, δημιουργώντας συνολικές συνέπειες μεγαλύτερες από εκείνες κάθε μεμονωμένου γεγονότος.

Αυτό είναι το βασικό σενάριο που προβληματίζει τους αναλυτές.

Όχι μια απλή πτώση των μετοχών τεχνολογίας, αλλά μια ταυτόχρονη επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών, της ενεργειακής ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στις αγορές.

Το κρίσιμο τεστ: Πότε η τεχνητή νοημοσύνη θα αρχίσει να αποδίδει τα τρισεκατομμύρια;

Η τεχνητή νοημοσύνη παραμένει μια τεχνολογία με σημαντικές δυνατότητες αύξησης της παραγωγικότητας, ανάπτυξης νέων υπηρεσιών και μετασχηματισμού της οικονομίας.

Ωστόσο, η τεχνολογική πρόοδος και η χρηματιστηριακή απόδοση δεν ακολουθούν πάντοτε την ίδια χρονική πορεία.

Μια τεχνολογία μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική σε βάθος δεκαετιών, ακόμη και εάν ορισμένες επιχειρήσεις ή επενδυτικά σχέδια δεν επιτύχουν τις αρχικές οικονομικές τους προβλέψεις.

Το πρόβλημα για τις αγορές είναι ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται σήμερα, ενώ μεγάλο μέρος των προσδοκώμενων αποδόσεων τοποθετείται στο μέλλον.

Η Φόρνταμ παραπέμπει στη γνωστή παρατήρηση του Γουόρεν Μπάφετ ότι μόνο όταν αποσύρεται η παλίρροια αποκαλύπτεται ποιος κολυμπούσε χωρίς μαγιό.

Στην παρούσα συγκυρία, η παλίρροια είναι η τεχνητή νοημοσύνη.

Το καθοριστικό ερώτημα για το 2027 δεν είναι μόνο πόσα τρισεκατομμύρια θα επενδυθούν στην AI, αλλά πόσα από αυτά θα μετατραπούν σε πραγματικά, επαναλαμβανόμενα έσοδα. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί εάν η επενδυτική έκρηξη θα συνεχίσει να στηρίζει τις αγορές ή θα εξελιχθεί σε μια νέα πηγή χρηματοπιστωτικής αστάθειας.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο