Μενδώνη στον ΟΗΕ: «Η πολιτιστική κληρονομιά δεν διχάζει» – Το μήνυμα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα
Πηγή Φωτογραφίας: Γραφείο Τύπου//Μενδώνη στον ΟΗΕ: «Η πολιτιστική κληρονομιά δεν διχάζει» – Το μήνυμα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα
Από τη Νέα Υόρκη και στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, η Ελλάδα επαναφέρει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της πολιτιστικής της διπλωματίας: την προστασία, την επιστροφή και την επανένωση πολιτιστικών αγαθών.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη τοποθέτησε το ζήτημα πολύ πέρα από τα στενά όρια της αρχαιολογίας και των μουσείων.
Το παρουσίασε ως θέμα διεθνούς νομιμότητας, ασφάλειας, δικαιοσύνης και ιστορικής μνήμης.
Και μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο έβαλε ξανά στο διεθνές τραπέζι τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
«Η πολιτιστική κληρονομιά δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν παρανομίας ή αιτία διχασμού. Πρέπει να είναι γέφυρα διαλόγου, συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης», ήταν το κεντρικό μήνυμα της υπουργού.
Από την αρχαιοκαπηλία στη διεθνή ασφάλεια
Η παρέμβαση της Μενδώνη πραγματοποιήθηκε σε παράλληλη δράση για την προστασία και τον επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών, με τη συμμετοχή των Μόνιμων Αντιπροσωπειών και των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Ιταλίας, καθώς και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου.
Η βασική θέση που ανέπτυξε είναι ότι η λεηλασία αρχαιολογικών χώρων, η καταστροφή μνημείων και η παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων δεν αποτελούν απλώς πολιτιστικό πρόβλημα.
Αφορούν την οργανωμένη εγκληματικότητα και, ιδιαίτερα σε περιοχές πολέμου, μπορούν να συνδέονται με ευρύτερα δίκτυα παράνομης χρηματοδότησης.
Γι’ αυτό και, σύμφωνα με την ελληνική προσέγγιση, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνεργασία όχι μόνο μεταξύ υπουργείων Πολιτισμού και μουσείων, αλλά μεταξύ αστυνομικών, τελωνειακών και δικαστικών αρχών, μαζί με οργανισμούς όπως UNESCO, INTERPOL, Europol και Eurojust.
«Για την Ελλάδα, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ταυτόχρονα ζήτημα διεθνούς νομιμότητας, ασφάλειας, δικαιοσύνης και σεβασμού στην ιστορική μνήμη των λαών», σημείωσε η Μενδώνη.
Και μετά έφερε στο τραπέζι τον Παρθενώνα
Από το γενικό διεθνές πλαίσιο, η υπουργός πέρασε στο ζήτημα με τη μεγαλύτερη πολιτική και συμβολική σημασία για την Αθήνα.
Τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Η Μενδώνη επανέλαβε την πάγια ελληνική θέση ότι η υπόθεση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια συζήτηση αποκλειστικά για την ιδιοκτησία μεμονωμένων αρχαιοτήτων.
«Τα Γλυπτά του Παρθενώνα σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν ως αναπόσπαστα μέλη ενός ενιαίου αρχιτεκτονικού, καλλιτεχνικού και εννοιολογικού συνόλου», τόνισε.
Και έθεσε τον πυρήνα του ελληνικού επιχειρήματος:
«Η επανένωσή τους στην Αθήνα δεν αποτελεί για την Ελλάδα απλώς ζήτημα κυριότητας επιμέρους έργων αλλά ζήτημα αποκατάστασης της ακεραιότητας ενός μοναδικού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς».
Για την ελληνική πλευρά, συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι πού πρέπει να εκτίθενται ορισμένα αυτόνομα γλυπτά.
Είναι εάν ένα μνημείο που δημιουργήθηκε ως ενιαίο σύνολο μπορεί να αποκαταστήσει την ακεραιότητά του.
Το προηγούμενο Fagan: Το μοντέλο που δείχνει η Αθήνα στο Λονδίνο
Και εδώ η Μενδώνη χρησιμοποίησε ένα συγκεκριμένο προηγούμενο: το θραύσμα Fagan.
Το τμήμα της ανατολικής ζωφόρου του Παρθενώνα βρισκόταν στο Museo Archeologico Regionale Antonino Salinas στο Παλέρμο. Αρχικά επέστρεψε στην Αθήνα μέσω συμφωνίας μακροχρόνιας κατάθεσης, ενώ στη συνέχεια η διαδικασία Ελλάδας–Σικελίας–Ιταλίας οδήγησε στην οριστική επανένωσή του στο Μουσείο της Ακρόπολης.
Το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση τον πρώτο επαναπατρισμό παρθενώνειου θραύσματος από κράτος σε κράτος και έχει επανειλημμένα παρουσιάσει τη διαδικασία ως παράδειγμα για το πώς ο διάλογος μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη λύση.
Η σημασία του προηγουμένου είναι ακριβώς αυτή.
Δεν παρουσιάζεται από την Αθήνα μόνο ως επιστροφή ενός αντικειμένου.
Παρουσιάζεται ως μοντέλο πολιτιστικής διπλωματίας.
Από το Παλέρμο στο Λονδίνο
Το μήνυμα προς τη Βρετανία είναι δύσκολο να παραγνωριστεί.
Όταν το θραύσμα Fagan επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα, η Μενδώνη είχε δηλώσει ότι η διαδικασία που ακολούθησαν η κυβέρνηση της Σικελίας και το ιταλικό υπουργείο Πολιτισμού έδειχνε, κατά την ελληνική θέση, τον δρόμο για την επιστροφή των Γλυπτών που βρίσκονται στο Λονδίνο.
Μάλιστα, η πολιτιστική συνεργασία δεν σταμάτησε με την επιστροφή.
Η Ελλάδα είχε ανταποδώσει τη χειρονομία με την παραχώρηση αρχαιοτήτων για έκθεση στο Παλέρμο, ενώ η συμφωνία προέβλεπε κοινές πολιτιστικές πρωτοβουλίες των δύο μουσείων.
Αυτό ακριβώς αποτελεί κεντρικό στοιχείο της σημερινής επιχειρηματολογίας της Μενδώνη:
«Οι επιστροφές δεν αποτελούν το τέλος μιας σχέσης αλλά πρέπει να είναι η αρχή μιας νέας σχέσης για κοινή έρευνα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και στενή πολιτιστική συνεργασία».
Με άλλα λόγια, η Αθήνα επιχειρεί να αποσυνδέσει την επανένωση από τη λογική ότι μία πλευρά «χάνει» και η άλλη «κερδίζει».
UNESCO: Η διαφορά δεν είναι μόνο υπόθεση δύο μουσείων
Η υπουργός επανέφερε παράλληλα τον ρόλο της UNESCO.
Η Διακυβερνητική Επιτροπή της UNESCO έχει καλέσει Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο να εντείνουν τις προσπάθειες επίλυσης της διαφοράς, λαμβάνοντας υπόψη τις ιστορικές, πολιτιστικές, νομικές και ηθικές διαστάσεις της.
Για την Αθήνα, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή τοποθετεί τη συζήτηση σε διακυβερνητικό επίπεδο και όχι αποκλειστικά στη σχέση μεταξύ του Μουσείου της Ακρόπολης και του Βρετανικού Μουσείου.
Η ελληνική πλευρά εξακολουθεί να παρουσιάζει τον διάλογο καλής πίστης με το Ηνωμένο Βασίλειο ως τον δρόμο για μια αμοιβαία αποδεκτή λύση.
Αλλά η λέξη που επιλέγει είναι σταθερά «επανένωση».
Όχι απλώς «επιστροφή» αντικειμένων.
Η επιστροφή έξι αρχαιοτήτων στην Αίγυπτο
Η Μενδώνη χρησιμοποίησε και την αντίστροφη περίπτωση για να στηρίξει το ελληνικό επιχείρημα.
Η Ελλάδα, υπογράμμισε, δεν ζητά μόνο την επιστροφή δικών της πολιτιστικών αγαθών.
Επιστρέφει και η ίδια αντικείμενα όταν θεωρεί ότι πρέπει να επαναπατριστούν.
Στην ομιλία της αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην επιστροφή έξι πολιτιστικών αγαθών στην Αίγυπτο.
Το πολιτικό μήνυμα είναι ότι η ελληνική θέση επιχειρεί να στηριχθεί σε μια γενική αρχή —και όχι σε μια εξαίρεση που εφαρμόζεται αποκλειστικά στα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Η «Κόκκινη Λίστα» και η μάχη κατά της αρχαιοκαπηλίας
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της παρέμβασης αφορά την ελληνική Red List.
Η λίστα παρουσιάζει κατηγορίες ελληνικών πολιτιστικών αγαθών που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες στην παράνομη διακίνηση, ώστε τελωνειακές και αστυνομικές αρχές, επαγγελματίες της αγοράς τέχνης αλλά και το κοινό να μπορούν ευκολότερα να αναγνωρίζουν αντικείμενα υψηλού κινδύνου. Το υπουργείο Πολιτισμού έχει παρουσιάσει την ελληνική Red List ως σημαντικό εργαλείο πρόληψης της παράνομης διακίνησης.
Η σημασία αυτής της πολιτικής είναι ότι μεταφέρει το βάρος από την επιστροφή ενός αρχαίου αντικειμένου αφού χαθεί, στην προσπάθεια να εμποδιστεί εξαρχής η παράνομη έξοδός του.
Η τεχνολογία μπαίνει και στη μάχη των αρχαιοτήτων
Η Μενδώνη έβαλε στην εξίσωση και τις νέες τεχνολογίες.
Διαλειτουργικές βάσεις δεδομένων, ψηφιακά αρχεία και εργαλεία παρακολούθησης μπορούν να επιταχύνουν τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση αντικειμένων.
Η τεχνολογία, όμως, σύμφωνα με τη θέση που παρουσίασε, δεν υποκαθιστά την ανθρώπινη εμπειρογνωμοσύνη.
Το ζητούμενο είναι ο συνδυασμός τους.
Και εδώ προκύπτει μια διαφορετική διάσταση της πολιτιστικής πολιτικής: η προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πεδίο όπου συναντώνται πολιτισμός, ασφάλεια, διεθνές δίκαιο και τεχνολογία.
Η συνεργασία με τις ΗΠΑ
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη συνεργασία Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών για τον εντοπισμό και την επιστροφή ελληνικών αρχαιοτήτων.
Η επιλογή να αναδειχθεί το συγκεκριμένο θέμα στη Νέα Υόρκη δεν είναι τυχαία.
Η αμερικανική αγορά τέχνης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παγκοσμίως, ενώ οι συνεργασίες των ελληνικών αρχών με αμερικανικές διωκτικές και δικαστικές αρχές έχουν οδηγήσει τα προηγούμενα χρόνια σε επιστροφές αρχαιοτήτων.
Για την Αθήνα, αυτές οι περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα ότι ο επαναπατρισμός δεν χρειάζεται να οδηγεί σε διπλωματική σύγκρουση.
Μπορεί να προκύπτει μέσα από θεσμική συνεργασία.
Πολιτιστική διπλωματία: Από τη διεκδίκηση στη νέα σχέση
Αυτό ήταν τελικά και το βαθύτερο πολιτικό μήνυμα της παρέμβασης.
Η Ελλάδα επιχειρεί να μετακινήσει τη διεθνή συζήτηση για τους επαναπατρισμούς από το δίλημμα «ποιος κερδίζει και ποιος χάνει» σε μια διαφορετική λογική.
Ένα πολιτιστικό αγαθό μπορεί να επιστρέψει στον τόπο με τον οποίο συνδέεται ιστορικά και ταυτόχρονα να ανοίξει έναν νέο κύκλο συνεργασίας ανάμεσα στα εμπλεκόμενα κράτη και μουσεία.
Κοινές εκθέσεις.
Ανταλλαγές αρχαιοτήτων.
Ερευνητικά προγράμματα.
Ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
Νέες πολιτιστικές συνεργασίες.
Αυτό ακριβώς είχε συμβεί και στην περίπτωση του Fagan, όπου η επιστροφή συνοδεύθηκε από ανταλλαγές και κοινές πρωτοβουλίες Ελλάδας και Σικελίας.
Το μήνυμα της Νέας Υόρκης φτάνει μέχρι το Λονδίνο
Και τελικά, πίσω από τη μεγάλη συζήτηση για την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο ελληνικό μήνυμα.
Παρθενώνας.
Η Αθήνα επιχειρεί να δείξει ότι υπάρχουν ήδη παραδείγματα στα οποία ο διάλογος οδήγησε σε επανένωση χωρίς να διαρραγούν οι πολιτιστικές σχέσεις.
Το Fagan είναι το ισχυρότερο από αυτά.
Η UNESCO παρέχει το θεσμικό φόρουμ.
Και η ελληνική πρόταση είναι ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο δεν χρειάζεται να αποτελέσει το τέλος της σχέσης με το Βρετανικό Μουσείο.
Μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας διαφορετικής σχέσης.
Γι’ αυτό και ίσως η σημαντικότερη φράση της Μενδώνη στη Νέα Υόρκη δεν αφορά αποκλειστικά τα Γλυπτά:
«Η πολιτιστική κληρονομιά δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν παρανομίας ή αιτία διχασμού. Πρέπει να είναι γέφυρα διαλόγου, συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης».
Για την ελληνική πολιτιστική διπλωματία, το μήνυμα προς το Λονδίνο είναι σαφές: η επανένωση μπορεί να παρουσιαστεί όχι ως ρήξη, αλλά ως αφετηρία μιας νέας συνεργασίας.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο