Το κόστος του πολέμου εκτοξεύεται: Οι ΗΠΑ καίνε 37,5 δισ. δολάρια στον πόλεμο με το Ιράν
Πηγή Φωτογραφίας: .US Secretary of Defense Pete Hegseth testifies during a Senate Appropriations Committee hearing in the Dirksen Senate Office Building on Capitol Hill on July 21, 2026 in Washington, DC. — Anna Moneymaker/Getty Images
Η στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εισέρχεται σε μια νέα, εξαιρετικά δαπανηρή φάση, καθώς η κυβέρνηση του Τραμπ παραδέχεται πλέον ότι το οικονομικό βάρος της σύγκρουσης αυξάνεται με ρυθμούς που δεν είχαν προβλεφθεί ούτε από το ίδιο το Πεντάγωνο.
Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Χέγκσεθ, καταθέτοντας στη Γερουσία, αποκάλυψε ότι μέχρι το τέλος του δημοσιονομικού έτους, στις 30 Σεπτεμβρίου, το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν θα έχει φτάσει τα 37,5 δισεκατομμύρια δολάρια, έναντι προηγούμενης εκτίμησης 29 δισεκατομμυρίων.
Η αύξηση αυτή δεν αποτελεί απλώς λογιστική αναθεώρηση. Αποτελεί ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για έναν πόλεμο μεγαλύτερης διάρκειας και μεγαλύτερης έντασης από ό,τι αρχικά υπολόγιζε.
Το πραγματικό κόστος ίσως είναι πολύ μεγαλύτερο
Η εκτίμηση των 37,5 δισ. δολαρίων αφορά κυρίως:
- μισθοδοσία στρατιωτικού προσωπικού,
- επιχειρησιακές δαπάνες,
- συντήρηση πολεμικών μέσων,
- μετακινήσεις δυνάμεων,
- ναυτικές και αεροπορικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, το ίδιο το Πεντάγωνο αναγνωρίζει ότι στο ποσό δεν περιλαμβάνεται η αποκατάσταση στρατιωτικών βάσεων και εγκαταστάσεων που έχουν δεχθεί επιθέσεις στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που σημαίνει ότι ο τελικός λογαριασμός ενδέχεται να είναι αισθητά υψηλότερος.
Νέο αίτημα για 67 δισεκατομμύρια
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη ζητήσει από το Κογκρέσο έκτακτη χρηματοδότηση άνω των 67 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του πολέμου που δεν είχαν προβλεφθεί στον αρχικό αμυντικό προϋπολογισμό.
Ο Χέγκσεθ ήταν ξεκάθαρος.
«Η χρηματοδότηση αυτή αφορά τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους να επιχειρούν στα Στενά του Ορμούζ και να υποχρεώσουν το Ιράν να συμμορφωθεί με τους στρατηγικούς μας στόχους.»
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον τη σύγκρουση ως μια περιορισμένη επιχείρηση, αλλά ως μια μακροχρόνια στρατηγική εκστρατεία.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν το μεγάλο διακύβευμα
Πίσω από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις βρίσκεται το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη.
Περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου διέρχεται καθημερινά από τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που καθιστά την περιοχή κρίσιμο γεωοικονομικό κόμβο.
Η αμερικανική στρατηγική επιδιώκει:
- τη διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας,
- την αποτροπή ιρανικών αποκλεισμών,
- την προστασία των ενεργειακών ροών προς την Ευρώπη και την Ασία,
- τη διατήρηση της αμερικανικής ναυτικής κυριαρχίας στον Περσικό Κόλπο.
Η επαναφορά του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Ο στρατηγός Caine προειδοποιεί: «Ο αντίπαλος αποφασίζει επίσης»
Ιδιαίτερο βάρος είχαν οι δηλώσεις του προέδρου του Μικτού Επιτελείου των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγού Dan Caine.
Όταν ρωτήθηκε εάν τα επιπλέον 67 δισ. δολάρια επαρκούν για την επίτευξη των αμερικανικών στόχων, η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική:
«Δεν μπορώ να γνωρίζω ποιο θα είναι το τελικό κόστος, γιατί και ο αντίπαλος έχει λόγο στην εξέλιξη του πολέμου.»
Η δήλωση αυτή αντικατοπτρίζει τη στρατιωτική πραγματικότητα: όσο το Ιράν διατηρεί δυνατότητα πλήγματος κατά αμερικανικών στόχων, η διάρκεια και το κόστος της σύγκρουσης παραμένουν ανοιχτά.
Ο Τραμπ ανεβάζει ακόμη περισσότερο τους τόνους
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι η στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά εντείνεται.
Αναφερόμενος στην υπόγεια πυρηνική εγκατάσταση Pickaxe Mountain, δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να τη χτυπήσουν «πολύ ισχυρά», ακόμη κι αν δεν υπάρχουν πλήρως επιβεβαιωμένες πληροφορίες για την παρουσία φυγοκεντρητών στο εσωτερικό της.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα απαντήσουν στρατιωτικά εάν οι αντάρτες Χούθι επιχειρήσουν να διακόψουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Bab el-Mandeb, ανοίγοντας έτσι το ενδεχόμενο ενός δεύτερου ενεργού μετώπου.
Η οικονομία γίνεται όπλο πολέμου
Η συνεχής αύξηση των αμερικανικών στρατιωτικών δαπανών επηρεάζει ήδη τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Αναλυτές εκτιμούν ότι:
- αυξάνεται η πίεση στο δημόσιο χρέος,
- περιορίζονται τα δημοσιονομικά περιθώρια για εσωτερικές πολιτικές,
- ενισχύεται η εξάρτηση από έκτακτες πιστώσεις του Κογκρέσου,
- παρατείνεται η αβεβαιότητα στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Παράλληλα, κάθε νέα στρατιωτική κλιμάκωση τροφοδοτεί τις τιμές του πετρελαίου, επηρεάζοντας άμεσα τον πληθωρισμό και την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε περίοδο μακράς αστάθειας
Παρότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη αφήνουν κατά διαστήματα ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης συνομιλιών, τα γεγονότα στο πεδίο δείχνουν διαφορετική κατεύθυνση.
Η αύξηση των αμερικανικών στρατιωτικών δαπανών, τα νέα αιτήματα χρηματοδότησης, η ενίσχυση της ναυτικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο και οι δημόσιες προειδοποιήσεις του Donald Trump συνθέτουν την εικόνα μιας σύγκρουσης χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα λήξης.
Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίσει οικονομικά ο πόλεμος στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά εάν η στρατηγική της συνεχούς στρατιωτικής πίεσης θα οδηγήσει σε πολιτική λύση ή σε μια νέα περίοδο γενικευμένης αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής, με επιπτώσεις που θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα σύνορα της περιοχής και θα επηρεάσουν την παγκόσμια ασφάλεια, τις αγορές ενέργειας και τις διεθνείς ισορροπίες.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο