Βιομηχανίες υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων: 235 αγωγές για να «παγώσουν» κανόνες υγείας
Όταν η πολιτική δημόσιας υγείας καταλήγει στις αίθουσες των δικαστηρίων
Μια εκτεταμένη και πολυετής δικαστική εκστρατεία των μεγαλύτερων εταιρειών υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων αποκαλύπτει διεθνής δημοσιογραφική έρευνα, φέρνοντας στο φως τον τρόπο με τον οποίο η παγκόσμια βιομηχανία τροφίμων επιχειρεί να αναχαιτίσει, να καθυστερήσει ή να αποδυναμώσει κυβερνητικές παρεμβάσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας.
Σύμφωνα με την έρευνα του Guardian, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με πανεπιστημιακούς, το μη κερδοσκοπικό δημοσιογραφικό δίκτυο Lighthouse Reports και μέσα ενημέρωσης από τέσσερις ηπείρους, καταγράφηκαν συνολικά 235 δικαστικές προσφυγές εναντίον πολιτικών για τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα σε πέντε χώρες, από το 2010 έως και το 2025.
Στο στόχαστρο βρέθηκαν μέτρα όπως:
- οι ευδιάκριτες προειδοποιητικές ενδείξεις στις συσκευασίες,
- η φορολόγηση αναψυκτικών και άλλων ανθυγιεινών προϊόντων,
- οι περιορισμοί στη διαφήμιση προς παιδιά,
- οι κανόνες για την προώθηση προϊόντων με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλάτι ή λιπαρά.
Η έρευνα διαμορφώνει μια εικόνα πολύ διαφορετική από τη δημόσια ρητορική των εταιρειών, οι οποίες εμφανίζονται να δηλώνουν ότι στηρίζουν την ενημέρωση του καταναλωτή και τη συνεργασία με τις κυβερνήσεις, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιούν τα δικαστήρια για να αμφισβητήσουν συγκεκριμένους υγειονομικούς κανόνες.
Οι 235 αγωγές και οι εταιρικοί κολοσσοί
Από τις υποθέσεις που εντοπίστηκαν, τα τρία τέταρτα κατατέθηκαν είτε απευθείας από παραγωγούς υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων είτε από εμπορικές ενώσεις που τους εκπροσωπούσαν.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εταιρείες ζήτησαν από τα δικαστήρια να μην αποκαλυφθούν τα ονόματά τους, γεγονός που δυσκολεύει την πλήρη χαρτογράφηση των επιχειρηματικών συμφερόντων πίσω από κάθε προσφυγή.
Από τις προσφυγές στις οποίες ο ενάγων κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθεί, το 38% αποδόθηκε σε οκτώ μεγάλους εταιρικούς ομίλους:
Coca-Cola, PepsiCo, Mondelēz, Kellogg’s, Danone, Ferrero, Xignux και Heartland Food Products Group.
Η έρευνα δεν υποστηρίζει ότι όλες οι εταιρείες ακολούθησαν την ίδια στρατηγική ή ότι κάθε δικαστική προσφυγή είχε το ίδιο περιεχόμενο. Αναδεικνύει, όμως, ένα επαναλαμβανόμενο μοντέλο: όταν οι κυβερνήσεις εισάγουν κανόνες που μπορούν να επηρεάσουν τις πωλήσεις ή την εικόνα συγκεκριμένων προϊόντων, οι επιχειρήσεις αξιοποιούν όλα τα διαθέσιμα νομικά μέσα.
Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντοτε η ακύρωση του μέτρου. Συχνά, όμως, είναι η καθυστέρηση της εφαρμογής του, η αύξηση του κόστους για το Δημόσιο και η δημιουργία ενός κλίματος φόβου για τις επόμενες κυβερνήσεις που θα εξετάσουν αντίστοιχες παρεμβάσεις.
Οι περισσότερες εταιρείες έχασαν – αλλά κέρδισαν χρόνο
Ένα από τα εντυπωσιακότερα στοιχεία της έρευνας είναι ότι, από τις υποθέσεις που έχουν ήδη κριθεί, περίπου τρεις στις τέσσερις κατέληξαν σε ήττα των εταιρειών τροφίμων.
Εκ πρώτης όψεως, το στοιχείο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί νίκη της δημόσιας υγείας. Η συνολική εικόνα είναι, όμως, πιο σύνθετη.
Η αθροιστική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών προσέγγισε τα 600 χρόνια, καθώς πολλές υποθέσεις διήρκεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, πέρασαν από αλλεπάλληλες βαθμίδες δικαιοδοσίας ή συνοδεύτηκαν από συμπληρωματικές προσφυγές.
Έτσι, ακόμη και όταν οι εταιρείες ηττήθηκαν τελικά, ο χρόνος που μεσολάβησε μπορεί να είχε ήδη λειτουργήσει προς όφελός τους.
Κανονισμοί καθυστέρησαν, δημόσιες υπηρεσίες επιβαρύνθηκαν, επιστήμονες και αξιωματούχοι αναγκάστηκαν να διαθέσουν σημαντικούς πόρους στη νομική υπεράσπιση των μέτρων και άλλες κυβερνήσεις έλαβαν το μήνυμα ότι η υιοθέτηση αυστηρών κανόνων μπορεί να οδηγήσει σε έναν πολυετή και δαπανηρό δικαστικό πόλεμο.
«Αν όλα τα άλλα αποτύχουν, κάνε αγωγή»
Η καθηγήτρια Διατροφής, Επιστήμης Τροφίμων και Δημόσιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Μάριον Νεστλ, συνέκρινε ευθέως την τακτική της βιομηχανίας τροφίμων με τη στρατηγική που χρησιμοποίησαν επί δεκαετίες οι καπνοβιομηχανίες.
Κατά την εκτίμησή της, οι εταιρείες δεν θα πολεμούσαν με τέτοια ένταση τα μέτρα εάν πίστευαν ότι δεν επηρεάζουν τις πωλήσεις των ανθυγιεινών προϊόντων.
«Οι εταιρείες τροφίμων ακολουθούν κατά γράμμα το εγχειρίδιο της καπνοβιομηχανίας. Όταν όλα τα άλλα αποτύχουν, κάνουν αγωγή», ανέφερε στον Guardian.
Η σύγκριση με τον καπνό είναι κρίσιμη. Οι καπνοβιομηχανίες είχαν κινηθεί επανειλημμένα δικαστικά εναντίον κυβερνήσεων που επέβαλαν ουδέτερες συσκευασίες, μεγάλες προειδοποιήσεις υγείας και περιορισμούς στη διαφήμιση.
Οι εταιρείες συχνά δεν κέρδιζαν τελεσίδικα, αλλά μπορούσαν να καθυστερήσουν τη νομοθεσία, να αυξήσουν το πολιτικό κόστος και να αποθαρρύνουν χώρες με περιορισμένους οικονομικούς και νομικούς πόρους.
Ακριβώς το ίδιο φαινόμενο φοβούνται τώρα οι ειδικοί της διατροφικής πολιτικής.
Τι είναι τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα
Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα παράγονται με βιομηχανικές μεθόδους και συνήθως περιλαμβάνουν ουσίες που δεν χρησιμοποιούνται συχνά σε μια συνηθισμένη οικιακή κουζίνα.
Μπορεί να περιέχουν:
- ενισχυτικά γεύσης,
- χρωστικές,
- γαλακτωματοποιητές,
- τεχνητά αρώματα,
- τροποποιημένα άμυλα,
- γλυκαντικά,
- συντηρητικά και άλλους τεχνολογικούς παράγοντες.
Στην κατηγορία εντάσσονται πολλά αναψυκτικά, συσκευασμένα σνακ, γλυκά, βιομηχανικά αρτοσκευάσματα, ορισμένα δημητριακά πρωινού, έτοιμα γεύματα και προϊόντα που έχουν σχεδιαστεί ώστε να είναι εξαιρετικά εύγευστα, φθηνά και άμεσα διαθέσιμα.
Δεν είναι, πάντως, όλα τα επεξεργασμένα τρόφιμα ίδια ούτε κάθε προϊόν της κατηγορίας έχει την ίδια διατροφική σύνθεση. Οι ειδικοί τονίζουν ότι χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση και ότι δεν πρέπει να συγχέεται κάθε μορφή επεξεργασίας με τον ίδιο βαθμό υγειονομικού κινδύνου.
Η μεγάλη ανησυχία αφορά κυρίως διατροφικά πρότυπα στα οποία τα προϊόντα αυτά εκτοπίζουν συστηματικά τα φρέσκα ή ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα.
Έως και το μισό της καθημερινής διατροφής
Η κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία, μπορεί να αντιπροσωπεύει έως και το μισό της μέσης ημερήσιας διατροφής.
Τα προϊόντα αυτά έχουν ισχυρό πλεονέκτημα στην αγορά. Είναι συνήθως:
φθηνά, εύκολα στη μεταφορά, έτοιμα προς κατανάλωση, ανθεκτικά στον χρόνο και επιθετικά διαφημιζόμενα.
Αυτό τα καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικά σε οικογένειες που δεν διαθέτουν χρόνο, εισόδημα ή εύκολη πρόσβαση σε φρέσκα τρόφιμα.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς ατομικής ευθύνης. Συνδέεται με την τιμή των προϊόντων, τη φτώχεια, τη διαθεσιμότητα υγιεινών επιλογών, το ωράριο εργασίας, τη διαφήμιση και τη γενικότερη διαμόρφωση του διατροφικού περιβάλλοντος.
Τι δείχνουν οι έρευνες για την υγεία
Μεγάλη ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο BMJ και περιέλαβε στοιχεία από σχεδόν 10 εκατομμύρια ανθρώπους εντόπισε συσχετίσεις ανάμεσα στην υψηλότερη έκθεση σε υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και σε 32 δυσμενείς δείκτες υγείας.
Οι συσχετίσεις αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη θνησιμότητα, την καρδιομεταβολική υγεία, ορισμένες ψυχικές διαταραχές και προβλήματα του αναπνευστικού, του γαστρεντερικού και του μεταβολικού συστήματος.
Η επιστημονική εικόνα χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή. Ένα μεγάλο μέρος των δεδομένων προέρχεται από παρατηρητικές μελέτες και δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η επεξεργασία αποτελεί τη μοναδική αιτία κάθε προβλήματος.
Πιθανοί μηχανισμοί μπορεί να σχετίζονται με:
- υψηλές ποσότητες ζάχαρης, αλατιού και κορεσμένων λιπαρών,
- χαμηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες,
- υπερβολική ενεργειακή πυκνότητα,
- ταχεία κατανάλωση και καθυστερημένο κορεσμό,
- εκτόπιση πιο θρεπτικών τροφίμων,
- ορισμένα πρόσθετα ή αλλαγές στη φυσική δομή του τροφίμου.
Ακριβώς λόγω της αυξανόμενης επιστημονικής και πολιτικής σημασίας του θέματος, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει ξεκινήσει διαδικασία ανάπτυξης κατευθυντήριας οδηγίας για την κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων.
Γιατί οι ετικέτες αποτελούν το βασικό πεδίο σύγκρουσης
Οι περισσότερες προσφυγές που εντόπισε η έρευνα αφορούσαν τις προειδοποιητικές σημάνσεις στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας.
Οι ετικέτες αυτές μπορούν να ενημερώνουν άμεσα τον καταναλωτή ότι ένα προϊόν περιέχει υψηλή ποσότητα ζάχαρης, αλατιού, θερμίδων ή κορεσμένων λιπαρών.
Για τις κυβερνήσεις και τους φορείς δημόσιας υγείας, πρόκειται για ένα απλό εργαλείο που επιτρέπει γρήγορη σύγκριση προϊόντων.
Για τη βιομηχανία, όμως, μια έντονη προειδοποίηση στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας μπορεί να επηρεάσει την εικόνα του προϊόντος, την καταναλωτική επιλογή και τελικά τις πωλήσεις.
Η Μελίσα Μιαλόν, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο γαλλικό ερευνητικό ινστιτούτο Inserm, εξήγησε ότι οι εταιρείες αντιλαμβάνονται την επισήμανση ως το πρώτο βήμα μιας ευρύτερης αλυσίδας ρυθμίσεων.
Όταν ένα προϊόν ταξινομηθεί επίσημα ως λιγότερο υγιεινό, γίνεται ευκολότερο για μια κυβέρνηση να το φορολογήσει, να περιορίσει τη διαφήμισή του ή να απαγορεύσει την προώθησή του προς ανηλίκους.
Το Μεξικό στο επίκεντρο του δικαστικού πολέμου
Από τις 235 προσφυγές που καταγράφηκαν, οι 193 υποβλήθηκαν στο Μεξικό, οι 18 στην Κολομβία και οι 17 στη Βραζιλία. Έξι εντοπίστηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και μία στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η συγκέντρωση των περισσότερων υποθέσεων στη Λατινική Αμερική δεν είναι τυχαία.
Χώρες της περιοχής πρωτοστάτησαν στην υιοθέτηση ισχυρών πολιτικών για τη διατροφική ενημέρωση, τη φορολόγηση ζαχαρούχων ποτών και την προστασία των παιδιών από τη διαφήμιση ανθυγιεινών προϊόντων.
Το Μεξικό, ειδικότερα, έχει εφαρμόσει εμφανείς προειδοποιητικές ετικέτες και έχει εντάξει στις επίσημες συστάσεις του την ανάγκη περιορισμού των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων.
Η Κάθριν Σατς, νομική ειδικός της UNICEF για την παιδική διατροφή, χαρακτήρισε τη Λατινική Αμερική πεδίο δοκιμής τόσο για τις καινοτομίες δημόσιας υγείας όσο και για την εταιρική αντίσταση σε αυτές.
Η δικαστική απειλή ως εργαλείο πολιτικής αποτροπής
Το κρίσιμο εύρημα δεν είναι μόνο ότι οι εταιρείες προσφεύγουν στα δικαστήρια. Είναι ότι η πιθανότητα μιας προσφυγής μπορεί να επηρεάζει την πολιτική πριν ακόμη ψηφιστεί ένας νόμος.
Ο Φίλιπ Μπέικερ, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, υποστήριξε ότι οι αγωγές λειτουργούν όχι μόνο για την ακύρωση μέτρων, αλλά και για την καθυστέρηση, την αποθάρρυνση και τον περιορισμό των ρυθμιστικών αρχών.
Μια χώρα με μικρό προϋπολογισμό και περιορισμένη νομική υποστήριξη μπορεί να διστάσει να συγκρουστεί με έναν πολυεθνικό όμιλο που διαθέτει ισχυρές νομικές ομάδες και την οικονομική δυνατότητα να διατηρεί μια διαμάχη για χρόνια.
Το φαινόμενο δημιουργεί ένα είδος «ρυθμιστικού παγώματος»: η κυβέρνηση γνωρίζει ότι ένα αυστηρό μέτρο μπορεί να οδηγήσει σε δαπανηρή δικαστική σύγκρουση και επιλέγει είτε να το αποδυναμώσει είτε να μην το προωθήσει καθόλου.
Η ιδιαίτερη περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου
Η έρευνα εντόπισε μόλις μία προσφυγή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό, σύμφωνα με τον γιατρό, ερευνητή και συγγραφέα Κρις βαν Τούλεκεν, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η βιομηχανία διαθέτει μικρότερη επιρροή.
Κατά την άποψή του, οι βρετανικοί κανονισμοί περιλαμβάνουν ήδη τόσα κενά και εξαιρέσεις, ώστε οι εταιρείες δεν χρειάζεται να προσφεύγουν συχνά στη Δικαιοσύνη.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η βιομηχανία συμμετείχε επί δεκαετίες στη διαμόρφωση των κανόνων που καλείται σήμερα να ακολουθήσει, με αποτέλεσμα την πολιτική αδράνεια και τον φόβο των κρατικών αξιωματούχων απέναντι στο ενδεχόμενο αγωγών.
Η τοποθέτηση ανοίγει ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα: η εταιρική επιρροή δεν ασκείται μόνο μέσω των δικαστηρίων. Μπορεί να εμφανίζεται μέσω του lobbying, της συμμετοχής σε επιτροπές, των δημόσιων–ιδιωτικών συνεργασιών, της χρηματοδότησης ερευνών και της διαμόρφωσης της επιστημονικής συζήτησης.
Οι απαντήσεις των εταιρειών
Η Coca-Cola δήλωσε ότι οι προκλήσεις δημόσιας υγείας αντιμετωπίζονται καλύτερα μέσω της συνεργασίας κυβερνήσεων, υγειονομικών αρχών, επιχειρήσεων και κοινωνίας των πολιτών, προσθέτοντας ότι σέβεται τον ρόλο κάθε εμπλεκόμενου μέρους.
Η Ferrero ανέφερε ότι στηρίζει τους στόχους για τον περιορισμό της παχυσαρκίας και των νοσημάτων που σχετίζονται με τη διατροφή. Υποστήριξε ότι οι παρεμβάσεις της προς τις αρχές αφορούσαν κυρίως τη σαφήνεια και τη συνεπή εφαρμογή των κανόνων και όχι την αντίθεση στους στόχους δημόσιας υγείας.
Η Danone δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να διαδραματίζουν θετικό ρόλο μαζί με τις κυβερνήσεις και τους φορείς υγείας και ότι δεσμεύεται για ανοικτό και εποικοδομητικό διάλογο.
Οι PepsiCo, Mondelēz, Kellogg’s, Xignux και Heartland Food Products Group δεν απάντησαν στο αίτημα του Guardian για σχόλιο.
Οι εταιρικές απαντήσεις υπογραμμίζουν ότι κάθε προσφυγή πρέπει να εξετάζεται χωριστά. Μια νομική αμφισβήτηση μπορεί να σχετίζεται με τη συνταγματικότητα, την αναλογικότητα ή τον τρόπο εφαρμογής μιας ρύθμισης και δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη αντίθεσης σε κάθε πολιτική δημόσιας υγείας.
Η συνολική συχνότητα και διάρκεια των προσφυγών, όμως, είναι αυτή που προκαλεί την ανησυχία των ερευνητών.
Το μεγάλο πολιτικό δίλημμα για τις κυβερνήσεις
Οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε τέσσερις διαφορετικές ανάγκες:
την προστασία της υγείας, την ελευθερία επιλογής, τη νομική ασφάλεια των επιχειρήσεων και την οικονομική προσιτότητα των τροφίμων.
Οι αυστηρότεροι κανόνες δεν μπορούν να περιορίζονται σε απαγορεύσεις και φόρους χωρίς παράλληλες πολιτικές που καθιστούν πιο εύκολη και προσιτή την υγιεινή διατροφή.
Διαφορετικά, το κόστος μπορεί να μεταφερθεί δυσανάλογα στα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία συχνά βασίζονται περισσότερο σε φθηνά, έτοιμα και ενεργειακά πυκνά προϊόντα.
Μια αποτελεσματική πολιτική απαιτεί συνδυασμό:
- καθαρής και κατανοητής επισήμανσης,
- προστασίας των παιδιών από επιθετικό marketing,
- υγιεινότερων σχολικών γευμάτων,
- πρόσβασης σε φρέσκα τρόφιμα,
- οικονομικών κινήτρων για καλύτερα προϊόντα,
- διαφάνειας στις σχέσεις βιομηχανίας και πολιτικής,
- ανεξάρτητης επιστημονικής αξιολόγησης.
Μια νέα παγκόσμια σύγκρουση ανάμεσα στην υγεία και την αγορά
Η έρευνα του Guardian αποκαλύπτει μια λιγότερο ορατή πλευρά της κρίσης των χρόνιων νοσημάτων.
Η αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο στα ράφια των σούπερ μάρκετ ή στις διαφημίσεις. Διεξάγεται στα κοινοβούλια, στις ρυθμιστικές αρχές, στα επιστημονικά συνέδρια και πλέον με ιδιαίτερη ένταση στις δικαστικές αίθουσες.
Οι εταιρείες έχουν αναμφισβήτητα δικαίωμα να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη όταν θεωρούν ότι ένα μέτρο είναι αυθαίρετο, άνισο ή νομικά προβληματικό.
Οι κυβερνήσεις, όμως, έχουν εξίσου σαφή υποχρέωση να προστατεύουν τους πολίτες, ιδιαίτερα τα παιδιά, όταν το διατροφικό περιβάλλον συνδέεται με αυξανόμενη παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακές παθήσεις και άλλες χρόνιες επιβαρύνσεις.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα συνεχιστούν οι αγωγές. Είναι αν τα κράτη διαθέτουν τη θεσμική αντοχή, την επιστημονική τεκμηρίωση και την πολιτική αποφασιστικότητα να υπερασπιστούν τους κανόνες τους.
Διότι ακόμη και όταν μια εταιρεία χάνει τελικά στο δικαστήριο, η δημόσια υγεία μπορεί να έχει ήδη χάσει χρόνια εφαρμογής, πολύτιμους πόρους και ζωτικό χρόνο πρόληψης.
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο