Μητσοτάκης Stanford: Το ελληνικό comeback περνά από αγορές στην τεχνολογία–Και ο μεγάλος στόχος λέγεται 2030
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Μητσοτάκης Stanford: Το ελληνικό comeback περνά από αγορές στην τεχνολογία–Και ο μεγάλος στόχος λέγεται 2030
Δεν ήταν μία ακόμη ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη σε πανεπιστημιακό ακροατήριο.
Η παρουσία του στο Hoover Institution του Stanford είχε πολύ συγκεκριμένη πολιτική και οικονομική στόχευση.
Ο πρωθυπουργός βρέθηκε στην Καλιφόρνια σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές ομολόγων βρίσκονται σε έντονη αναταραχή, το ενεργειακό σοκ πιέζει ξανά τον πληθωρισμό, η Ευρώπη αναζητεί επειγόντως νέο παραγωγικό μοντέλο και η τεχνητή νοημοσύνη επανασχεδιάζει ήδη εργασία, βιομηχανία και γεωπολιτική ισχύ.
Απέναντί του, η Condoleezza Rice. Γύρω του, ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά think tanks οικονομίας, ασφάλειας και διεθνών σχέσεων.
Και το μήνυμα που επιχείρησε να μεταφέρει ήταν ότι η Ελλάδα δεν θέλει πλέον να αποτελεί τη χώρα που εξηγεί πώς βγήκε από την κρίση.
Θέλει να συζητά για το τι θα γίνει μετά.
Η ίδια η θεματολογία του Hoover αυτή την εβδομάδα εξηγεί γιατί το συγκεκριμένο βήμα είχε σημασία. Το Ινστιτούτο φιλοξενεί από τις 22 έως τις 26 Σεπτεμβρίου τη μεγάλη πρωτοβουλία «Economic and Security Commons», με αντικείμενο το πώς οι δυτικές δημοκρατίες θα απαντήσουν ταυτόχρονα σε γεωπολιτικές ανατροπές, τεχνολογική αλλαγή, οικονομική ασφάλεια και κρίση εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Μητσοτάκης έστησε το ελληνικό αφήγημα πάνω σε ένα τρίγωνο:
οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή και διεθνής ισχύς.
Από το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης στην προσπάθεια κανονικοποίησης
Μία ημέρα πριν από το Stanford, μιλώντας στο Σαν Φρανσίσκο σε εκδήλωση της Endeavor Greece για την τεχνητή νοημοσύνη, ο πρωθυπουργός είχε περιγράψει με ακόμη πιο ωμό τρόπο το πώς αντιλαμβάνεται την αλλαγή της εικόνας της χώρας.
«Η Ελλάδα δεν θεωρείται πλέον το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης», είπε, παρουσιάζοντας την ανάπτυξη, τη μείωση του χρέους και την επιστροφή επενδυτικού ενδιαφέροντος ως βασικά στοιχεία αυτής της αλλαγής.
Αυτή ακριβώς είναι και η ιστορία που μετέφερε στο Hoover.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του Μεγάρου Μαξίμου, ο Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η χώρα αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα, προσελκύει άμεσες ξένες επενδύσεις και έχει μειώσει την ανεργία κατά περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αρκετά από αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώνονται και από ανεξάρτητους θεσμούς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι η ελληνική οικονομία αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, έναντι χαμηλότερου ευρωπαϊκού ρυθμού, ενώ για το 2026 προβλέπει 1,8%. Ταυτόχρονα εκτιμά ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει θετικό γενικό δημοσιονομικό ισοζύγιο και ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να υποχωρεί, από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 140,7% το 2026 και 134,4% το 2027.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επίσης σημειώνει ότι η ανάπτυξη του 2025 ήταν 2,1%, πάνω από το 1,4% της Ευρωζώνης, με αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα.
Άρα, στο σκέλος της σχετικής υπεραπόδοσης, το κυβερνητικό αφήγημα έχει μετρήσιμη βάση.
Το δύσκολο κομμάτι βρίσκεται αλλού: στο αν αυτός ο ρυθμός μπορεί να διατηρηθεί μετά το 2026, όταν η ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης αρχίζει να εξασθενεί.
Το κρίσιμο ερώτημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Αυτό ήταν ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα που τέθηκε στον Μητσοτάκη στην Καλιφόρνια.
Τι γίνεται όταν τελειώσουν τα μεγάλα ευρωπαϊκά κεφάλαια;
Ο ίδιος αναγνώρισε ότι η Ελλάδα ωφελήθηκε από περίπου €36 δισ. του Recovery and Resilience Facility και υποστήριξε ότι μεγάλο μέρος αυτών των πόρων χρησιμοποιήθηκε όχι για απλή κατανάλωση αλλά για ψηφιακές υποδομές, πράσινη μετάβαση και επενδύσεις.
Έφερε ως παραδείγματα το gov.gr και τον υπερυπολογιστή που αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία στο Λαύριο, ο οποίος θα υποστηρίζει το Δημόσιο αλλά και ελληνικές startups.
Αυτό όμως δεν λύνει το πρόβλημα της επόμενης ημέρας.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,6% το 2027 ακριβώς καθώς περιορίζεται η ώθηση από το RRF.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό τεστ της κυβερνητικής στρατηγικής.
Μπορεί η ελληνική οικονομία να περάσει από ανάπτυξη που ενισχύεται από ευρωπαϊκά κεφάλαια σε ανάπτυξη που στηρίζεται περισσότερο στην παραγωγικότητα, στις ιδιωτικές επενδύσεις, στην τεχνολογία και στις εξαγωγές;
Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από το να απορροφά αποτελεσματικά ευρωπαϊκούς πόρους.
€11,4 δισ. ξένες επενδύσεις – Το ισχυρότερο νούμερο του αφηγήματος
Ένα από τα πλέον ισχυρά στοιχεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση στην προσπάθεια να παρουσιάσει την Ελλάδα ως επενδυτικό προορισμό είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις.
Οι καθαρές εισροές FDI έφτασαν το 2025 τα €11,38 δισ., από €7,02 δισ. το 2024 — αύξηση 62,2% και ιστορικό υψηλό σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει ότι οι ξένες άμεσες επενδύσεις έφτασαν σε ιστορικά υψηλό επίπεδο το 2025 και το συνδέει με την αυξημένη εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.
Υπάρχει όμως μία σημαντική λεπτομέρεια.
Μεγάλο μέρος των επενδυτικών ροών εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στις υπηρεσίες — ακίνητα, χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, μεταφορές — και λιγότερο στη μεταποίηση και στις δραστηριότητες υψηλής παραγωγικότητας.
Αυτό είναι κρίσιμο για την επόμενη ημέρα.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν μπαίνουν χρήματα στην Ελλάδα.
Είναι πού μπαίνουν.
Αν το νέο κύμα FDI μεταφερθεί περισσότερο σε τεχνολογία, βιομηχανία, ενέργεια, φάρμακο, άμυνα και deep tech, τότε το επενδυτικό story μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια.
Το 4,20% που εξηγεί γιατί ο Μητσοτάκης μίλησε για G7
Η πιο εντυπωσιακή ατάκα της εκδήλωσης ήταν η αναφορά ότι η Ελλάδα δανείζεται σήμερα φθηνότερα από τέσσερα μέλη του G7.
Και στις 22 Σεπτεμβρίου οι αγορές πράγματι έδιναν μια εξαιρετικά ασυνήθιστη εικόνα για όσους θυμούνται το 2012.
Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς βρισκόταν περίπου στο 4,20%.
Την ίδια ημέρα:
- ΗΠΑ: περίπου 4,97%
- Ηνωμένο Βασίλειο: περίπου 5,24%
- Γαλλία: περίπου 4,51%
- Ιταλία: περίπου 4,36%
- Ελλάδα: περίπου 4,20%
Άρα η φράση του πρωθυπουργού αποτυπώνει πράγματι τη συγκεκριμένη εικόνα της αγοράς.
Η σύγκριση όμως χρειάζεται προσοχή.
Οι αποδόσεις των ομολόγων δεν αποτελούν απλή βαθμολογία «ποια οικονομία είναι καλύτερη». Επηρεάζονται από διαφορετικές νομισματικές πολιτικές, προσδοκίες πληθωρισμού, δημοσιονομικές συνθήκες, προσφορά τίτλων και τη θέση κάθε χώρας σε διαφορετικές νομισματικές ζώνες.
Η αμερικανική δεκαετία, για παράδειγμα, κινείται κοντά στο 5% λόγω διαφορετικού κύκλου επιτοκίων της Fed, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στο πλαίσιο της Ευρωζώνης και της ΕΚΤ.
Η ουσία όμως παραμένει ισχυρή: το risk premium της Ελλάδας δεν θυμίζει πλέον χώρα σε κρίση κρατικού χρέους.
Και αυτό είναι μεγάλη αλλαγή.
Από το 41% του 2012 στο 4,2%
Για να γίνει αντιληπτή η έκταση της μεταμόρφωσης, αρκεί μία μόνο σύγκριση.
Τον Μάρτιο του 2012, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς είχε ξεπεράσει το 40%.
Σήμερα βρίσκεται λίγο πάνω από το 4%.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε το δημόσιο χρέος.
Σημαίνει όμως ότι άλλαξε δραματικά ο τρόπος με τον οποίο οι αγορές τιμολογούν τον ελληνικό κίνδυνο.
Και ακριβώς γι’ αυτό οι πρόσφατες κινήσεις των οίκων αξιολόγησης αποκτούν σημασία.
Scope και Moody’s: Η διπλή αναβάθμιση που έφερε μαζί του στο Stanford
Στις 18 Σεπτεμβρίου η Scope αναβάθμισε την Ελλάδα σε BBB+ από BBB, ενώ η Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση στο Baa3 αλλά αναβάθμισε τις προοπτικές σε θετικές.
Η Scope στάθηκε κυρίως στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης. Προβλέπει μάλιστα χρέος κοντά στο 136% του ΑΕΠ το 2026 και περίπου 110% το 2031.
Αυτές οι αξιολογήσεις είναι ουσιαστικά το εξωτερικό validation που ήθελε να παρουσιάσει ο Μητσοτάκης στο αμερικανικό κοινό.
Το πολιτικό μήνυμα ήταν απλό:
δεν ζητάμε πλέον από τις αγορές να πιστέψουν τις κυβερνητικές εξαγγελίες.
Υπάρχουν εξωτερικοί θεσμοί που αποτιμούν θετικά τη δημοσιονομική πορεία.
Το μεγάλο πλεονέκτημα – Και ο μεγάλος κίνδυνος – του χρέους
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα από τα υψηλότερα δημόσια χρέη ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρώπη.
Όμως η διάρθρωσή του είναι εξαιρετικά διαφορετική από άλλες υπερχρεωμένες οικονομίες.
Μεγάλο μέρος του βρίσκεται σε επίσημους ευρωπαϊκούς πιστωτές, έχει μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής και σχετικά ευνοϊκό κόστος χρηματοδότησης.
Αυτό προσφέρει χρόνο.
Δεν προσφέρει όμως άδεια για δημοσιονομική χαλάρωση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η πτωτική πορεία του χρέους στηρίζεται ακριβώς στη συνέχιση των πλεονασμάτων και στη διατήρηση μέτριων ρυθμών αύξησης των δαπανών.
Ο ίδιος ο Μητσοτάκης στην Καλιφόρνια το συνέδεσε με την πολιτική.
«Ό,τι πρόοδο έχουμε κάνει παραμένει εύθραυστο», ήταν το βασικό μήνυμα που έδωσε μιλώντας για το 2030 και την ανάγκη να μην επιστρέψει η χώρα σε υπερβολικές δαπάνες.
Η ανεργία: Από περίπου 18% στο 7,9%
Το δεύτερο μεγάλο χαρτί της κυβερνητικής αφήγησης είναι η αγορά εργασίας.
Τον Ιούλιο του 2026 η εποχικά διορθωμένη ανεργία βρέθηκε στο 7,9%, έναντι 8,9% έναν χρόνο πριν.
Οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4,38 εκατομμύρια, ενώ οι άνεργοι περιορίστηκαν στους περίπου 376.500.
Το 2019 η ανεργία βρισκόταν περίπου δέκα μονάδες υψηλότερα.
Άρα η αναφορά Μητσοτάκη στην πτώση κατά περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες έχει σαφή στατιστική βάση.
Όμως υπάρχει ακόμη απόσταση από τις καλύτερες αγορές εργασίας της Ευρώπης.
Και κυρίως υπάρχει ένα άλλο πρόβλημα: το ερώτημα της ποιότητας και της παραγωγικότητας των νέων θέσεων εργασίας.
Η υποχώρηση της ανεργίας είναι αναμφισβήτητα σημαντική.
Η επόμενη φάση είναι πολύ δυσκολότερη: περισσότερες θέσεις υψηλής εξειδίκευσης, υψηλότερες αμοιβές και παραγωγικότητα.
Το +42% στον κατώτατο – Αλλά η αγοραστική δύναμη παραμένει το δύσκολο κεφάλαιο
Ο πρωθυπουργός επανέλαβε στο Stanford ότι ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά περίπου 42% από το 2019. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί αυτή την αύξηση ως βασικό δείκτη κοινωνικής διάχυσης της ανάπτυξης.
Εδώ όμως βρίσκεται και το πιο δύσκολο σημείο για το κυβερνητικό story.
Οι πραγματικές αποδοχές πιέζονται από τον πληθωρισμό, τη στέγη και την ενέργεια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα φτάσει φέτος στο 3,7%, κυρίως εξαιτίας του νέου ενεργειακού σοκ, ενώ προβλέπει ότι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα δεχθεί πίεση.
Άρα η επιτυχία στην αύξηση του ονομαστικού κατώτατου μισθού δεν ακυρώνει το επόμενο ερώτημα:
πόσο πραγματικά αγοράζει αυτός ο μισθός;
Αυτό θα είναι ένα από τα κρισιμότερα πολιτικά πεδία έως το 2027.
Brain drain → brain regain: Η Καλιφόρνια ως συμβολικό πεδίο
Υπήρχε και ένας άλλος λόγος για τον οποίο το Stanford ήταν το ιδανικό μέρος για να μιλήσει ο Μητσοτάκης για την επιστροφή Ελλήνων του εξωτερικού.
Η Bay Area ήταν ένας από τους μεγάλους προορισμούς του ελληνικού brain drain.
Μηχανικοί, ερευνητές, founders και στελέχη τεχνολογίας που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης βρέθηκαν σε εταιρείες της Silicon Valley.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι αυτή η ροή πλέον αντιστρέφεται και έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την Tesla, την οποία επισκέφθηκε στην Καλιφόρνια. Σύμφωνα με όσα είπε, η εταιρεία διαθέτει προηγμένη ερευνητική ομάδα στην Ελλάδα και έχει προσελκύσει Έλληνες επιστήμονες από το εξωτερικό.
«Θέλω οι νέοι Έλληνες να φεύγουν από τη χώρα από επιλογή, όχι από ανάγκη», ήταν η ουσία της τοποθέτησής του.
Εδώ όμως η μέτρηση είναι δυσκολότερη.
Υπάρχουν ενδείξεις επιστροφής ανθρώπινου κεφαλαίου και φορολογικά κίνητρα επαναπατρισμού, αλλά η πλήρης αντιστροφή ενός brain drain που κράτησε περισσότερο από μία δεκαετία απαιτεί πολύ μεγαλύτερη διάρκεια.
Το πραγματικό ταξίδι ήταν Silicon Valley → Stanford → ΟΗΕ
Αν δει κανείς συνολικά την περιοδεία, υπάρχει μία προσεκτικά χτισμένη διαδρομή.
Πρώτα Silicon Valley.
Μετά Stanford.
Και στη συνέχεια Νέα Υόρκη και Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
Η πρώτη στάση ήταν επιχειρηματική και τεχνολογική.
Η δεύτερη οικονομική και γεωστρατηγική.
Η τρίτη καθαρά διπλωματική.
Η κοινή ιδέα είναι ότι η κυβέρνηση θέλει να παρουσιάσει την Ελλάδα όχι μόνο ως χώρα της ΝΑ Ευρώπης αλλά ως έναν κόμβο που ενώνει τεχνολογία, ενέργεια, άμυνα και γεωπολιτική.
AI: Το δεύτερο, λιγότερο εμφανές ελληνικό στοίχημα
Το Stanford δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από όσα είπε ο Μητσοτάκης μία ημέρα νωρίτερα για την τεχνητή νοημοσύνη.
Στο Σαν Φρανσίσκο παρουσίασε τέσσερις τομείς στους οποίους θεωρεί ότι η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα:
Υγεία, εκπαίδευση, πολιτική προστασία και άμυνα.
Η λογική είναι ενδιαφέρουσα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ ή την Κίνα στην κατασκευή των μεγαλύτερων foundation models.
Μπορεί όμως να επιχειρήσει να γίνει «εργαστήριο εφαρμογών».
Ένα κράτος δέκα εκατομμυρίων κατοίκων, με κεντρικοποιημένα δημόσια συστήματα, ψηφιοποιημένες υπηρεσίες και μεγάλα datasets, μπορεί να δοκιμάζει AI εφαρμογές ταχύτερα από μεγαλύτερα και πιο κατακερματισμένα κράτη.
Στην Υγεία, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η συγκέντρωση δεδομένων από το κεντρικό σύστημα Υγείας και τα προγράμματα προληπτικού ελέγχου μπορεί να αποτελέσει βάση για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, με την προϋπόθεση ισχυρού πλαισίου προστασίας δεδομένων.
Το ίδιο ισχύει για τη Δικαιοσύνη, όπου βλέπει δυνατότητα αυτοματοποίησης μεγάλου μέρους της γραφειοκρατικής εργασίας.
«Ήδη πολεμάμε τη χθεσινή μάχη»
Υπήρχε όμως και μία πολύ διαφορετική πλευρά της παρέμβασής του για το AI.
Ο Μητσοτάκης δεν παρουσίασε την τεχνολογία μόνο ως επενδυτική ευκαιρία.
Παραδέχθηκε ότι οι κυβερνήσεις δεν είναι προετοιμασμένες για την ταχύτητα της αλλαγής.
Χρησιμοποίησε μάλιστα τη φράση:
«Μερικές φορές αισθάνομαι ότι ήδη πολεμάμε τη χθεσινή μάχη», αναφερόμενος στην προστασία παιδιών από τα social media σε μια εποχή όπου AI companions και chatbots δημιουργούν ήδη νέου τύπου κινδύνους.
Αυτή ίσως είναι μία από τις περισσότερο ενδιαφέρουσες πολιτικά παραδοχές του ταξιδιού.
Η ψηφιακή πολιτική δεν είναι πλέον μόνο θέμα ψηφιοποίησης του Δημοσίου.
Γίνεται ζήτημα κοινωνικής συνοχής, εκπαίδευσης, εργασίας και ακόμη και δημοκρατικής λειτουργίας.
Άμυνα: Τα δισεκατομμύρια που πρέπει να γίνουν ελληνική τεχνολογία
Η τεχνολογική στρατηγική συνδέθηκε ευθέως και με την άμυνα.
Ο Μητσοτάκης παραδέχθηκε ότι η Ελλάδα έχει δαπανήσει τεράστια ποσά για εξοπλισμούς τις τελευταίες δεκαετίες χωρίς να αναπτύξει αντίστοιχα ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Η νέα προσέγγιση που περιέγραψε είναι διαφορετική: μικρό μέρος των δισεκατομμυρίων αμυντικών δαπανών να χρησιμοποιείται ως χώρος δοκιμής για ελληνικές startups, drones, software και τεχνολογίες dual use.
Εάν τα προϊόντα λειτουργήσουν, η πιστοποίηση από το ελληνικό Υπουργείο Άμυνας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαβατήριο για εξαγωγές.
Αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από μία απλή πολιτική εξοπλισμών.
Αφορά την προσπάθεια να μετατραπεί η γεωπολιτική ανάγκη της χώρας σε βιομηχανική πολιτική.
Η Ελλάδα ως «developed market»: Περισσότερο από συμβολισμός
Η επιστροφή της ελληνικής κεφαλαιαγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές αποτέλεσε επίσης μέρος της επιχειρηματολογίας του πρωθυπουργού.
Η αναβάθμιση δεν αλλάζει από μόνη της τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία για την εικόνα της χώρας στους διεθνείς θεσμικούς επενδυτές.
Το ουσιαστικότερο είναι η αλληλουχία:
investment grade στα κρατικά ομόλογα, αναβάθμιση της χρηματιστηριακής αγοράς, βελτίωση αξιολογήσεων τραπεζών και ιστορικά υψηλές FDI.
Αυτά λειτουργούν αθροιστικά.
Δημιουργούν την εικόνα μιας χώρας που μετακινείται από την κατηγορία «ειδική περίπτωση» προς την κανονικότητα.
Το στοίχημα της παραγωγικότητας – Εκεί κρίνεται τελικά όλο το story
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα.
Η χώρα μπορεί να έχει καλύτερα ομόλογα, περισσότερες επενδύσεις, χαμηλότερη ανεργία και βελτιωμένη εικόνα στις αγορές.
Εάν όμως η παραγωγικότητα δεν αυξηθεί αρκετά, η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη θα παραμείνει αργή.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται μεγαλύτερες επιχειρήσεις, περισσότερη καινοτομία, καλύτερες δεξιότητες και ισχυρότερη σύνδεση πανεπιστημίων με την παραγωγή για να διατηρήσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης μακροπρόθεσμα.
Γι’ αυτό το Stanford έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η κυβέρνηση δεν πήγε στην Καλιφόρνια να αναζητήσει περισσότερους τουρίστες.
Πήγε να αναζητήσει ακριβώς εκείνο που λείπει περισσότερο από το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο:
τεχνολογία, scalable επιχειρήσεις, ανθρώπινο κεφάλαιο και διεθνή δίκτυα.
Η κοινωνική πλευρά: Το σημείο όπου το success story πρέπει να φανεί στην τσέπη
Υπάρχει όμως ένα τελευταίο τεστ.
Και είναι πολιτικό.
Οι πολίτες δεν αξιολογούν μία οικονομία με βάση μόνο τα spreads ή τις αξιολογήσεις της Moody’s.
Αξιολογούν εάν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο, ρεύμα, σούπερ μάρκετ και καύσιμα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι το ενεργειακό σοκ του 2026 μειώνει την πραγματική αγοραστική δύναμη και περιορίζει την κατανάλωση.
Άρα το επενδυτικό comeback της Ελλάδας μπορεί να είναι πραγματικό, αλλά η πολιτική του βιωσιμότητα εξαρτάται από το εάν θα μεταφραστεί σε υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα.
Αυτό είναι και το σημείο όπου συναντώνται τα δύο μεγάλα ελληνικά αφηγήματα της περιόδου:
η χώρα που βλέπουν οι διεθνείς αγορές και η χώρα που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά.
2030: Γιατί ο Μητσοτάκης επέλεξε αυτόν τον ορίζοντα
Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε στο Stanford το 2030 ως πολιτικό ορόσημο.
Δεν είναι τυχαίο.
Τον Φεβρουάριο του 2030 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Για τον Μητσοτάκη αυτό προσφέρει έναν εύκολο ιστορικό καμβά πάνω στον οποίο μπορεί να στηθεί ένα νέο πολιτικό αφήγημα:
όχι πια «Ελλάδα μετά τα μνημόνια», αλλά «Ελλάδα των 200 ετών».
Μιλώντας στην Καλιφόρνια, είχε ήδη περιγράψει το 2030 ως τον πραγματικό ορίζοντα του επόμενου πολιτικού κύκλου.
«Κάθε εκλογή πρέπει να αφορά το μέλλον και όχι το παρελθόν», είπε, συνδέοντας την επόμενη τετραετία με το σημείο αυτό.
Είναι εμφανές ότι το 2030 δεν λειτουργεί απλώς ως επετειακή ημερομηνία.
Λειτουργεί ως πολιτικό framework.
Το πραγματικό ελληνικό τεστ δεν βρίσκεται πια στην έξοδο από την κρίση
Αν κάτι έδειξε η παρουσία του Μητσοτάκη στο Stanford, είναι ότι το benchmark της Ελλάδας έχει αλλάξει.
Το 2019 το ερώτημα ήταν αν η χώρα θα επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα.
Αυτό έγινε.
Το επόμενο ήταν αν θα επιστρέψει στις ανεπτυγμένες αγορές.
Και αυτό έγινε.
Το επόμενο ήταν αν θα μειώσει την ανεργία σε μονοψήφιο ποσοστό.
Και αυτό επίσης έχει επιτευχθεί.
Τώρα ο πήχης ανεβαίνει.
Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει την επενδυτική επιστροφή σε παραγωγικό μετασχηματισμό.
Αν μπορεί να διατηρήσει ανάπτυξη χωρίς την πλήρη ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Αν οι άμεσες ξένες επενδύσεις θα μετακινηθούν από τα ακίνητα και τις υπηρεσίες προς τεχνολογία και βιομηχανία.
Αν η πτώση του χρέους θα συνεχιστεί χωρίς να περιορίσει τις αναγκαίες επενδύσεις.
Αν το brain regain θα πάρει μόνιμο χαρακτήρα.
Και κυρίως:
αν η ισχυρότερη εικόνα της Ελλάδας στις αγορές μπορεί να γίνει ισχυρότερη αγοραστική δύναμη για την κοινωνία.
Το μήνυμα του Stanford
Ο Μητσοτάκης πήγε στο Stanford έχοντας μαζί του αριθμούς που πριν από μία δεκαετία θα έμοιαζαν εξαιρετικά δύσκολοι να φανταστεί κανείς:
ανεργία 7,9%.
€11,4 δισ. άμεσες ξένες επενδύσεις.
δεκαετές ομόλογο περίπου στο 4,2%, κάτω από ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία.
Scope στο BBB+.
θετικές προοπτικές από Moody’s.
δημόσιο χρέος σε σταθερή πτωτική πορεία.
Αυτά είναι πραγματικά δεδομένα.
Αλλά η ίδια η διεθνής συγκυρία δείχνει γιατί κανένα success story δεν είναι τελειωμένο.
Ενέργεια πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα, υψηλότερος πληθωρισμός, πιεσμένα πραγματικά εισοδήματα, γεωπολιτικοί κίνδυνοι και επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελούν πολύ πιο δύσκολο περιβάλλον για τα επόμενα χρόνια.
Γι’ αυτό το βαθύτερο νόημα της επίσκεψης δεν βρίσκεται στην αναδρομή.
Βρίσκεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να πείσει ότι η χώρα έχει ήδη τελειώσει με την πρώτη φάση της ανάκαμψης και πρέπει να περάσει στη δεύτερη.
Από τη σταθεροποίηση στην παραγωγικότητα. Από τα ευρωπαϊκά κεφάλαια στο ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο. Από το brain drain στο brain regain. Από την τουριστική οικονομία στην τεχνολογία και την καινοτομία. Και από την Ελλάδα της κρίσης στην Ελλάδα του 2030.
Εκεί θα κριθεί τελικά αν το comeback που παρουσιάστηκε στο Stanford θα μείνει μία εντυπωσιακή ιστορία επιστροφής — ή θα μετατραπεί σε μόνιμη αλλαγή του ελληνικού οικονομικού μοντέλου.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο