Policy Briefs

Η Ευρώπη εκτός παιχνιδιού στο Ιράν: Ο Τραμπ διαπραγματεύεται, οι Βρυξέλλες πληρώνουν τον λογαριασμό

Η Ευρώπη εκτός παιχνιδιού στο Ιράν: Ο Τραμπ διαπραγματεύεται, οι Βρυξέλλες πληρώνουν τον λογαριασμό

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Από την ιστορική πυρηνική συμφωνία του 2015 στη διπλωματική περιθωριοποίηση του 2026 – Πώς Παρίσι, Βερολίνο και Λονδίνο έχασαν μέρος της επιρροής τους απέναντι στην Τεχεράνη, ενώ η κρίση στα Στενά του Ορμούζ απειλεί την ευρωπαϊκή οικονομία.

Από πρωταγωνιστής σε θεατή: Η μεγάλη ανατροπή για την Ευρώπη

Για σχεδόν δύο δεκαετίες, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες αποδείξεις ότι η Ευρώπη μπορούσε να διαδραματίσει αυτόνομο γεωπολιτικό ρόλο.

Η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία, η γνωστή ευρωπαϊκή τριάδα Ε3, πρωτοστάτησαν στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη ήδη από το 2003.

Ήταν οι χώρες που διατήρησαν ανοιχτούς τους διπλωματικούς διαύλους όταν η Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε με καχυποψία την προοπτική συμφωνίας.

Ήταν επίσης βασικοί συντελεστές της ιστορικής πυρηνικής συμφωνίας του 2015, η οποία επιχείρησε να περιορίσει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα με αντάλλαγμα την άρση διεθνών κυρώσεων.

Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.

Μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, η ευρωπαϊκή διπλωματία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέφυγαν την άμεση συμμετοχή στον πόλεμο, ζήτησαν αποκλιμάκωση και επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, αλλά δεν απέκτησαν αντίστοιχο ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση των εχθροπραξιών.

Το Πακιστάν αναδείχθηκε σε βασικό διαμεσολαβητή της προσωρινής συμφωνίας του Ιουνίου, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν τον κεντρικό ρόλο στις επαφές με την Τεχεράνη.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο εάν η Ευρώπη μπορεί να συμβάλει σε μια νέα πυρηνική συμφωνία, αλλά εάν διαθέτει ακόμη τα διπλωματικά εργαλεία για να επηρεάσει τους όρους της.

Το στρατηγικό χαρτί που χρησιμοποίησαν Παρίσι, Βερολίνο και Λονδίνο

Η κρίσιμη καμπή σημειώθηκε τον Αύγουστο του 2025.

Τότε, η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία ενεργοποίησαν τον μηχανισμό αυτόματης επαναφοράς κυρώσεων του ΟΗΕ, γνωστό ως «snapback», επικαλούμενες τη σοβαρή μη συμμόρφωση του Ιράν με τις δεσμεύσεις της πυρηνικής συμφωνίας.

Η διαδικασία οδήγησε στην επαναφορά προηγούμενων αποφάσεων κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας στα τέλη Σεπτεμβρίου 2025.

Η ευρωπαϊκή επιλογή είχε συγκεκριμένη νομική και πολιτική βάση.

Το Ιράν είχε υπερβεί τα συμφωνημένα όρια εμπλουτισμού ουρανίου, ενώ η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας αντιμετώπιζε σοβαρά εμπόδια στην επαλήθευση του πυρηνικού προγράμματος.

Επιπλέον, η δυνατότητα ενεργοποίησης του μηχανισμού επρόκειτο να λήξει τον Οκτώβριο του 2025.

Για τις τρεις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η μη χρησιμοποίησή του θα μπορούσε να ισοδυναμεί με οριστική απώλεια ενός σημαντικού μέσου πίεσης.

Ωστόσο, η απόφαση είχε και διπλωματικό κόστος.

Η Ευρώπη μετέτρεψε ένα διαπραγματευτικό εργαλείο σε ενεργό καθεστώς κυρώσεων, περιορίζοντας τη δυνατότητα να το χρησιμοποιήσει ξανά ως μελλοντικό αντάλλαγμα.

Η Ρωσία και η Κίνα αμφισβήτησαν τη νομιμότητα και τη διαδικασία επαναφοράς των κυρώσεων, ενώ η Τεχεράνη αντιμετώπισε την ευρωπαϊκή κίνηση ως μέρος της ευρύτερης δυτικής πολιτικής πίεσης.

Έτσι, η ευρωπαϊκή τριάδα διατήρησε τη δυνατότητα επιβολής οικονομικού κόστους στο Ιράν, αλλά είδε τον ρόλο της ως ενδιάμεσου συνομιλητή να δυσκολεύει.

Από τη συμφωνία του 2015 στη σύμπλευση με την Ουάσιγκτον

Η μεταβολή αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν συγκριθεί η σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική με την περίοδο μετά το 2018.

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από την πυρηνική συμφωνία, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχείρησαν να διατηρήσουν το πλαίσιο συνεργασίας με το Ιράν.

Παρά τις οικονομικές πιέσεις και τις αμερικανικές κυρώσεις, το Παρίσι, το Βερολίνο και το Λονδίνο υποστήριζαν ότι η συμφωνία παρέμενε χρήσιμο εργαλείο περιορισμού της πυρηνικής διάδοσης.

Το 2026, η εικόνα έχει αλλάξει.

Η ευρωπαϊκή τριάδα κινείται πολύ πιο κοντά στην αμερικανική στρατηγική κυρώσεων και διεθνούς πίεσης.

Η σύμπλευση αυτή δεν είναι απαραίτητα παράλογη.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συμμερίζονται τις ανησυχίες για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και θεωρούν αναγκαία την αποκατάσταση ουσιαστικών διεθνών ελέγχων.

Ωστόσο, δημιουργείται ένα σοβαρό διπλωματικό πρόβλημα.

Εάν η Ευρώπη εμφανίζεται στην Τεχεράνη ως πλήρως ευθυγραμμισμένη με την Ουάσιγκτον, περιορίζεται η δυνατότητά της να λειτουργήσει ως ανεξάρτητος διαμεσολαβητής.

Και χωρίς διακριτό διαπραγματευτικό ρόλο, η ευρωπαϊκή επιρροή εξαρτάται όλο και περισσότερο από αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον.

Το πυρηνικό αδιέξοδο και ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης

Το ουσιαστικό πρόβλημα παραμένει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Οι διεθνείς επιθεωρητές έχουν καταγράψει σοβαρές δυσκολίες στην πρόσβαση σε εγκαταστάσεις και στην επαλήθευση αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου.

Η ανάλυση που εξετάζει την ευρωπαϊκή διπλωματική υποχώρηση αναφέρεται σε απόθεμα 440,9 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%, για το οποίο η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει πλήρως την κατάσταση.

Η συγκεκριμένη ποσότητα και ο βαθμός εμπλουτισμού έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διεθνή κοινότητα, καθώς βρίσκονται πολύ πάνω από τα επίπεδα που προβλέπονταν στη συμφωνία του 2015.

Αυτό δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη κατασκευής πυρηνικού όπλου.

Αποτελεί, όμως, σοβαρό ζήτημα επαλήθευσης και μη διάδοσης πυρηνικών όπλων.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, το Συμβούλιο Διοικητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας ενέκρινε απόφαση για παραπομπή της υπόθεσης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η πρωτοβουλία υποστηρίχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε την πολιτική πίεση προς την Τεχεράνη, χωρίς να συνεπάγεται αυτομάτως την επιβολή νέων κυρώσεων.

Παράλληλα, οι αντιρρήσεις Ρωσίας και Κίνας καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη μια νέα ουσιαστική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η Ευρώπη βρίσκεται επομένως μπροστά σε ένα παράδοξο.

Διαθέτει θεσμική επιρροή, αλλά αυτή δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας.

Γιατί η Ευρώπη έμεινε μακριά από τον πόλεμο

Η περιορισμένη ευρωπαϊκή συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις δεν οφείλεται αποκλειστικά σε διπλωματικές αστοχίες.

Η ευρωπαϊκή στάση επηρεάστηκε και από συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες.

Πρώτη παραμένει η Ουκρανία.

Ο πόλεμος με τη Ρωσία εξακολουθεί να απορροφά σημαντικούς οικονομικούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς πόρους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Δεύτερος παράγοντας είναι η απροθυμία εμπλοκής σε μια νέα στρατιωτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν συμμετείχαν στον αρχικό σχεδιασμό των αμερικανοϊσραηλινών επιχειρήσεων και αντιμετώπισαν με επιφυλακτικότητα την προοπτική ανάληψης στρατιωτικών δεσμεύσεων χωρίς σαφές σχέδιο πολιτικής διευθέτησης.

Τρίτος παράγοντας είναι η έλλειψη ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Η Γαλλία διατήρησε ορισμένους απευθείας και έμμεσους διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη.

Άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επικεντρώθηκαν περισσότερο στις κυρώσεις, στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και στην ενεργειακή σταθερότητα.

Αυτές οι επιμέρους πρωτοβουλίες, όμως, δεν συγκρότησαν μια ενιαία διαπραγματευτική πρόταση.

Η Ευρώπη απέφυγε το στρατιωτικό κόστος της άμεσης εμπλοκής, αλλά δεν εξασφάλισε αντίστοιχη διπλωματική επιρροή στη διαδικασία αποκλιμάκωσης.

Ορμούζ: Η ενεργειακή κρίση που πληρώνει η Ευρώπη

Η απουσία της Ευρώπης από τον πυρήνα των διαπραγματεύσεων έχει άμεση οικονομική διάσταση.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Κάθε σοβαρή διαταραχή στη διέλευση δεξαμενόπλοιων μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές ενέργειας, τα ναύλα και το κόστος ασφάλισης.

Η Ευρώπη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το Ορμούζ για τις ενεργειακές της ανάγκες.

Επηρεάζεται, ωστόσο, από τις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμη και όταν οι άμεσες εισαγωγές της προέρχονται από άλλες περιοχές.

Αυτό σημαίνει ότι μια κρίση στον Περσικό Κόλπο μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα στο κόστος μεταφορών, στη βιομηχανική παραγωγή και στις τιμές καταναλωτή.

Εδώ αναδεικνύεται η σημαντικότερη αντίφαση της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Οι ευρωπαϊκές οικονομίες επηρεάζονται από τις συνέπειες μιας σύγκρουσης στην οποία οι κυβερνήσεις τους δεν είχαν καθοριστικό ρόλο ούτε στον στρατιωτικό σχεδιασμό ούτε στις βασικές διαπραγματεύσεις.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη συνεχίζουν να διαφωνούν για τη σειρά των αναγκαίων βημάτων.

Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει να συνδέσει την αποκλιμάκωση με το πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ το Ιράν επιμένει στην ανάγκη αντιμετώπισης της ασφάλειας και της λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ.

Το αδιέξοδο παραμένει.

Τραμπ και Ρούμπιο κρατούν το κέντρο των εξελίξεων

Η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια διαμόρφωσης νέας συμφωνίας.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει κατηγορήσει την Τεχεράνη ότι δεν αξιοποίησε επανειλημμένες ευκαιρίες για μια πυρηνική διευθέτηση.

Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 8 Οκτωβρίου προσωρινή αναστολή νέων επιθέσεων κατά του Ιράν πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Η ανακοίνωση αυτή δεν ισοδυναμεί με συνολική ειρηνευτική συμφωνία.

Αντιθέτως, αναδεικνύει τη στενή σύνδεση της αμερικανικής πολιτικής για το Ιράν με τις ενεργειακές τιμές, τις στρατιωτικές επιλογές και τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Για την Ευρώπη, το ζήτημα είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να μεταβάλλει τη διαπραγματευτική της στάση χωρίς οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να έχουν ουσιαστική δυνατότητα να καθορίσουν τις αποφάσεις της.

Τα τρία χαρτιά που εξακολουθούν να κρατούν οι Ευρωπαίοι

Παρά την υποχώρηση της επιρροής τους, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν εξαντλήσει όλα τα μέσα παρέμβασης.

Πρώτο χαρτί: Οι διεθνείς πυρηνικοί έλεγχοι

Οποιαδήποτε βιώσιμη συμφωνία θα χρειαστεί αξιόπιστο σύστημα επιθεωρήσεων.

Η πρόσβαση σε εγκαταστάσεις, η καταγραφή των αποθεμάτων ουρανίου και η επαλήθευση πιθανής μείωσης του εμπλουτισμού αποτελούν κρίσιμα ζητήματα.

Η Ευρώπη διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία και θεσμική εμπειρία ώστε να συμβάλει στη διαμόρφωση αυτών των μηχανισμών.

Δεύτερο χαρτί: Η οικονομική επανένταξη του Ιράν

Οι ευρωπαϊκές αγορές, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και η δυνατότητα σταδιακής άρσης περιορισμών μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά οικονομικά κίνητρα.

Η Τεχεράνη δεν ενδιαφέρεται μόνο για την άρση συγκεκριμένων αμερικανικών κυρώσεων.

Ενδιαφέρεται και για την ευρύτερη αποκατάσταση εμπορικών και οικονομικών σχέσεων.

Η Ευρώπη μπορεί να συνεισφέρει σε αυτή τη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συμφωνημένο πλαίσιο συμμόρφωσης.

Τρίτο χαρτί: Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ

Η Γαλλία και η Βρετανία παραμένουν μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Εφόσον μια νέα πυρηνική συμφωνία απαιτήσει διεθνή θεσμική επικύρωση, η συμμετοχή τους θα έχει ουσιαστική σημασία.

Ωστόσο, η δυνατότητα συμμετοχής στην τελική έγκριση δεν ταυτίζεται με τη δυνατότητα διαμόρφωσης των όρων μιας συμφωνίας από την αρχή.

Αυτή είναι και η βασική πρόκληση για την ευρωπαϊκή διπλωματία.

Η μεγάλη γεωπολιτική δοκιμασία για τις Βρυξέλλες

Η υπόθεση του Ιράν αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.

Η Ευρώπη διαθέτει σημαντική οικονομική ισχύ, θεσμική παρουσία και διπλωματική εμπειρία.

Δεν διαθέτει, όμως, πάντοτε την πολιτική ενότητα και τα στρατηγικά μέσα που απαιτούνται για να μετατρέπει αυτά τα πλεονεκτήματα σε άμεση επιρροή.

Η πυρηνική συμφωνία του 2015 αποτέλεσε παράδειγμα πολυμερούς διπλωματίας, στην οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν καθοριστική συμμετοχή.

Η κρίση του 2026 δείχνει πόσο έχει μεταβληθεί το διεθνές περιβάλλον.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι διμερείς διαπραγματεύσεις και η οικονομική πίεση έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Η ευρωπαϊκή επιλογή του μηχανισμού επαναφοράς κυρώσεων μπορεί να υποστηριχθεί ως απάντηση στις παραβιάσεις του Ιράν.

Παράλληλα, όμως, εγείρει το ερώτημα εάν η χρήση αυτού του εργαλείου περιόρισε την ευρωπαϊκή δυνατότητα να προσφέρει μια διακριτή διπλωματική διέξοδο.

Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη.

Η ιρανική στάση, η αμερικανική αποχώρηση από τη συμφωνία του 2015, οι στρατιωτικές εξελίξεις και η αντιπαράθεση των μεγάλων δυνάμεων συνέβαλαν επίσης στη σημερινή κατάσταση.

Το βέβαιο είναι ότι η Ευρώπη καλείται πλέον να αποδείξει πως μπορεί να επηρεάζει τις συμφωνίες που καθορίζουν την ασφάλεια και την οικονομία της, αντί να περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών τους.

Και στην περίπτωση του Ιράν, το διακύβευμα είναι διπλό: η αποτροπή της πυρηνικής διάδοσης και η αποκατάσταση της ενεργειακής σταθερότητας σε μια περιοχή καθοριστική για το παγκόσμιο εμπόριο.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο