Wall Street: Έσκασε η «φούσκα» της AI; Χάθηκαν 2,5 τρισ. και ο Nasdaq ψάχνει σωσίβιο
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, τα προθεσμιακά συμβόλαια της Wall Street έδειχναν σημάδια ανάκαμψης, με τους επενδυτές να επιχειρούν να αξιολογήσουν εάν η πρόσφατη πτώση αποτελεί μια προσωρινή διόρθωση ή την αρχή μιας βαθύτερης αναθεώρησης των προσδοκιών
Η παγκόσμια χρηματιστηριακή αγορά επιχειρεί να ανακτήσει την ισορροπία της μετά το ισχυρό κύμα ρευστοποιήσεων που σάρωσε τις μετοχές τεχνητής νοημοσύνης στα τέλη Οκτωβρίου, προκαλώντας απώλειες τρισεκατομμυρίων δολαρίων και επαναφέροντας στο προσκήνιο τους φόβους για υπερβολικές αποτιμήσεις στον τεχνολογικό κλάδο.
Τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, τα προθεσμιακά συμβόλαια της Wall Street έδειχναν σημάδια ανάκαμψης, με τους επενδυτές να επιχειρούν να αξιολογήσουν εάν η πρόσφατη πτώση αποτελεί μια προσωρινή διόρθωση ή την αρχή μιας βαθύτερης αναθεώρησης των προσδοκιών για την τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς εταιρείες όπως η Nvidia, η Microsoft, η Alphabet, η Amazon και άλλοι τεχνολογικοί κολοσσοί βρίσκονται στο επίκεντρο ενός ιστορικού κύκλου επενδύσεων σε υπολογιστικές υποδομές, κέντρα δεδομένων και εξειδικευμένους επεξεργαστές.
Για πρώτη φορά ύστερα από μεγάλο διάστημα, οι αγορές δείχνουν να μην αρκούνται στις ανακοινώσεις νέων επενδύσεων. Ζητούν αποδείξεις ότι η τεχνολογική επανάσταση μπορεί να αποδώσει κέρδη ανάλογα με τα κεφάλαια που απορροφά.
Nasdaq: Ο Οκτώβριος άφησε πίσω του απώλειες άνω των 2,5 τρισ. δολαρίων
Η έκταση των ρευστοποιήσεων ήταν εντυπωσιακή.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, ο δείκτης Nasdaq 100 έχασε περισσότερα από 2,5 τρισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου.
Ο ευρύτερος Nasdaq Composite κατέγραψε τη χειρότερη μηνιαία επίδοσή του από τον Μάρτιο του 2025, ενώ οι απώλειες της αγοράς κορυφώθηκαν την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου.
Εκείνη την ημέρα, ο Nasdaq 100 υποχώρησε κατά 3,5%, με τις μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών να δέχονται ακόμη μεγαλύτερη πίεση.
Ο δείκτης Philadelphia Semiconductor Index, που παρακολουθεί σημαντικές αμερικανικές εταιρείες μικροτσίπ, σημείωσε βουτιά 7,2%.
Η ταχύτητα της πτώσης αποτύπωσε την αλλαγή του επενδυτικού κλίματος: ο κλάδος που είχε πρωταγωνιστήσει στο χρηματιστηριακό ράλι άρχισε να αντιμετωπίζεται ως βασική πηγή κινδύνου.
Η πρώτη αντίδραση: Nasdaq +0,8% και S&P 500 +0,4%
Η εικόνα εμφανίστηκε πιο ήπια στην έναρξη της νέας εβδομάδας.
Σύμφωνα με τους Financial Times, τα προθεσμιακά συμβόλαια του Nasdaq 100 ενισχύονταν κατά 0,8% πριν από το άνοιγμα της Wall Street, ενώ εκείνα του S&P 500 κατέγραφαν άνοδο 0,4%.
Η ανάκαμψη υποδήλωνε ότι ορισμένοι επενδυτές έβλεπαν ευκαιρίες αγοράς μετά τη μεγάλη πτώση.
Δεν σήμαινε, ωστόσο, ότι οι ανησυχίες είχαν εξαφανιστεί.
Οι αγορές εξακολουθούσαν να επηρεάζονται από την αβεβαιότητα γύρω από τα εταιρικά κέρδη, το κόστος χρηματοδότησης και την προοπτική περαιτέρω αυξήσεων των αμερικανικών επιτοκίων.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η άνοδος των τεχνολογικών μετοχών μπορεί να στηριχθεί σε διατηρήσιμη κερδοφορία και όχι αποκλειστικά σε προσδοκίες για τη μελλοντική ανάπτυξη της AI.
Barclays: «Ίσως είναι ώρα να επιστρέψουμε προσεκτικά στο ρίσκο»
Παρά την έντονη νευρικότητα, ορισμένοι αναλυτές εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξοι.
Ο Ajay Rajadhyaksha, επικεφαλής παγκόσμιας έρευνας της Barclays, υποστήριξε σε σημείωμά του προς τους πελάτες ότι η αγορά ενδέχεται να προσφέρει ξανά επιλεκτικές ευκαιρίες.
«Πιστεύουμε ότι ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να επιστρέφουμε προσεκτικά στα περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου κινδύνου», ανέφερε.
Ο ίδιος έθεσε το βασικό ερώτημα που κυριαρχεί στις διεθνείς αγορές:
«Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι εάν οι τελευταίες εβδομάδες αποτελούν τα πρώτα σημάδια μιας επικείμενης κατάρρευσης της AI».
Η εκτίμησή του, πάντως, δεν είναι απαισιόδοξη.
Ο Rajadhyaksha υπογράμμισε ότι η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ εξακολουθεί να ξεπερνά την προσφορά, ενώ τα εταιρικά αποτελέσματα παραμένουν συνολικά υγιή.
Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική οικονομική δραστηριότητα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει σταματήσει, παρά τη χρηματιστηριακή διόρθωση.
BNP Paribas: Οι ρευστοποιήσεις αποσυνδέθηκαν από τα θεμελιώδη μεγέθη
Παρόμοια προσέγγιση υιοθετεί η Ecaterina Bigos, ανώτερη στρατηγική αναλύτρια της BNP Paribas Asset Management.
«Οι ρευστοποιήσεις που είδαμε την Παρασκευή έχουν αποσυνδεθεί από τη θεμελιώδη εικόνα», εκτίμησε.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει μια βασική διάκριση: η πτώση των μετοχών δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι έχει επιδεινωθεί με αντίστοιχο τρόπο η επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιρειών.
Ωστόσο, οι αποτιμήσεις των τεχνολογικών κολοσσών ενσωματώνουν ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες για μελλοντική ανάπτυξη.
Όταν οι προσδοκίες αυτές γίνονται δυσκολότερο να δικαιολογηθούν, ακόμη και ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα μπορεί να μην αρκούν για να αποτρέψουν μια διόρθωση.
Η αγορά δεν αμφισβητεί αναγκαστικά ότι η AI θα αποτελέσει σημαντική τεχνολογική αλλαγή. Αμφισβητεί το πόσο γρήγορα και με ποια κερδοφορία θα αποδώσουν οι σημερινές επενδύσεις.
Από την Nvidia στην Amazon: Το τεράστιο κόστος της τεχνητής νοημοσύνης
Η ανησυχία επικεντρώνεται στις τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες των εταιρειών τεχνολογίας.
Η ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί ολοένα περισσότερους εξειδικευμένους επεξεργαστές, κέντρα δεδομένων, συστήματα ψύξης και ηλεκτρική ενέργεια.
Οι εταιρείες που διαθέτουν μεγάλες υπολογιστικές υποδομές επενδύουν ποσά που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν εξαιρετικά υψηλά ακόμη και για τα δεδομένα της Silicon Valley.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών της Goldman Sachs που μετέδωσε το Reuters, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των μεγάλων παρόχων υπολογιστικού νέφους ενδέχεται να πλησιάσουν τα 800 δισ. δολάρια το 2026 και να αυξηθούν περαιτέρω, προς τα 1,2 τρισ. δολάρια το 2027.
Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν την κλίμακα του επενδυτικού κύκλου.
Ταυτόχρονα, δημιουργούν ερωτήματα για το πώς θα χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη και πόσο γρήγορα θα προκύψουν επαρκή έσοδα.
Η πίεση είναι μεγαλύτερη όταν οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται εν μέρει με δανεισμό, καθώς το υψηλότερο κόστος χρήματος περιορίζει τα περιθώρια για παρατεταμένες περιόδους χαμηλών αποδόσεων.
Η Wall Street αλλάζει κριτήρια: Δεν αρκεί να επενδύεις στην AI
Ο Rushabh Amin, στρατηγικός αναλυτής πολλαπλών κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων της Allspring Global Investments, περιέγραψε χαρακτηριστικά τη νέα στάση των επενδυτών.
«Η αγορά περνά από την επιβράβευση των δαπανών στην απαίτηση για αποδόσεις», σημείωσε.
Όπως εξήγησε, οι επενδυτές θέλουν πλέον να βλέπουν τις δαπάνες να μετατρέπονται σε έσοδα, περιθώρια κέρδους και τελικά σε πραγματική κερδοφορία.
Η αλλαγή αυτή μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά τους επιμέρους κλάδους της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι κατασκευαστές μικροτσίπ επωφελούνται άμεσα από τις παραγγελίες για υπολογιστικές υποδομές.
Οι πάροχοι υπηρεσιών cloud χρειάζεται να αποδείξουν ότι η αυξημένη δυναμικότητα θα αξιοποιηθεί εμπορικά.
Οι επιχειρήσεις που ενσωματώνουν εφαρμογές AI στα προϊόντα τους πρέπει να δείξουν ότι μπορούν να αυξήσουν τις πωλήσεις ή να περιορίσουν ουσιαστικά το λειτουργικό κόστος.
Με άλλα λόγια, η αγορά αρχίζει να διαχωρίζει περισσότερο την τεχνολογική υπόσχεση από το μετρήσιμο επιχειρηματικό αποτέλεσμα.
Ασία: Ανάκαμψη σε Samsung και SK Hynix, βουτιά στην Kioxia
Η συνεδρίαση της Δευτέρας στις ασιατικές αγορές αποκάλυψε τις μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των εταιρειών που συνδέονται με την AI.
Στη Νότια Κορέα, η SK Hynix ενισχύθηκε κατά 3,8%, ενώ η Samsung Electronics σημείωσε άνοδο 1,8%.
Η θετική εικόνα των δύο μεγάλων κατασκευαστών μνημών συνέβαλε στην άνοδο του χρηματιστηριακού δείκτη Kospi κατά 2,2%.
Αντίθετα, η ταϊβανέζικη TSMC, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής ημιαγωγών κατόπιν παραγγελίας στον κόσμο, υποχώρησε κατά 1,7%.
Ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις δέχθηκε η ιαπωνική Kioxia, η οποία κατέγραψε πτώση 15,8%, μετά από προβλέψεις κερδοφορίας που απογοήτευσαν τους επενδυτές.
Οι διαφοροποιήσεις αυτές δείχνουν ότι η χρηματιστηριακή αντίδραση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη γενική έκθεση μιας εταιρείας στην τεχνητή νοημοσύνη.
Τα επιμέρους οικονομικά αποτελέσματα και οι προοπτικές κερδοφορίας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Κίνα: Παρέμβαση 15 δισ. δολαρίων για στήριξη των μετοχών
Στην Κίνα, οι χρηματιστηριακές αγορές κινήθηκαν ανοδικά, εν μέσω προσδοκιών για νέα μέτρα στήριξης.
Ο δείκτης CSI 300 ενισχύθηκε κατά 0,8%, ενώ ο τεχνολογικός Star 50 κατέγραψε άνοδο 3,1%.
Μετά το κλείσιμο της συνεδρίασης, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας ανακοίνωσε τη δημιουργία μηχανισμού ανταλλαγής ρευστότητας ύψους περίπου 15 δισ. δολαρίων.
Ο μηχανισμός αποσκοπεί στη διευκόλυνση της χρηματοδότησης εταιρειών που επιθυμούν να προχωρήσουν σε επαναγορές μετοχών.
Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης αδυναμίας των κινεζικών αγορών, οι οποίες αντιμετωπίζουν πιέσεις από τη χαμηλή καταναλωτική εμπιστοσύνη και τη μειωμένη επενδυτική διάθεση.
Η άνοδος των κινεζικών τεχνολογικών μετοχών δεν σημαίνει ότι η χώρα έχει αποσυνδεθεί από τη διεθνή νευρικότητα γύρω από την AI.
Δείχνει, όμως, ότι οι εγχώριες πολιτικές στήριξης μπορούν να επηρεάσουν βραχυπρόθεσμα την πορεία των χρηματιστηρίων.
Ευρώπη: Περιορισμένες απώλειες, αλλά η ASML στο επίκεντρο
Στην Ευρώπη, η αντίδραση ήταν πιο συγκρατημένη.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx Europe 600 υποχωρούσε κατά 0,3% στις πρώτες συναλλαγές, ενώ η ολλανδική ASML ενισχυόταν οριακά κατά 0,5%.
Η ευρωπαϊκή αγορά διαθέτει μικρότερη άμεση έκθεση στους μεγάλους αμερικανικούς ομίλους τεχνητής νοημοσύνης.
Αυτό μπορεί να περιορίζει τη μεταβλητότητα που προκαλούν οι έντονες κινήσεις των τεχνολογικών μετοχών στη Wall Street.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή βιομηχανία συνδέεται στενά με τον παγκόσμιο κύκλο επενδύσεων στους ημιαγωγούς.
Η ASML, ως βασικός προμηθευτής εξοπλισμού λιθογραφίας για προηγμένους επεξεργαστές, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξάρτησης.
Η εξέλιξη των επενδύσεων σε AI επηρεάζει, επομένως, όχι μόνο τις αμερικανικές εταιρείες λογισμικού και cloud, αλλά και ευρωπαϊκούς κατασκευαστές βιομηχανικού εξοπλισμού.
Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές προσθέτουν νευρικότητα
Ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει τις αγορές είναι οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί για την Τρίτη 3 Νοεμβρίου.
Οι επενδυτές παρακολουθούν τις πιθανές επιπτώσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων στη δημοσιονομική πολιτική, στη ρύθμιση της τεχνολογίας και στις επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές.
Η Ecaterina Bigos της BNP Paribas Asset Management επισήμανε ότι η χαμηλότερη ρευστότητα στην αγορά μπορεί να ενισχύσει τις διακυμάνσεις των τιμών.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σχετικά περιορισμένες εντολές αγοράς ή πώλησης ενδέχεται να προκαλέσουν μεγαλύτερες κινήσεις από τις συνηθισμένες.
Η συνύπαρξη πολιτικής αβεβαιότητας, εταιρικών αποτελεσμάτων και αυξημένων αποτιμήσεων καθιστά την τρέχουσα περίοδο ιδιαίτερα ευαίσθητη για τις τεχνολογικές μετοχές.
Πετρέλαιο: Η αποκλιμάκωση στα 109 δολάρια και ο παράγοντας Ιράν
Η εικόνα των αγορών επηρεάζεται και από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Το Brent υποχωρούσε κατά 3,3%, στα περίπου 109,72 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν τις διπλωματικές επαφές με το Ιράν και προχωρούσαν σε κατοχύρωση κερδών.
Ο Anthony Yuen, επικεφαλής ενεργειακής στρατηγικής της Citigroup, αναφέρθηκε στις επαφές που πραγματοποιήθηκαν τις προηγούμενες ημέρες με τη συμμετοχή του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας.
Η υποχώρηση του πετρελαίου μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στις αγορές, περιορίζοντας τις ανησυχίες για το ενεργειακό κόστος και τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί.
Η Goldman Sachs αύξησε την πρόβλεψή της για την τιμή του Brent στο τέλος του έτους από 90 σε 105 δολάρια το βαρέλι, επικαλούμενη τον κίνδυνο νέας κλιμάκωσης της σύγκρουσης με το Ιράν μετά τις αμερικανικές εκλογές.
Πρόκειται για εκτίμηση της επενδυτικής τράπεζας και όχι για δεδομένη μελλοντική εξέλιξη.
Η επόμενη δοκιμασία: Κέρδη, επιτόκια και πραγματική απόδοση της AI
Η νέα εβδομάδα περιλαμβάνει κρίσιμες ανακοινώσεις εταιρικών αποτελεσμάτων, μεταξύ άλλων από την Apple, την AMD και την Palantir.
Οι επενδυτές αναμένεται να εξετάσουν προσεκτικά τις προβλέψεις για τη ζήτηση, τις κεφαλαιουχικές δαπάνες και την εξέλιξη των περιθωρίων κέρδους.
Παράλληλα, η προοπτική νέας αύξησης των επιτοκίων από τη Federal Reserve τον Δεκέμβριο παραμένει σημαντικός παράγοντας για τις αποτιμήσεις.
Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης και μπορούν να περιορίσουν την παρούσα αξία των μελλοντικών κερδών, επηρεάζοντας ιδιαίτερα εταιρείες των οποίων η χρηματιστηριακή αξία στηρίζεται σε υψηλές προσδοκίες ανάπτυξης.
Η βασική αντίφαση της αγοράς είναι πλέον εμφανής.
Η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ συνεχίζει να αυξάνεται και οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες εξακολουθούν να επενδύουν επιθετικά.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να χρηματοδοτούν αυτή την επέκταση χωρίς σαφείς ενδείξεις απόδοσης.
Όπως υπογράμμισε ο Rushabh Amin της Allspring Global Investments, «το επενδυτικό κλίμα παραμένει εύθραυστο και αναμένουμε συνεχιζόμενη μεταβλητότητα κατά την περίοδο ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων».
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο