Γεωπολιτικά

Κυπριακό: Τα δύο σενάρια Γκουτέρες και το διπλό κλειδί Άγκυρας–Βρυξελλών

Κυπριακό: Τα δύο σενάρια Γκουτέρες και το διπλό κλειδί Άγκυρας–Βρυξελλών

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Κυπριακό: Τα δύο σενάρια Γκουτέρες και το διπλό κλειδί Άγκυρας–Βρυξελλών

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η αποστολή του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ στην Κύπρο δεν είναι μια ακόμη διπλωματική επίσκεψη. Είναι μια ύστατη προσπάθεια να διαπιστωθεί αν υπάρχει πολιτικό έδαφος για νέα Πενταμερή ή αν ο φάκελος θα παραδοθεί στον διάδοχό του χωρίς ουσιαστική πρόοδο.

Η επικείμενη παρουσία του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο συμπυκνώνει ίσως την πιο δύσκολη εξίσωση της τελευταίας περιόδου στο Κυπριακό.

Ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών ταξιδεύει στο νησί από τις 27 έως τις 29 Ιουλίου, στο πλαίσιο της αποστολής καλών υπηρεσιών του ΟΗΕ, με προγραμματισμένες επαφές με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Έρχιουρμαν και άλλους εμπλεκόμενους παράγοντες.

Η επίσκεψη δεν έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, αποτελεί ένα πολιτικό τεστ για τρία επίπεδα ταυτόχρονα:

  • για το κατά πόσο η Άγκυρα είναι έτοιμη να μετακινηθεί από τη λογική των δύο κρατών,
  • για το εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να μετατρέψει τα ευρωτουρκικά σε ουσιαστικό μοχλό πίεσης,
  • και για το αν ο ίδιος ο Γκουτέρες μπορεί να αφήσει πίσω του μια ενεργή διαδικασία και όχι ακόμη ένα αδιέξοδο.

Το Κυπριακό βρίσκεται πλέον σε ένα σημείο όπου η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων δεν εξαρτάται τόσο από τη διατύπωση νέων ιδεών, όσο από την πολιτική απόφαση της Τουρκίας να επιτρέψει την επιστροφή σε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο.

Από αυτήν την άποψη, υπάρχουν δύο βασικά σενάρια στο τραπέζι του γενικού γραμματέα.

Πρώτο σενάριο: Νέα Πενταμερής με δεσμευμένη συνέχεια

Το θετικό σενάριο για τα Ηνωμένα Έθνη είναι η εξασφάλιση των απαραίτητων πολιτικών δεσμεύσεων ώστε να συγκληθεί νέα άτυπη Πενταμερής Διάσκεψη.

Η συνάντηση θα περιλάμβανε τις δύο κοινότητες, τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις —Ελλάδα, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο— και τα Ηνωμένα Έθνη.

Ωστόσο, ο Αντόνιο Γκουτέρες δεν φαίνεται διατεθειμένος να συγκαλέσει ακόμη μία διεθνή συνάντηση μόνο για να καταγραφούν οι γνωστές διαφωνίες.

Η προϋπόθεση είναι η νέα Πενταμερής να διαθέτει πολιτικό ορίζοντα. Με άλλα λόγια, να έχει εξασφαλιστεί εκ των προτέρων ότι, μετά την άτυπη σύναξη, θα ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδικασία με στόχο την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.

Ο ΟΗΕ έχει ήδη ακολουθήσει τη λογική των σταδιακών βημάτων. Στις προηγούμενες άτυπες συναντήσεις επιχείρησε να δημιουργήσει ένα ελάχιστο επίπεδο εμπιστοσύνης μέσα από ζητήματα χαμηλότερης πολιτικής έντασης, όπως νέα σημεία διέλευσης, αποναρκοθέτηση, περιβάλλον, νεολαία και ηλιακή ενέργεια στη νεκρή ζώνη.

Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όμως, δεν αποτελούν λύση του Κυπριακού. Μπορούν να συντηρήσουν την επαφή, δεν μπορούν από μόνα τους να γεφυρώσουν τη θεμελιώδη απόσταση ως προς τη μορφή της τελικής διευθέτησης.

Η Λευκωσία επιμένει σε λύση στο πλαίσιο των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, συνεχίζει να προτάσσει την «κυριαρχική ισότητα» και το «ισότιμο διεθνές καθεστώς», όρους που στην πράξη συγκροτούν τη βάση για λύση δύο κρατών ή για μια εξαιρετικά χαλαρή συνομοσπονδιακή διευθέτηση.

Η απόσταση αυτή δεν είναι λεκτική. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της διεθνούς υπόστασης της Κύπρου.

Δεύτερο σενάριο: Διαχείριση του αδιεξόδου και παράδοση του φακέλου

Εάν οι επαφές στην Κύπρο επιβεβαιώσουν ότι δεν υπάρχει κοινό έδαφος, ο Γκουτέρες θα κινηθεί στη λογική της ελεγχόμενης συνέχειας.

Σε αυτήν την περίπτωση, δεν θα ανακοινωθεί μια Πενταμερής χωρίς προοπτική. Ο γενικός γραμματέας θα διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας και θα επιδιώξει νέες επαφές με τις πλευρές τον Σεπτέμβριο, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.

Ο στόχος θα είναι περισσότερο θεσμικός παρά διαπραγματευτικός: να μη διακοπεί πλήρως η διαδικασία και να παραδοθεί στον επόμενο γενικό γραμματέα ένας ενεργός, έστω και ασθενής, διπλωματικός μηχανισμός.

Αυτό είναι το ελάχιστο σενάριο.

Δεν λύνει το πρόβλημα και δεν δημιουργεί απαραίτητα νέα δυναμική. Περιορίζει, όμως, τον κίνδυνο οριστικής αποσύνδεσης των δύο πλευρών και παγίωσης της διχοτόμησης ως της μόνης πραγματικότητας στο έδαφος.

Για τον Γκουτέρες, το σενάριο αυτό θα αποτελεί παραδοχή των ορίων της αποστολής του.

Παρά τη διαρκή προσωπική του εμπλοκή στο Κυπριακό, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ήδη αναγνωρίσει ότι στο παρελθόν δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί κοινό έδαφος ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Το τουρκικό κλειδί: Η συμμετοχή δεν σημαίνει μετακίνηση

Η Άγκυρα δεν απορρίπτει τις συνομιλίες. Δεν αρνείται τις συναντήσεις και δεν επιθυμεί να εμφανιστεί ως η πλευρά που μπλοκάρει κάθε διπλωματική πρωτοβουλία.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έχει διαφοροποιήσει την ουσία της θέσης της.

Η τουρκική τακτική διαχωρίζει συστηματικά τη συμμετοχή στη διαδικασία από τη δέσμευση ως προς το πλαίσιο λύσης.

Μπορεί να αποδέχεται την παρουσία της σε μια άτυπη σύναξη, διατηρώντας ταυτόχρονα ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε επίσημη διαπραγμάτευση την αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» των Τουρκοκυπρίων.

Αυτή είναι η κρίσιμη διάκριση.

Η Τουρκία μπορεί να πει «ναι» σε μια συνάντηση χωρίς να πει «ναι» στην ομοσπονδιακή βάση λύσης.

Για τα Ηνωμένα Έθνη, μια γενική δήλωση διαθεσιμότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί επικοινωνιακά ως ένδειξη κινητικότητας. Δεν αρκεί, όμως, για να δημιουργήσει βιώσιμη διαπραγματευτική προοπτική.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Άγκυρα θα επιτρέψει να αρχίσει μια διαδικασία χωρίς την εκ των προτέρων αποδοχή των αξιώσεών της περί ξεχωριστής κυριαρχίας.

Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις μιας τέτοιας μετατόπισης.

Η αλλαγή ηγεσίας στα Κατεχόμενα και τα όρια της αισιοδοξίας

Η παρουσία του Τουφάν Έρχιουρμαν στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας δημιούργησε αρχικά προσδοκίες για περισσότερο πραγματισμό σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.

Ωστόσο, η τουρκοκυπριακή επιχειρηματολογία εξακολουθεί να στηρίζεται στην αντίληψη ότι οποιαδήποτε τελική διευθέτηση πρέπει να απορρέει από τα «ίσα και εγγενή κυριαρχικά δικαιώματα» των δύο κοινοτήτων.

Η διατύπωση αυτή επιτρέπει μια πιο ευέλικτη παρουσίαση, αλλά δεν ακυρώνει τη βασική τουρκική επιδίωξη.

Με άλλα λόγια, μπορεί να αλλάζει ο τόνος, χωρίς να αλλάζει αναγκαστικά η στρατηγική.

Για τη Λευκωσία, το κρίσιμο δεν είναι αν η άλλη πλευρά εμφανίζεται περισσότερο διαλλακτική στη μορφή, αλλά εάν αποδέχεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα εξελιχθεί μέσα από μια λύση συμβατή με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, το κοινοτικό κεκτημένο και την ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ευρωπαϊκό κλειδί: Τα ευρωτουρκικά ως πολιτικό αντάλλαγμα

Το δεύτερο εργαλείο της πρωτοβουλίας Γκουτέρες βρίσκεται στις Βρυξέλλες.

Η Λευκωσία έχει επενδύσει στρατηγικά στη διασύνδεση του Κυπριακού με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, επιχειρώντας να καταστήσει σαφές ότι η αναβάθμιση της σχέσης ΕΕ–Τουρκίας δεν μπορεί να εξελίσσεται ανεξάρτητα από την κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους.

Η ιδέα είναι απλή στη σύλληψη αλλά δύσκολη στην εφαρμογή:

Η Τουρκία διαθέτει σημαντικά οικονομικά, εμπορικά, χρηματοδοτικά και αμυντικά συμφέροντα στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προσφέρει σταδιακή πρόοδο σε ορισμένα από αυτά, εφόσον η Άγκυρα συμβάλει σε μια ουσιαστική επανεκκίνηση του Κυπριακού.

Η στρατηγική αυτή φαίνεται να έχει ενσωματωθεί και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή προσέγγιση προς την Τουρκία.

Στις πρόσφατες επαφές ΕΕ–Τουρκίας συζητήθηκαν η βελτίωση της εφαρμογής και η μελλοντική αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, η απελευθέρωση των θεωρήσεων, η συνεργασία στην ασφάλεια και στην άμυνα, οι επενδύσεις, η ενέργεια και η μετανάστευση.

Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν λειτουργεί ως ενιαίο κράτος που μπορεί να προσφέρει ένα συνολικό γεωπολιτικό πακέτο με μία απόφαση.

Κάθε παραχώρηση απαιτεί διαδικασίες, προϋποθέσεις, ομοφωνία ή ευρεία πολιτική συναίνεση, ανάλογα με το πεδίο.

Και η Κυπριακή Δημοκρατία, ως πλήρες κράτος-μέλος, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει άμεσα την ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση με την Τουρκία.

SAFE: Η άμυνα ως νέο πεδίο του ευρωτουρκικού παζαριού

Η συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική αποτελεί ίσως το πιο ελκυστικό κίνητρο για την Άγκυρα.

Η τουρκική αμυντική βιομηχανία έχει αναπτύξει σημαντικές δυνατότητες σε μη επανδρωμένα συστήματα, τεθωρακισμένα, πυραύλους, ηλεκτρονικό πόλεμο και ναυπηγήσεις.

Η ευρωπαϊκή στροφή προς την ενίσχυση της άμυνας δημιουργεί για την Τουρκία μια μεγάλη οικονομική και γεωπολιτική ευκαιρία.

Η Άγκυρα προβάλλει επιπλέον το γεγονός ότι διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και υποστηρίζει ότι ο αποκλεισμός της θα αποδυνάμωνε τη συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Ωστόσο, η άμεση και θεσμική συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά αμυντικά χρηματοδοτικά εργαλεία προσκρούει σε σοβαρές αντιρρήσεις.

Η Ελλάδα συνδέει το ζήτημα με το τουρκικό casus belli, ενώ η Κύπρος δεν μπορεί να δεχθεί πλήρη αμυντική ενσωμάτωση μιας χώρας που διατηρεί στρατεύματα κατοχής σε έδαφος κράτους-μέλους.

Η Τουρκία, βέβαια, έχει ήδη τη δυνατότητα να αποκτά έμμεση πρόσβαση μέσω συνεργασιών και κοινοπραξιών με ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες.

Αυτό περιορίζει ως έναν βαθμό την αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού μοχλού πίεσης. Η Άγκυρα μπορεί να αποκομίζει μέρος των οικονομικών οφελών χωρίς να έχει προηγουμένως μεταβάλει την πολιτική της στο Κυπριακό.

Θεωρήσεις εισόδου: Επιθυμητές, αλλά πολιτικά και τεχνικά δύσκολες

Η απελευθέρωση των θεωρήσεων για τους Τούρκους πολίτες αποτελεί πάγια επιδίωξη της Άγκυρας.

Η Τουρκία θεωρεί ότι η συνεργασία της στο μεταναστευτικό και ο ρόλος της στη συγκράτηση προσφυγικών ροών θα έπρεπε να συνοδεύονται από μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ευελιξία.

Ωστόσο, το ζήτημα της βίζας δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο ως πολιτική ανταμοιβή.

Υπάρχουν τεχνικά κριτήρια, ζητήματα κράτους δικαίου, ασφάλειας εγγράφων, προστασίας δεδομένων και αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, ενώ αρκετά κράτη-μέλη διατηρούν επιφυλάξεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντάξει τη διαχείριση των θεωρήσεων σε μια ευρύτερη στρατηγική που συνδέει τη διευκόλυνση των μετακινήσεων με την ασφάλεια, τα ευρωπαϊκά συμφέροντα και τη γεωπολιτική συμπεριφορά τρίτων χωρών.

Επομένως, η πλήρης άρση της βίζας δεν μπορεί να προσφερθεί άμεσα ως αντάλλαγμα για μια απλή τουρκική συμμετοχή σε συνομιλίες.

Τελωνειακή Ένωση: Το ισχυρότερο αλλά πιο σύνθετο κίνητρο

Η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ–Τουρκίας αποτελεί το σημαντικότερο οικονομικό αντάλλαγμα.

Η σημερινή Τελωνειακή Ένωση, η οποία βασίζεται στη συμφωνία του 1995, αφορά κυρίως τα βιομηχανικά προϊόντα και δεν καλύπτει πλήρως τη γεωργία, τις υπηρεσίες και τις δημόσιες συμβάσεις

Μια εκσυγχρονισμένη συμφωνία θα μπορούσε να προσφέρει στην Τουρκία:

  • ευκολότερη πρόσβαση στην ενιαία αγορά,
  • μειωμένο εμπορικό κόστος,
  • διεύρυνση των συναλλαγών σε υπηρεσίες και γεωργικά προϊόντα,
  • καλύτερη ενσωμάτωση στις ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής,
  • ενίσχυση της επενδυτικής εμπιστοσύνης.

Το οικονομικό συμφέρον είναι αμοιβαίο. Η Τουρκία αποτελεί σημαντική αγορά για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και βασικό παραγωγικό κρίκο για κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, τα μηχανήματα, τα υφάσματα και οι ηλεκτρικές συσκευές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Τουρκία έχουν ήδη κινηθεί προς στενότερη τελωνειακή συνεργασία, με πρόσφατη συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης των προγραμμάτων εγκεκριμένων οικονομικών φορέων.

Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με συνολική αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης.

Για να προχωρήσει μια τέτοια συμφωνία, η Άγκυρα θα πρέπει να εκπληρώσει συγκεκριμένες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η πλήρης εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προς όλα τα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι, όσο η Τουρκία δεν εφαρμόζει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο έναντι της Κύπρου, οκτώ ενταξιακά κεφάλαια παραμένουν μπλοκαρισμένα και κανένα κεφάλαιο δεν μπορεί να κλείσει προσωρινά.

Η τουρκική απαίτηση για «προκαταβολή»

Η Άγκυρα φαίνεται να επιθυμεί μια αντίστροφη αλληλουχία.

Αντί να προχωρήσει πρώτα σε ουσιαστικές κινήσεις στο Κυπριακό και στη συνέχεια να λάβει ευρωπαϊκά ανταλλάγματα, ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει προκαταβολικά βήματα καλής θέλησης.

Η τουρκική επιχειρηματολογία είναι ότι τα ευρωτουρκικά αποτελούν αυτοτελές πεδίο τεχνικής, οικονομικής και γεωπολιτικής συνεργασίας και δεν πρέπει να παραμένουν όμηροι ενός πολιτικού προβλήματος.

Για τη Λευκωσία, όμως, αυτή η λογική θα σήμαινε ότι η Τουρκία θα εισέπραττε τα οφέλη της ευρωπαϊκής προσέγγισης χωρίς να αναλάβει κανένα πραγματικό κόστος στο Κυπριακό.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της διαπραγμάτευσης.

Η Ευρώπη μπορεί να προσφέρει μια σταδιακή, αναστρέψιμη και υπό όρους θετική ατζέντα. Δεν μπορεί, όμως, να παραχωρήσει εκ των προτέρων το σύνολο των κινήτρων, ελπίζοντας ότι η Τουρκία θα αλλάξει στάση αργότερα.

Το δίλημμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν τη δική τους αντίφαση.

Από τη μία πλευρά, χρειάζονται την Τουρκία:

  • για τη διαχείριση του μεταναστευτικού,
  • για τη σταθερότητα στη Μαύρη Θάλασσα και στον Καύκασο,
  • για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο,
  • για τη Μέση Ανατολή,
  • για τις ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές,
  • και για τη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.

Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει ένα κράτος-μέλος, διατηρεί στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο και επιδιώκει διευθέτηση που συγκρούεται με την ενιαία διεθνή προσωπικότητα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η Ευρώπη καλείται, επομένως, να ισορροπήσει ανάμεσα στον γεωπολιτικό ρεαλισμό και στη θεσμική της αξιοπιστία.

Εάν προχωρήσει σε πλήρη εξομάλυνση των ευρωτουρκικών χωρίς πρόοδο στο Κυπριακό, θα αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση της Λευκωσίας.

Εάν μπλοκάρει κάθε συνεργασία με την Τουρκία, κινδυνεύει να χάσει έναν κρίσιμο περιφερειακό συνομιλητή και να σπρώξει την Άγκυρα σε ακόμη πιο αυτόνομη στρατηγική.

Η πιθανότερη λύση είναι μια πολιτική μικρών βημάτων, με κάθε ευρωπαϊκή διευκόλυνση να συνδέεται με συγκεκριμένη και επαληθεύσιμη τουρκική κίνηση.

Ένα κρίσιμο ερώτημα αφορά το ίδιο το περιεχόμενο που θα θέσει ο γενικός γραμματέας στις επαφές του.

Η μία επιλογή είναι να επιμείνει στο πλαίσιο που παρουσιάστηκε το 2017, διατηρώντας ως βάση τη δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, την πολιτική ισότητα και τη συνολική διευθέτηση των θεμάτων ασφάλειας, εγγυήσεων, εδαφικού, περιουσιακού και διακυβέρνησης.

Η δεύτερη είναι να επιτρέψει τη διερεύνηση πιο «ευέλικτων» ή «εκτός πλαισίου» ιδεών, οι οποίες θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε μια πολύ χαλαρή κεντρική δομή και σε δύο σχεδόν αυτόνομες οντότητες.

Μια τέτοια μετατόπιση θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως δημιουργική διπλωματία για την υπέρβαση του αδιεξόδου.

Θα δημιουργούσε, όμως, σοβαρούς κινδύνους.

Μια «χαλαρή σχέση» μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε συγκαλυμμένη συνομοσπονδία ή σε σταδιακή νομιμοποίηση της διχοτόμησης.

Το βασικό όριο για τη Λευκωσία είναι ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να διασφαλίζει:

  • μία κυριαρχία,
  • μία διεθνή προσωπικότητα,
  • μία ιθαγένεια,
  • λειτουργικό κράτος,
  • πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου,
  • και συμβατότητα με την ιδιότητα της Κύπρου ως μέλους της ΕΕ.

Δεν μπορεί να δημιουργηθεί μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια θεσμικά ασαφής κατασκευή που θα επιτρέπει σε μία από τις δύο οντότητες να ασκεί ξεχωριστή διεθνή ή ευρωπαϊκή πολιτική.

Η στρατηγική της Λευκωσίας

Η Κυπριακή Δημοκρατία προσέρχεται στις συζητήσεις επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως η πλευρά που ζητά επανέναρξη των συνομιλιών χωρίς τεχνητές προϋποθέσεις.

Η στρατηγική της στηρίζεται σε τέσσερις άξονες:

Πρώτον, διατήρηση του συμφωνημένου πλαισίου του ΟΗΕ.

Δεύτερον, ενεργή εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι μόνο ως οικονομικού παράγοντα αλλά και ως θεσμικού εγγυητή της συμβατότητας της λύσης με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Τρίτον, σύνδεση της ευρωτουρκικής ατζέντας με συγκεκριμένες κινήσεις της Άγκυρας στο Κυπριακό.

Τέταρτον, αποφυγή της εικόνας ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά απορρίπτει νέες ιδέες πριν αυτές συζητηθούν.

Η τελευταία ισορροπία είναι η δυσκολότερη.

Η Λευκωσία πρέπει να εμφανίζεται ανοικτή στη δημιουργική διπλωματία, χωρίς να αποδεχθεί τη σταδιακή διολίσθηση από την ομοσπονδία προς μια λύση δύο κρατών με διαφορετική ονομασία.

Η υστεροφημία Γκουτέρες και η πραγματική μοίρα της διαδικασίας

Για τον Αντόνιο Γκουτέρες, η αποστολή στην Κύπρο έχει και προσωπικό πολιτικό βάρος.

Το Κυπριακό ήταν ένα από τα πρώτα μεγάλα ζητήματα που διαχειρίστηκε μετά την ανάληψη της ηγεσίας του ΟΗΕ. Η αποτυχία του Κραν Μοντανά το 2017 σημάδεψε τη θητεία του και επανέρχεται σήμερα ως μια ανολοκλήρωτη διπλωματική υπόθεση.

Ο γενικός γραμματέας γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιβάλει λύση.

Μπορεί, όμως, να επιλέξει τι είδους διαδικασία θα αφήσει πίσω του:

μια διαδικασία με σαφές πλαίσιο και πολιτικό ορίζοντα ή έναν θεσμικό μηχανισμό που απλώς διαχειρίζεται τη διχοτόμηση.

Η υστεροφημία του δεν θα κριθεί από το αν θα υπάρξει μία ακόμη συνάντηση.

Θα κριθεί από το εάν αυτή η συνάντηση θα δημιουργήσει πραγματική προοπτική ή θα προσφέρει σε όλες τις πλευρές ένα διπλωματικό άλλοθι για τη συνέχιση του αδιεξόδου.

Το πραγματικό τεστ βρίσκεται στην Άγκυρα

Παρά τη μεγάλη σημασία των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πρωτοβουλιών της Λευκωσίας, η τελική μεταβλητή παραμένει η Τουρκία.

Η Άγκυρα πρέπει να αποφασίσει εάν επιθυμεί:

  • μια λειτουργική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση που θα περιλαμβάνει οικονομικά και αμυντικά οφέλη,
  • ή τη διατήρηση μιας άκαμπτης κυπριακής πολιτικής που περιορίζει την ευρωπαϊκή της προοπτική.

Μέχρι σήμερα, η τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι το γεωπολιτικό βάρος της είναι τόσο σημαντικό, ώστε η Ευρώπη θα αναγκαστεί σταδιακά να διαχωρίσει τα ευρωτουρκικά από το Κυπριακό.

Η Λευκωσία και η Αθήνα επιχειρούν να αποδείξουν το αντίθετο: ότι η περιφερειακή σημασία της Τουρκίας δεν μπορεί να ακυρώνει το διεθνές δίκαιο, τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις και την αλληλεγγύη προς κράτος-μέλος.

Αυτή είναι η πραγματική μάχη πίσω από τη διπλωματική κινητικότητα.

Δεν αφορά μόνο τη μορφή της λύσης στην Κύπρο. Αφορά το εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός παράγοντας με αρχές, όρους και συνεκτική στρατηγική.

Μια τελευταία ευκαιρία ή ακόμη μία παράταση;

Η επίσκεψη Γκουτέρες μπορεί να οδηγήσει σε ένα προσεκτικά σχεδιασμένο νέο βήμα.

Μπορεί, όμως, να επιβεβαιώσει ότι οι πλευρές παραμένουν εγκλωβισμένες σε ασύμβατες επιδιώξεις.

Στο θετικό σενάριο, η Άγκυρα θα αποδεχθεί μια διαδικασία χωρίς προαπαιτούμενη αναγνώριση χωριστής κυριαρχίας, η Λευκωσία θα επιδείξει ευελιξία στα ζητήματα διακυβέρνησης και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαμορφώσει έναν σταδιακό μηχανισμό κινήτρων.

Στο αρνητικό σενάριο, η Τουρκία θα περιοριστεί σε μια γενική δήλωση διαλόγου, διατηρώντας στο ακέραιο τη θέση των δύο κρατών. Ο Γκουτέρες θα συνεχίσει τις επαφές έως τον Σεπτέμβριο και στη συνέχεια θα παραδώσει τον φάκελο στον διάδοχό του.

Το πρώτο σενάριο απαιτεί πολιτικό κόστος και από τις δύο πλευρές.

Το δεύτερο απαιτεί μόνο διπλωματική διαχείριση.

Γι’ αυτό και είναι το ευκολότερο.

Το δύσκολο ξεκλείδωμα του Κυπριακού περνά πράγματι από δύο πρωτεύουσες: από την Άγκυρα, η οποία κρατά το κλειδί της ουσιαστικής μετακίνησης, και από τις Βρυξέλλες, οι οποίες κρατούν το κλειδί των κινήτρων.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες μπορεί να δημιουργήσει τη στιγμή. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική βούληση.

Και αυτή θα κρίνει όχι μόνο τη δική του υστεροφημία, αλλά και το εάν η Κύπρος θα αποκτήσει ξανά προοπτική επανένωσης ή θα εισέλθει σε μια ακόμη βαθύτερη περίοδο παγιωμένης διχοτόμησης.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο