Το «όχι» της Ισλανδίας και το μήνυμα για τη διεύρυνση της ΕΕ
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Το «όχι» της Ισλανδίας και το μήνυμα για τη διεύρυνση της ΕΕ
Η απόφαση της κάλπης και το πολιτικό της βάρος
Οι Ισλανδοί κλήθηκαν να απαντήσουν αν η χώρα τους πρέπει να ξαναμπεί σε τροχιά ενταξιακών συνομιλιών με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πλειοψηφία απάντησε αρνητικά, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να μην διαθέτει πλέον επίσημη εντολή για επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το αποτέλεσμα αυτό δεν αφορά μόνο μια εσωτερική πολιτική επιλογή, αλλά αγγίζει και τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ παρουσιάζει σήμερα την προοπτική ένταξης σε χώρες που ήδη βρίσκονται κοντά στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και κανόνες.
Η περίπτωση της Ισλανδίας διαφέρει από εκείνη άλλων υποψήφιων κρατών, καθώς δεν απαιτεί τόσο βαθιές θεσμικές αλλαγές όσο κράτη που επιδιώκουν για πρώτη φορά σύγκλιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η χώρα χαρακτηρίζεται πλούσια και σταθερή, με σαφή ταύτιση με τις δημοκρατικές αξίες και τις αρχές της Ένωσης. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αντιμετωπίζεται ως ένδειξη για την απήχηση της διεύρυνσης σε μια ώριμη ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Τι έδειξαν οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις
Στην προηγούμενη ενταξιακή διαδικασία της Ισλανδίας είχαν ανοίξει 27 από τα 35 διαπραγματευτικά κεφάλαια και 11 είχαν κλείσει προσωρινά. Παράλληλα, μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και της Σένγκεν, η χώρα ήδη εφαρμόζει σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και είναι στενά δεμένη με την ενιαία αγορά. Αυτό σημαίνει ότι οι συνομιλίες θα μπορούσαν να κινηθούν σχετικά γρήγορα, εφόσον υπήρχε πολιτική βούληση για επανέναρξη.
Η Κριστίνε Λόιχτενμιλερ, επικεφαλής του Περιφερειακού Προγράμματος Βόρειες Χώρες στο Ίδρυμα Κόνραντ Αντενάουερ, υπογράμμισε ότι η έκβαση της ψηφοφορίας αντανακλά πρωτίστως τις ιδιαίτερες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της Ισλανδίας και δεν πρέπει να γενικευτεί ως συμπέρασμα για τη συνολική πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ.
Ασφάλεια, οικονομία και η στρατηγική της κυβέρνησης
Για την κυβέρνηση της πρωθυπουργού Κριστρούν Φροσταντότιρ, η επανεκκίνηση των ενταξιακών συνομιλιών αποτελούσε κεντρική πρωτοβουλία. Η επιδίωξη ήταν να διαμορφωθεί ένα ισχυρότερο πλαίσιο ασφάλειας και μια οικονομική άγκυρα για τη χώρα. Στα επιχειρήματα υπέρ της ένταξης περιλαμβάνονταν οι οικονομικές πιέσεις, με τον πληθωρισμό να έχει κορυφωθεί στο 10,2% και τα επιτόκια να βρίσκονται στο 9,25%.
Στην ίδια κατεύθυνση, προβάλλονταν και οι ανησυχίες για την ασφάλεια, με αναφορές στην αστάθεια στην Αρκτική και τις διπλωματικές εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία. Η υιοθέτηση του ευρώ και η ένταξη στην Τελωνειακή Ένωση της ΕΕ θα μπορούσαν, όπως είχε τεθεί, να μειώσουν το κόστος ζωής και να ενισχύσουν την άμυνα και τα κυριαρχικά συμφέροντα της Ισλανδίας.
Η διεύρυνση ως εργαλείο ασφάλειας για την ΕΕ
Η ψήφος στην Ισλανδία έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για το τι σημαίνει διεύρυνση για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η στρατηγική αυτή συνδέεται πλέον όλο και περισσότερο με την ασφάλεια και τη γεωπολιτική επιρροή της Ευρώπης, ειδικά μετά τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, τις τεταμένες σχέσεις με την Ουάσινγκτον και τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή.
Η ΕΕ βλέπει τη διεύρυνση ως μέσο σταθεροποίησης της περιφέρειάς της, περιορισμού της αστάθειας στα σύνορα και ενίσχυσης της ευρωπαϊκής επιρροής απέναντι σε δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα στην Ανατολική Ευρώπη και τα Δυτικά Βαλκάνια. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη δεν είναι μόνο οικονομικό ή θεσμικό ζήτημα, αλλά και στοιχείο ευρύτερης στρατηγικής ασφάλειας.
Οι διαφορετικές διαδρομές των υποψήφιων χωρών
Η Ουκρανία και η Μολδαβία αντιμετωπίζουν την ένταξη ως καθαρά κρίσιμο ζήτημα ασφάλειας. Η Ρωσική εισβολή κατέστησε την ευρωπαϊκή προοπτική ακόμη πιο σημαντική για το μέλλον της Ουκρανίας, ενώ η Μολδαβία δέχεται δικές της πιέσεις και παρεμβάσεις από τη Ρωσία. Και οι δύο έγιναν επίσημα υποψήφιες το 2022 και άνοιξαν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις το 2024.
Το Μαυροβούνιο και η Αλβανία βρίσκονται σήμερα στις πιο προχωρημένες θέσεις μεταξύ των υποψηφίων. Το Μαυροβούνιο διαπραγματεύεται από το 2012 και έχει ανοίξει και τα 33 θεματικά πεδία, ενώ η Αλβανία, υποψήφια από το 2014, έχει επιταχύνει τα τελευταία χρόνια τη διαδικασία. Και για τις δύο χώρες, η ένταξη συνδέεται με περισσότερες επενδύσεις, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και άνοιγμα αγορών.
Οι πιο αργές και σύνθετες υποψηφιότητες
Πιο δύσκολη παραμένει η πορεία της Σερβίας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Η Σερβία διαπραγματεύεται για περισσότερα από δέκα χρόνια, αλλά οι σχέσεις με το Κόσοβο, οι ανησυχίες για τα δημοκρατικά πρότυπα και οι δεσμοί με τη Ρωσία επιβαρύνουν την πρόοδο. Η Βόρεια Μακεδονία αντιμετωπίζει εμπόδια λόγω διαφορών με γειτονικά κράτη-μέλη της ΕΕ, ενώ η Βοσνία και Ερζεγοβίνη χρειάζεται ακόμη σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυση του κράτους δικαίου.
Στη Γεωργία και την Τουρκία, η εικόνα είναι ακόμη πιο περίπλοκη. Η Γεωργία έγινε επίσημα υποψήφια χώρα το 2023, όμως η διαδικασία έχει παγώσει λόγω ανησυχιών για οπισθοδρόμηση στη δημοκρατία και για την πορεία της κυβέρνησης, παρά τη σταθερή δημόσια στήριξη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Τουρκία, υποψήφια από το 1999 και σε διαπραγματεύσεις από το 2005, παραμένει ο παλαιότερος υποψήφιος, με τις συνομιλίες να έχουν παγώσει από το 2018 εξαιτίας ανησυχιών για δημοκρατία, θεμελιώδη δικαιώματα, κράτος δικαίου και το Κυπριακό.
Πώς προχωρά μια χώρα προς την ένταξη
Η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ είναι επίπονη και βασίζεται στην επίδοση. Κάθε χώρα μπορεί να υποβάλει αίτηση, όμως πρώτα πρέπει να πληροί τα κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993, που περιλαμβάνουν σταθερούς δημοκρατικούς θεσμούς, σεβασμό στο κράτος δικαίου και στα ανθρώπινα δικαιώματα, λειτουργική οικονομία της αγοράς και ικανότητα ανάληψης των υποχρεώσεων της ένταξης. Στη συνέχεια ακολουθεί η εξέταση, το άνοιγμα των κεφαλαίων και η προσωρινή τους ολοκλήρωση όταν υπάρχει επαρκής πρόοδος.
Αφού κλείσουν όλα τα κεφάλαια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίζει αν η χώρα είναι έτοιμη να γίνει μέλος, ακολουθεί η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η τελική απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ. Έπειτα, τα κράτη-μέλη και η υποψήφια χώρα υπογράφουν και κυρώνουν τη συνθήκη προσχώρησης. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει χρόνια, καθώς απαιτείται ομοφωνία σε κάθε στάδιο.
Σήμερα, από τις επτά υποψήφιες χώρες, το Μαυροβούνιο βρίσκεται στην πρώτη θέση με όλα τα κεφάλαια ανοιχτά και 18 προσωρινά κλειστά. Η Αλβανία έχει ανοίξει όλα τα κεφάλαια και έχει κλείσει τρία, η Σερβία έχει ανοίξει 22 και έχει κλείσει δύο, ενώ η Μολδαβία και η Ουκρανία έχουν ανοίξει τα κεφάλαια για τα θεμελιώδη και τις εξωτερικές σχέσεις. Η Βόρεια Μακεδονία βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία εξέτασης και οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία παραμένουν παγωμένες.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο