Διεθνής Οικονομία

Wall Street εναντίον Τραμπ; Οι Αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι αμφισβητούν το MAGA – Το παρασκήνιο των FT

Wall Street εναντίον Τραμπ; Οι Αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι αμφισβητούν το MAGA – Το παρασκήνιο των FT

Πηγή Φωτογραφίας: Sen. Dave McCormick, R-Pa., and President Donald Trump shake hands following a roundtable at the Pennsylvania Defense and Innovation Summit, Wednesday, July 15, 2026, at the United States Army War College in Carlisle, Pa. (AP Photo/Julia Demaree Nikhinson)

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Οι επιχειρηματικοί κολοσσοί που επένδυσαν στις φοροελαφρύνσεις και την απορρύθμιση του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκονται αντιμέτωποι με το κόστος των δασμών, των γεωπολιτικών συγκρούσεων και της ρήξης με την Ευρώπη. Η παρέμβαση του επικεφαλής της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, και οι ανησυχίες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου αλλάζουν τη συζήτηση στην αμερικανική επιχειρηματική ελίτ.

Μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση καταγράφεται στους κόλπους της αμερικανικής επιχειρηματικής ελίτ, καθώς ορισμένοι από τους ισχυρότερους παράγοντες της Wall Street αρχίζουν να εκφράζουν επιφυλάξεις για την οικονομική και εξωτερική πολιτική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Σε άρθρο γνώμης στους Financial Times, στις 16 Οκτωβρίου 2026, η πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Καναδά Κρίστια Φρίλαντ περιγράφει την αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες των μεγάλων αμερικανικών επιχειρήσεων και στις συνέπειες της πολιτικής του Λευκού Οίκου.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα πολιτικοοικονομικό φαινόμενο που η αρθρογράφος χαρακτηρίζει «πλουτολαϊκισμό»: η σύμπραξη οικονομικά ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων με ένα πολιτικό κίνημα που αντλεί τη δύναμή του από τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις ελίτ και την παγκοσμιοποίηση.

Η βασική αντίφαση, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι ότι πολλές επιχειρήσεις υποστήριξαν τον Τραμπ προσδοκώντας χαμηλότερους φόρους, λιγότερους κανονισμούς και ευνοϊκότερες συνθήκες κερδοφορίας, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωπες με εμπορικές συγκρούσεις και αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο εάν οι επιχειρηματικοί ηγέτες διαφωνούν με επιμέρους αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου, αλλά και εάν αυτές οι διαφωνίες θα μετατραπούν σε δημόσιες παρεμβάσεις.

Η επιχειρηματική συμμαχία με τον Τραμπ και οι αρχικές προσδοκίες

Η σχέση του Τραμπ με σημαντικά τμήματα της αμερικανικής επιχειρηματικής κοινότητας βασίστηκε σε συγκεκριμένες οικονομικές προσδοκίες.

Οι φορολογικές ελαφρύνσεις, η χαλάρωση κανονιστικών περιορισμών και η προοπτική περιορισμού του κόστους συμμόρφωσης αποτέλεσαν σημαντικούς παράγοντες υποστήριξης της οικονομικής του ατζέντας.

Παράλληλα, η σκληρότερη στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση για φορολογικά και ρυθμιστικά ζητήματα αντιμετωπίστηκε θετικά από επιχειρήσεις που θεωρούσαν ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες επιβάρυναν δυσανάλογα τις αμερικανικές εταιρείες.

Ωστόσο, η επιχειρηματική υποστήριξη δεν ήταν ποτέ απολύτως ενιαία.

Διαφορετικοί κλάδοι έχουν διαφορετικά συμφέροντα: οι εταιρείες με ισχυρή εγχώρια παραγωγή ενδέχεται να βλέπουν οφέλη σε ορισμένα προστατευτικά μέτρα, ενώ οι πολυεθνικές επιχειρήσεις εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις διεθνείς αγορές και τις διασυνοριακές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Αυτή η διαφοροποίηση βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της συζήτησης για τις συνέπειες της οικονομικής πολιτικής του Τραμπ.

Οι δασμοί και η σύγκρουση με την Ευρώπη

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία τριβής αφορά την εμπορική πολιτική.

Οι μονομερείς δασμολογικές αποφάσεις της Ουάσιγκτον έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από εμπορικούς εταίρους και αβεβαιότητα για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε πολλές αγορές.

Οι δασμοί μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά για συγκεκριμένους παραγωγούς, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουν το κόστος εισαγόμενων εξαρτημάτων και δημιουργούν κινδύνους αντιποίνων.

Για τις αμερικανικές πολυεθνικές, η Ευρώπη παραμένει κρίσιμη αγορά, πηγή επενδύσεων και στρατηγικός εταίρος.

Η ένταση στις διατλαντικές σχέσεις, επομένως, δεν αποτελεί μόνο διπλωματικό ζήτημα.

Μπορεί να επηρεάσει την κερδοφορία, τις επενδυτικές αποφάσεις και τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου επιχειρηματικού σχεδιασμού.

Η Φρίλαντ υποστηρίζει ότι η πολιτική σύγκρουση της κυβέρνησης Τραμπ με παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα επιχειρήσεων που στηρίζονται στο διεθνές εμπόριο.

Τζέιμι Ντάιμον: Η παρέμβαση που επαναφέρει τη διατλαντική συνεργασία

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δημόσια παρέμβαση του Τζέιμι Ντάιμον, διευθύνοντος συμβούλου της JPMorgan Chase.

Ο επικεφαλής ενός από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους παγκοσμίως έχει ταχθεί υπέρ μιας ευρείας εμπορικής συμφωνίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η πρόταση αυτή κινείται προς την κατεύθυνση της βαθύτερης οικονομικής συνεργασίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιλέξει πιο συγκρουσιακή εμπορική προσέγγιση.

Ο Ντάιμον δεν παρουσίασε την πρωτοβουλία του ως προσωπική αντιπαράθεση με τον πρόεδρο.

Αντιθέτως, επέλεξε διατύπωση που παραπέμπει στη γνωστή πολιτική ορολογία του Τραμπ, μιλώντας για μια μεγάλη και ολοκληρωμένη συμφωνία.

Ωστόσο, η ουσία της πρότασης διαφέρει από την κατεύθυνση των μονομερών εμπορικών περιορισμών.

Η Φρίλαντ ερμηνεύει την παρέμβαση ως ένδειξη ότι σημαντικοί επιχειρηματικοί παράγοντες επιθυμούν να διατηρήσουν ή να αποκαταστήσουν ισχυρότερους οικονομικούς δεσμούς με την Ευρώπη.

Η σημασία της τοποθέτησης βρίσκεται κυρίως στο ότι προέρχεται από έναν κορυφαίο τραπεζίτη με σημαντική επιρροή στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Δεν αποτελεί, πάντως, απόδειξη ότι το σύνολο της Wall Street έχει αλλάξει πολιτική στάση.

Το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ και το κόστος της γεωπολιτικής αβεβαιότητας

Στην οικονομική ανάλυση προστίθεται και ο παράγοντας της γεωπολιτικής αστάθειας.

Οι στρατιωτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν επηρεάσει το διεθνές ενεργειακό περιβάλλον.

Για τις επιχειρήσεις, η αβεβαιότητα γύρω από τις θαλάσσιες μεταφορές και την προσφορά ενέργειας μπορεί να μεταφραστεί σε υψηλότερα κόστη και μεγαλύτερη μεταβλητότητα.

Οι ενεργειακές τιμές επηρεάζουν τις μεταφορές, τη βιομηχανική παραγωγή και τις καταναλωτικές δαπάνες.

Η Φρίλαντ συνδέει τις εξελίξεις αυτές με την ευρύτερη κριτική της προς την εξωτερική πολιτική του Λευκού Οίκου.

Η επιχειρηματολογία της είναι ότι οι εταιρείες που επιδιώκουν σταθερότητα και προβλεψιμότητα δυσκολεύονται να σχεδιάσουν επενδύσεις σε ένα περιβάλλον συνεχών γεωπολιτικών ανατροπών.

Ουκρανία και Πούτιν: Η διαφωνία αποκτά στρατηγική διάσταση

Η σχέση της κυβέρνησης Τραμπ με τη Ρωσία αποτελεί ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης.

Η Φρίλαντ επικρίνει έντονα την προσέγγιση της Ουάσιγκτον απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν και θεωρεί ότι οι αμερικανικές επιλογές για την Ουκρανία αποδυναμώνουν τις σχέσεις με την Ευρώπη.

Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση της αρθρογράφου, η οποία έχει διατελέσει υψηλόβαθμο στέλεχος της καναδικής κυβέρνησης και έχει εμπλακεί προσωπικά σε διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ίδια αναφέρεται επίσης σε δημόσιες αντιδράσεις Ρεπουμπλικανών στελεχών απέναντι σε πλευρές της αμερικανικής πολιτικής για την Ουκρανία.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο πρώην αντιπρόεδρος Μάικ Πενς και ο πρώην ειδικός απεσταλμένος για την Ουκρανία Κιθ Κέλογκ.

Η συζήτηση υπερβαίνει τις προσωπικές διαφωνίες.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι αμερικανικές επιχειρήσεις αξιολογούν τη σημασία των συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ασφάλειας και της διεθνούς σταθερότητας για τα μακροπρόθεσμα οικονομικά τους συμφέροντα.

Το παρασκήνιο των FT: Ιδιωτική δυσαρέσκεια, δημόσια σιωπή

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του άρθρου των Financial Times αφορά τις προσωπικές συνομιλίες που περιγράφει η Φρίλαντ με Αμερικανούς επιχειρηματικούς ηγέτες.

Η αρθρογράφος αναφέρει ότι έχει συζητήσει με περισσότερους από δώδεκα διευθύνοντες συμβούλους, οι οποίοι εξέφρασαν ιδιωτικά τη δυσφορία τους για την πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης.

Κατά την περιγραφή της, ορισμένοι θεωρούν ότι οι κινήσεις του Λευκού Οίκου βλάπτουν τόσο τα αμερικανικά συμφέροντα όσο και τις διεθνείς σχέσεις.

Αναφέρει επίσης περίπτωση συντηρητικού επενδυτή ιδιωτικών κεφαλαίων στη Νέα Υόρκη, με φιλικές σχέσεις προς την οικογένεια Τραμπ, ο οποίος εξέφρασε ανησυχία για την εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών και υποστήριξε την ανάγκη αποκατάστασης της διατλαντικής συνεργασίας.

Οι συνομιλίες αυτές αποτελούν μαρτυρίες που μεταφέρει η αρθρογράφος και όχι αντιπροσωπευτική έρευνα της αμερικανικής επιχειρηματικής κοινότητας.

Ωστόσο, αναδεικνύουν ένα σημαντικό πολιτικό ζήτημα: τη διαφορά ανάμεσα σε όσα ενδέχεται να συζητούν ιδιωτικά οι επιχειρηματικοί ηγέτες και σε όσα είναι διατεθειμένοι να δηλώσουν δημόσια.

Γιατί οι ισχυροί της Wall Street αποφεύγουν τη δημόσια σύγκρουση

Η δημόσια κριτική προς έναν εν ενεργεία πρόεδρο μπορεί να συνεπάγεται σημαντικούς επιχειρηματικούς κινδύνους.

Μεγάλες εταιρείες εξαρτώνται από κρατικές συμβάσεις, ρυθμιστικές αποφάσεις, άδειες, ελέγχους και τη γενικότερη σχέση τους με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Αυτό δημιουργεί ισχυρά κίνητρα προσεκτικής δημόσιας τοποθέτησης.

Η Φρίλαντ περιγράφει στελέχη που θεωρούν ότι η χρονική στιγμή μιας παρέμβασης έχει ιδιαίτερη σημασία.

Αν μια επιχείρηση εκφράσει έντονη κριτική πολύ νωρίς, μπορεί να φοβάται πολιτικές ή οικονομικές συνέπειες.

Αν τοποθετηθεί πολύ αργά, ενδέχεται να έχει χάσει την ευκαιρία να επηρεάσει τις εξελίξεις.

Η ίδια εκτιμά ότι μια μεταβολή των πολιτικών ισορροπιών μετά τις ενδιάμεσες εκλογές θα μπορούσε να ενθαρρύνει περισσότερα στελέχη να εκφράσουν ανοιχτά τις επιφυλάξεις τους.

Αυτό παραμένει εκτίμηση και όχι επιβεβαιωμένη μελλοντική εξέλιξη.

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και το μεγάλο επιχειρηματικό στοίχημα

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις 3 Νοεμβρίου 2026, αποτελούν κρίσιμο πολιτικό ορόσημο.

Το αποτέλεσμα θα καθορίσει τη σύνθεση του Κογκρέσου και θα επηρεάσει τις δυνατότητες της κυβέρνησης να προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Για τις μεγάλες επιχειρήσεις, οι εκλογές έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή ενδέχεται να αλλάξουν τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες, τις προτεραιότητες εποπτείας και το πλαίσιο διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση.

Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσίευμα των Times, στελέχη μεγάλων εταιρειών ανησυχούν για το ενδεχόμενο εντατικότερων ερευνών γύρω από τις σχέσεις επιχειρήσεων και κυβέρνησης εάν αλλάξει ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Οι ανησυχίες αυτές περιλαμβάνουν πιθανές κοινοβουλευτικές ακροάσεις, αιτήματα εγγράφων και ελέγχους σχετικά με κρατικές συμβάσεις ή ρυθμιστικά προνόμια.

Οι εξελίξεις εξαρτώνται από το εκλογικό αποτέλεσμα και από τις αποφάσεις των αρμόδιων θεσμών.

Η μεγάλη αντίφαση του «πλουτολαϊκισμού»

Ο όρος «πλουτολαϊκισμός» περιγράφει, στο πλαίσιο της ανάλυσης των FT, μια πολιτική συμμαχία που συνδυάζει τη στήριξη ισχυρών οικονομικών συμφερόντων με μια λαϊκιστική πολιτική ρητορική.

Οι επιχειρηματικές ελίτ μπορεί να επιδιώκουν χαμηλότερους φόρους και λιγότερη ρύθμιση, ενώ η λαϊκιστική πολιτική βάση μπορεί να απαιτεί προστατευτισμό, περιορισμό των εισαγωγών και αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης.

Οι δύο κατευθύνσεις δεν είναι πάντοτε συμβατές.

Μια εταιρεία μπορεί να ωφελείται από φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά να επιβαρύνεται από υψηλότερους δασμούς στα εξαρτήματα που εισάγει.

Αντίστοιχα, μπορεί να υποστηρίζει λιγότερους κανονισμούς, αλλά να χρειάζεται σταθερές διεθνείς συμφωνίες για να αναπτύσσει τις δραστηριότητές της.

Η ανάλυση της Φρίλαντ εστιάζει ακριβώς σε αυτή την αντίφαση.

Το οικονομικό όφελος από ορισμένες κυβερνητικές πολιτικές δεν εξαλείφει απαραίτητα το κόστος άλλων αποφάσεων.

Τι σημαίνει για την Ευρώπη και την Ελλάδα

Η συζήτηση στους κόλπους της αμερικανικής επιχειρηματικής κοινότητας έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν βασικό εμπορικό και επενδυτικό εταίρο της Ευρώπης.

Μια ισχυρότερη επιχειρηματική υποστήριξη προς τη διατλαντική συνεργασία θα μπορούσε να ενισχύσει τις πιέσεις για σταθερότερους εμπορικούς κανόνες και νέες οικονομικές συμφωνίες.

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις συνδέονται με τις εξαγωγές, τις επενδύσεις, τη ναυτιλία, την ενέργεια και την ευρύτερη οικονομική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σταθερότητα στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε διασυνοριακές αλυσίδες αξίας.

Ιδιαίτερα για τη ναυτιλία και τον ενεργειακό τομέα, οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν να επηρεάσουν τα κόστη μεταφοράς, τις εμπορικές ροές και τις επενδυτικές αποφάσεις.

Ωστόσο, οποιαδήποτε αλλαγή στην αμερικανική επιχειρηματική στάση δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής.

Η επόμενη ημέρα για την αμερικανική επιχειρηματική ελίτ

Η παρέμβαση των Financial Times αναδεικνύει μια συζήτηση που μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.

Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αξιολογούν την κυβέρνηση Τραμπ με βάση ένα σύνθετο σύνολο συμφερόντων, από τη φορολογία και τη ρύθμιση έως το εμπόριο και τη διεθνή ασφάλεια.

Η δημόσια πρόταση του Τζέιμι Ντάιμον για ευρύτερη συνεργασία ΗΠΑ–ΕΕ δείχνει ότι υπάρχουν ισχυρές φωνές υπέρ της διατλαντικής οικονομικής ολοκλήρωσης.

Οι ιδιωτικές συνομιλίες που περιγράφει η Φρίλαντ υποδηλώνουν δυσαρέσκεια σε ορισμένους επιχειρηματικούς κύκλους, χωρίς να τεκμηριώνουν γενικευμένη ρήξη της Wall Street με τον Λευκό Οίκο.

Το κεντρικό ζήτημα είναι εάν η αμερικανική επιχειρηματική κοινότητα θα συνεχίσει να δίνει προτεραιότητα στα άμεσα οφέλη της οικονομικής πολιτικής Τραμπ ή εάν θα επιδιώξει δημόσια μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο διεθνές εμπόριο και στις σχέσεις με τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου θα αποτελέσουν σημαντικό σταθμό για αυτή τη συζήτηση, αλλά η μελλοντική στάση των επιχειρηματικών ηγετών θα εξαρτηθεί και από την πορεία της οικονομίας, τις κυβερνητικές αποφάσεις και τις διεθνείς εξελίξεις.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο