Deal 1,35 δισ. ONEΧ – Hanwha Ocean για τη δημιουργία περιφερειακού αμυντικού hub στην Ελευσίνα
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Deal 1,35 δισ. ONEΧ – Hanwha Ocean για τη δημιουργία περιφερειακού αμυντικού hub στην Ελευσίνα
Το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη ολοκληρωμένου λιμενικού βραχίοντα διεθνούς εκτοπίσματος στην Ελευσίνα έγινε με την υπογραφή του μνημονίου στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ της ONEX και της νοτιοκορεατικής Hanwha Ocean.
Τη δημιουργία ενός νέου γεωοικονομικού και αμυντικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο σηματοδοτεί η υπογραφή του μνημονίου στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ της ONEX και της νοτιοκορεατικής Hanwha Ocean, παρουσία εκπροσώπων των κυβερνήσεων της Ελλάδας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δημοκρατίας της Κορέας. Η συμφωνία υπερβαίνει τα όρια μιας επενδυτικής πρωτοβουλίας ύψους 1,35 δισ. ευρώ και εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αναδιάταξης της αμυντικής και βιομηχανικής αρχιτεκτονικής της Ανατολικής Μεσογείου.
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν την ενίσχυση των βιομηχανικών δυνατοτήτων των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ, η Ευρώπη αναζητά μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία στον αμυντικό τομέα και η Νότια Κορέα διευρύνει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές αμυντικών συστημάτων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα διεκδικεί έναν νέο ρόλο ως περιφερειακός παραγωγός και υποστηρικτής ναυτικών δυνατοτήτων, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση μεταξύ Μεσογείου, Βαλκανίων και Μαύρης Θάλασσας.
Το Project Trident φιλοδοξεί να μετατρέψει την Ελευσίνα σε ένα ολοκληρωμένο ναυπηγικό, βιομηχανικό και αμυντικό οικοσύστημα, ικανό να υποστηρίζει τόσο τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού όσο και συμμαχικές δυνάμεις που επιχειρούν στην ευρύτερη περιοχή. Η εξέλιξη αυτή εντάσσει την Ελλάδα σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό ενίσχυσης της ναυτικής παρουσίας και της αμυντικής εφοδιαστικής αλυσίδας του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τι αφορά το deal
Πρόκειται για ένα μη δεσμευτικό πλαίσιο στρατηγικής συνεργασίας για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ναυπηγικού, βιομηχανικού και αμυντικού οικοσυστήματος στην Ελευσίνα.
Στην πράξη, το μνημόνιο αφορά πέντε βασικούς άξονες:
Πρώτον, την αναβάθμιση των Ναυπηγείων Ελευσίνας. Προβλέπεται επενδυτικό πρόγραμμα 1,35 δισ. ευρώ σε τρεις φάσεις για νέες δεξαμενές, εκσυγχρονισμό εγκαταστάσεων, λιμενικές υποδομές, logistics και βιομηχανικό εξοπλισμό.
Δεύτερον, τη μεταφορά τεχνογνωσίας από τη Hanwha Ocean. Η κορεατική εταιρία είναι ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων παγκοσμίως. Ο στόχος είναι η απόκτηση δυνατοτήτων ναυπήγησης, υποστήριξης και συντήρησης πιο σύνθετων ναυτικών μονάδων στην Ελλάδα.
Τρίτον, τη δημιουργία παραγωγικής βάσης για μελλοντικά αμυντικά προγράμματα. Οι αναφορές σε φρεγάτες, κορβέτες και κυρίως στις υποδομές υποβρυχίων δείχνουν ότι το σχέδιο συνδέεται με μελλοντικές ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού αλλά και συμμαχικών χωρών.
Τέταρτον, τη δημιουργία περιφερειακού κέντρου υποστήριξης ναυτικών δυνάμεων. Το αφήγημα που παρουσίασαν οι ΗΠΑ, η ONEX και η Hanwha δεν περιορίζεται στην ελληνική αγορά. Η Ελευσίνα προορίζεται να εξυπηρετεί πλοία και ναυτικές μονάδες που επιχειρούν στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στη Μαύρη Θάλασσα.
Πέμπτον, την ανάπτυξη ελληνικής αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Ο στόχος που ανακοινώθηκε για εγχώρια προστιθέμενη αξία έως 70% δείχνει ότι επιδιώκεται η συμμετοχή μεγάλου αριθμού ελληνικών εταιριών στην αλυσίδα παραγωγής και υποστήριξης.
Η γεωπολιτική διάσταση της τριμερούς συνεργασίας
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το γεγονός ότι η συμφωνία συνδέει τρεις χώρες με αυξανόμενο στρατηγικό συντονισμό στους τομείς της άμυνας, της τεχνολογίας και της ναυπηγικής βιομηχανίας.
Η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, χαρακτήρισε τη συμφωνία «στρατηγική επένδυση στην πράξη», τονίζοντας ότι «ενισχύει τη συλλογική μας άμυνα και εμβαθύνει τους οικονομικούς μας δεσμούς, διασφαλίζοντας την ασφάλεια του έθνους μας».
Η ίδια συνέδεσε άμεσα το έργο με τις επιχειρησιακές ανάγκες των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε «περιφερειακό βιομηχανικό κέντρο ναυτικής άμυνας», υποστηρίζοντας το Πολεμικό Ναυτικό, τον 6ο Στόλο των ΗΠΑ και συμμαχικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η Μαύρη Θάλασσα παραμένει περιοχή υψηλής στρατηγικής έντασης λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε κομβικό χώρο για την ενεργειακή ασφάλεια, τις θαλάσσιες μεταφορές και τις επιχειρήσεις των νατοϊκών δυνάμεων.
Η Ελλάδα ως κόμβος της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας
Από ελληνικής πλευράς, ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης χαρακτήρισε τη συμφωνία «ιστορικής σημασίας», επισημαίνοντας ότι η σύμπραξη ενώνει «την αμερικανική αμυντική τεχνολογία, την κορεατική ναυπηγική τεχνογνωσία και τις δυνατότητες της ελληνικής βιομηχανίας».
Η δήλωση αποτυπώνει τη στρατηγική φιλοδοξία της Αθήνας να μετατραπεί από χώρα-πελάτη αμυντικών συστημάτων σε χώρα που συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή, συντήρηση και τεχνική υποστήριξη προηγμένων ναυτικών πλατφορμών.
Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με τη γενικότερη προσπάθεια αναβίωσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και αύξησης της εγχώριας προστιθέμενης αξίας στα εξοπλιστικά προγράμματα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες τους.
Το κορεατικό αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο
Για τη Νότια Κορέα, η συμφωνία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επέκτασης της αμυντικής και βιομηχανικής της παρουσίας στην Ευρώπη.
Ο πρέσβης της Δημοκρατίας της Κορέας στην Ελλάδα, Ju-seong Lim, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει «στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο» και μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός σύγχρονου ναυπηγικού και αμυντικού οικοσυστήματος.
Αντίστοιχα, ο Senior Vice President της Hanwha Ocean, Sean Seongwoo Park, τόνισε ότι η συνεργασία δημιουργεί νέες προοπτικές βιομηχανικής ανάπτυξης, τεχνολογικής συνεργασίας και μεταφοράς τεχνογνωσίας, ενισχύοντας παράλληλα τους δεσμούς μεταξύ Κορέας, Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Hanwha θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους διεθνείς παίκτες στον τομέα της ναυπήγησης πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις προβλέψεις για ανάπτυξη υποδομών σχετικών με υποβρύχια στην Ελευσίνα.
Ένα επενδυτικό σχέδιο με βιομηχανικές και οικονομικές προεκτάσεις
Το επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 1,35 δισ. ευρώ αναπτύσσεται σε τρεις φάσεις και περιλαμβάνει αναβάθμιση των ναυπηγικών εγκαταστάσεων, νέες λιμενικές υποδομές, σύγχρονες εγκαταστάσεις logistics και προηγμένο βιομηχανικό εξοπλισμό.
Η τρίτη φάση, ύψους 1 δισ. ευρώ, αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς περιλαμβάνει αυτοματοποιημένες γραμμές παραγωγής και εξειδικευμένες υποδομές που θα μπορούν να υποστηρίξουν ακόμη και προγράμματα ναυπήγησης και υποστήριξης υποβρυχίων.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η επένδυση μπορεί να δημιουργήσει έως 10.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας, ενώ η ετήσια συμβολή της στην ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι μπορεί να προσεγγίσει το 0,8% του ΑΕΠ.
Από αγοραστής σε παραγωγός αμυντικών δυνατοτήτων
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ONEX, Πάνος Ξενοκώστας, περιέγραψε τη συμφωνία ως σημείο καμπής για τη χώρα, τονίζοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να περάσει «από τον ρόλο του αγοραστή αμυντικών συστημάτων στον ρόλο του παραγωγού και υποστηρικτή προηγμένων ναυτικών και αμυντικών δυνατοτήτων».
Η συγκεκριμένη διατύπωση αποτυπώνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη το στρατηγικό διακύβευμα του Project Trident. Το ζητούμενο δεν αφορά μόνο την αναβάθμιση των ναυπηγείων της Ελευσίνας. Αφορά τη δημιουργία ενός νέου βιομηχανικού πυλώνα που θα συνδέει την ελληνική οικονομία με τις αλυσίδες παραγωγής της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας, θα ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της χώρας και θα αναβαθμίζει τη γεωπολιτική της θέση σε μια περιοχή όπου οι εξελίξεις στην ασφάλεια, την ενέργεια και τις θαλάσσιες μεταφορές καθορίζουν ολοένα περισσότερο τις ισορροπίες ισχύος.
Auditor’s note: Blast from the past…
Η σημειολογία της τελετής υπογραφής ενδέχεται να προκαλέσει περισσότερες συζητήσεις από το ίδιο το επενδυτικό σκέλος της συμφωνίας. Το μνημόνιο δεν υπογράφηκε σε κάποιο υπουργείο, στο Μέγαρο Μαξίμου, στη Βουλή, στα ναυπηγεία της Ελευσίνας ή έστω στην αμερικανική πρεσβεία, δηλαδή σε έναν θεσμικό χώρο που συνδέεται με την άσκηση διπλωματίας. Υπεγράφη στην πρεσβευτική κατοικία των ΗΠΑ, έναν χώρο με έντονο συμβολικό χαρακτήρα, ο οποίος βρίσκεται εκτός του επίσημου θεσμικού πλαισίου λήψης αποφάσεων. Η επιλογή αυτή μεταφέρει το κέντρο βάρους της εικόνας από την ελληνική βιομηχανική πρωτοβουλία προς τον αμερικανικό παράγοντα και δημιουργεί την εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον δεν λειτουργεί ως υποστηρικτής ή διευκολυντής της συμφωνίας, αλλά ως ο πολιτικός εγγυητής της.
Σε επίπεδο πολιτικού συμβολισμού, πρόκειται για εικόνα εξαιρετικά ασυνήθιστη για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα. Ακόμη και στις περιπτώσεις μεγάλων αμυντικών συμφωνιών ή στρατηγικών συνεργασιών Ελλάδας και ΗΠΑ, οι σχετικές ανακοινώσεις πραγματοποιούνταν συνήθως σε κυβερνητικούς ή θεσμικούς χώρους. Η χρήση της πρεσβευτικής κατοικίας παραπέμπει σε άλλες εποχές των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, όταν η αμερικανική παρουσία στην Ελλάδα προβαλλόταν με πιο άμεσο και εμφανή τρόπο. Για τον λόγο αυτό, ανεξάρτητα από την ουσία της επένδυσης, η εικόνα της υπογραφής ενδέχεται να τροφοδοτήσει ερμηνείες περί ισχυρής αμερικανικής πολιτικής εποπτείας του εγχειρήματος και να δημιουργήσει ερωτήματα για το ποιος εμφανίζεται τελικά ως ο βασικός φορέας του στρατηγικού αφηγήματος που συνοδεύει το Project Trident.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο