Διεθνής Οικονομία

Κίνα: Ο εφιάλτης του Σι Τζινπίνγκ – Το κραχ των ακινήτων απειλεί να «σβήσει» δεκαετίες ανάπτυξης

Κίνα: Ο εφιάλτης του Σι Τζινπίνγκ – Το κραχ των ακινήτων απειλεί να «σβήσει» δεκαετίες ανάπτυξης

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Κίνα: Ο εφιάλτης του Σι Τζινπίνγκ – Το κραχ των ακινήτων απειλεί να «σβήσει» δεκαετίες ανάπτυξης

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Αποκαλυπτική ανάλυση των Financial Times για τον κίνδυνο η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου να ακολουθήσει την Ιαπωνία των «χαμένων δεκαετιών» – Κατάρρευση 78% στις νέες οικοδομές, χρέος 300% του ΑΕΠ, αποπληθωρισμός και ένα τεράστιο στοίχημα στην τεχνητή νοημοσύνη.

Η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα οικονομικό σενάριο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια φαινόταν σχεδόν αδιανόητο: να μετατραπεί από την ταχύτερα αναπτυσσόμενη μεγάλη οικονομική δύναμη του πλανήτη σε μια χώρα παρατεταμένης στασιμότητας, επαναλαμβάνοντας την εμπειρία της Ιαπωνίας μετά την κατάρρευση της φούσκας των ακινήτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Το ενδεχόμενο αυτό εξετάζουν οι Financial Times σε εκτενή ανάλυσή τους, θέτοντας ένα κρίσιμο ερώτημα για την παγκόσμια οικονομία: Μπορεί η Κίνα να αποφύγει τις «χαμένες δεκαετίες» της Ιαπωνίας ή έχει ήδη εισέλθει σε μια ανάλογη περίοδο οικονομικής επιβράδυνσης;

Η απάντηση δεν αφορά μόνο το Πεκίνο.

Αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, τις αλυσίδες εφοδιασμού, τις εξαγωγές και την παγκόσμια γεωπολιτική ισορροπία.

Για τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο: η δυνατότητα της Κίνας να διατηρήσει την οικονομική της δυναμική και να αμφισβητήσει μακροπρόθεσμα την αμερικανική οικονομική πρωτοκαθεδρία.

Η Κίνα βλέπει στον καθρέφτη της την Ιαπωνία του 1990

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Ιαπωνία θεωρούνταν από πολλούς οικονομολόγους η χώρα που θα μπορούσε να ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι ιαπωνικές επιχειρήσεις κυριαρχούσαν σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα ηλεκτρονικά, ενώ οι τιμές των ακινήτων και των μετοχών κατέγραφαν εντυπωσιακή άνοδο.

Η κατάρρευση της χρηματοπιστωτικής και κτηματομεσιτικής φούσκας άλλαξε την πορεία της οικονομίας.

Οι επιχειρήσεις άρχισαν να περιορίζουν τον δανεισμό, τα νοικοκυριά συγκράτησαν την κατανάλωση και η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με παρατεταμένη χαμηλή ανάπτυξη και αποπληθωριστικές πιέσεις.

Η περίοδος αυτή έμεινε γνωστή ως οι «χαμένες δεκαετίες» της Ιαπωνίας.

Σήμερα, αρκετοί οικονομικοί δείκτες της Κίνας παρουσιάζουν ανησυχητικές ομοιότητες.

Η αγορά ακινήτων έχει υποστεί βαθιά διόρθωση, η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει ασθενής, το χρέος είναι ιδιαίτερα υψηλό και η δημογραφική συρρίκνωση δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι οι δύο οικονομίες είναι ταυτόσημες.

Ωστόσο, αναδεικνύει έναν κίνδυνο που το Πεκίνο προσπαθεί να αντιμετωπίσει εδώ και χρόνια.

Κατάρρευση 78% στις νέες οικοδομές – Η φούσκα που άλλαξε τα πάντα

Η σημαντικότερη πηγή οικονομικής πίεσης βρίσκεται στην αγορά ακινήτων.

Για πολλά χρόνια, η κατασκευή κατοικιών, οι επενδύσεις σε γη και η ανάπτυξη νέων αστικών περιοχών αποτέλεσαν βασικούς κινητήρες της κινεζικής οικονομίας.

Στο αποκορύφωμα της άνθησης, ο ευρύτερος κλάδος των ακινήτων αντιπροσώπευε περίπου το ένα τρίτο της οικονομικής δραστηριότητας, σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλούνται οι Financial Times.

Όταν η φούσκα άρχισε να καταρρέει το 2021, οι συνέπειες εξαπλώθηκαν σε πολλούς τομείς.

Σύμφωνα με στοιχεία της Macquarie, οι ενάρξεις νέων κατοικιών έχουν μειωθεί κατά 78% από το υψηλότερο επίπεδό τους.

Η πτώση είναι εντυπωσιακή ακόμη και σε σύγκριση με προηγούμενες μεγάλες κρίσεις ακινήτων.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι νέες οικοδομές μειώθηκαν περίπου 73% κατά την περίοδο 2005–2009, ενώ στην Ιαπωνία η αντίστοιχη υποχώρηση έφθασε περίπου το 65% σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Η κατάρρευση της κινεζικής αγοράς δεν επηρεάζει μόνο τις κατασκευαστικές εταιρείες.

Πλήττει προμηθευτές οικοδομικών υλικών, τοπικές κυβερνήσεις, τράπεζες και νοικοκυριά που έχουν επενδύσει μεγάλο μέρος της περιουσίας τους σε κατοικίες.

Όταν οι τιμές των ακινήτων υποχωρούν, περιορίζεται η αίσθηση οικονομικής ασφάλειας των ιδιοκτητών.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη κατανάλωση και μεγαλύτερη αποταμίευση, ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο της επιβράδυνσης.

Χρέος 300% του ΑΕΠ: Η παγίδα που απειλεί την ανάπτυξη

Το συνολικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος της Κίνας προσεγγίζει το 300% του ΑΕΠ, σύμφωνα με υπολογισμούς της Capital Economics.

Το μέγεθος αυτό αναδεικνύει την εξάρτηση του προηγούμενου μοντέλου ανάπτυξης από τον δανεισμό.

Για δεκαετίες, οι επενδύσεις σε υποδομές, ακίνητα και βιομηχανικές εγκαταστάσεις χρηματοδοτούνταν σε μεγάλο βαθμό μέσω πιστώσεων.

Το μοντέλο λειτούργησε όσο οι επενδύσεις δημιουργούσαν υψηλή ανάπτυξη και οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων αυξάνονταν.

Όμως όταν η οικονομική δυναμική υποχωρεί, η αποπληρωμή του χρέους γίνεται δυσκολότερη.

Επιχειρήσεις και νοικοκυριά αρχίζουν να περιορίζουν τις δαπάνες τους για να μειώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να είναι λογική για κάθε μεμονωμένο δανειολήπτη, αλλά όταν υιοθετείται ταυτόχρονα από μεγάλο μέρος της οικονομίας, περιορίζει τη συνολική ζήτηση.

Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ιαπωνία μετά το 1990.

«Ύφεση ισολογισμών»: Ο οικονομικός μηχανισμός που φοβάται το Πεκίνο

Ο οικονομολόγος Ρίτσαρντ Κου, επικεφαλής οικονομολόγος του Nomura Research Institute, χρησιμοποιεί τον όρο «ύφεση ισολογισμών» για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία.

Η έννοια αναπτύχθηκε για να εξηγήσει την ιαπωνική κρίση.

Σε μια τέτοια κατάσταση, ακόμη και τα χαμηλά επιτόκια δεν αρκούν για να ενθαρρύνουν νέο δανεισμό.

Οι επιχειρήσεις προτιμούν να αποπληρώνουν τα χρέη τους αντί να χρηματοδοτούν νέες επενδύσεις.

Τα νοικοκυριά αποταμιεύουν αντί να καταναλώνουν.

Η ζήτηση εξασθενεί και οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αυξήσουν τις τιμές ή τους μισθούς.

Ο Κου θεωρεί ότι η Κίνα εμφανίζει πλέον σημαντικά χαρακτηριστικά αυτής της οικονομικής παγίδας.

Η συνολική αύξηση των εκκρεμών δανείων σε γουάν επιβραδύνθηκε στο 4,8% τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας ιστορικά χαμηλό ρυθμό.

Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι ο τραπεζικός δανεισμός προς τα νοικοκυριά παρουσίασε ετήσια μείωση τον Αύγουστο, για πρώτη φορά σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία.

Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά την προσφορά χρηματοδότησης.

Αφορά και την προθυμία των πολιτών να αναλάβουν νέες οικονομικές υποχρεώσεις.

Οι Κινέζοι έχουν χρήματα, αλλά φοβούνται να τα ξοδέψουν

Η ανάλυση των Financial Times παρουσιάζει την περίπτωση ενός 29χρονου μηχανικού ημιαγωγών στη Σαγκάη.

Ο εργαζόμενος, που αναφέρεται ως Xu, απασχολείται σε έναν από τους πιο στρατηγικούς και επιδοτούμενους κλάδους της κινεζικής οικονομίας.

Παρά τις σχετικά καλές επαγγελματικές προοπτικές του, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στις καταναλωτικές δαπάνες.

«Κι εγώ αισθάνομαι πλέον μεγαλύτερη πίεση, επομένως είμαι λιγότερο διατεθειμένος να βγαίνω έξω και να ξοδεύω χρήματα», αναφέρει.

Η μαρτυρία αποτυπώνει μια ευρύτερη μεταβολή στην οικονομική συμπεριφορά.

Ακόμη και εργαζόμενοι σε δυναμικούς τεχνολογικούς κλάδους ανησυχούν για την ασφάλεια της απασχόλησης, τις τιμές των ακινήτων και το κόστος της μελλοντικής διαβίωσης.

Η περιορισμένη κοινωνική προστασία ενισχύει την ανάγκη αποταμίευσης για υγεία, εκπαίδευση και συνταξιοδότηση.

Έτσι, σημαντικό μέρος του εισοδήματος παραμένει εκτός της καταναλωτικής οικονομίας.

Η Κίνα αντιμετωπίζει επομένως ένα πρόβλημα εμπιστοσύνης που δεν μπορεί να λυθεί αποκλειστικά με την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής.

Ανεργία νέων 18,9% – Η γενιά που χάνει την αισιοδοξία της

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στην αγορά εργασίας των νέων.

Τον Αύγουστο του 2026, η ανεργία των νέων διαμορφώθηκε στο 18,9%, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα.

Το ποσοστό είναι υψηλό και αντανακλά τις δυσκολίες εισόδου στην αγορά εργασίας.

Παράλληλα, η συνολική επίσημη αστική ανεργία κινείται γύρω στο 5%.

Η απόκλιση δείχνει ότι οι νέες γενιές αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες πιέσεις, ακόμη και όταν οι γενικοί οικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν μεγαλύτερη σταθερότητα.

Οι δυσκολίες εύρεσης εργασίας επηρεάζουν τις αποφάσεις για αγορά κατοικίας, δημιουργία οικογένειας και κατανάλωση.

Στην Ιαπωνία της δεκαετίας του 1990, η παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα συνδέθηκε με μια περίοδο ιδιαίτερα δύσκολης επαγγελματικής αποκατάστασης.

Σήμερα, παρόμοιες εκφράσεις αρχίζουν να χρησιμοποιούνται και στην Κίνα.

Η σύγκριση αυτή αποτελεί ένα ακόμη προειδοποιητικό σημάδι για την κοινωνική διάσταση της οικονομικής επιβράδυνσης.

Δημογραφικός συναγερμός: Η Κίνα γερνά πριν ολοκληρώσει την οικονομική της άνοδο

Η δημογραφική εξέλιξη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μακροπρόθεσμους περιορισμούς.

Ο πληθυσμός της Ιαπωνίας άρχισε να μειώνεται το 2009.

Στην Κίνα, η μείωση ξεκίνησε το 2022.

Η συρρίκνωση του πληθυσμού και η γήρανση του εργατικού δυναμικού επηρεάζουν την προσφορά εργασίας, τη ζήτηση κατοικιών και τη βιωσιμότητα των κοινωνικών συστημάτων.

Λιγότεροι νέοι εργαζόμενοι σημαίνουν δυνητικά χαμηλότερη αύξηση της παραγωγής, εκτός εάν η παραγωγικότητα ενισχυθεί αρκετά ώστε να αντισταθμίσει τη δημογραφική πίεση.

Παράλληλα, η αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων δημιουργεί μεγαλύτερες ανάγκες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη.

Η Κίνα βρίσκεται σε δυσκολότερη εισοδηματική θέση από εκείνη της Ιαπωνίας όταν άρχισε η δική της περίοδος στασιμότητας.

Αυτό καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την αποτελεσματική διαχείριση της δημογραφικής μετάβασης.

Goldman Sachs: Η Κίνα εμφανίζεται πιο «ιαπωνοποιημένη» από την Ιαπωνία

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διαπίστωση προέρχεται από την Goldman Sachs.

Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα έχει επικαιροποιήσει έναν δείκτη «ιαπωνοποίησης», ο οποίος εξετάζει χαρακτηριστικά όπως η αδύναμη ανάπτυξη, ο αποπληθωρισμός και η κατάσταση των αγορών.

Σύμφωνα με την ανάλυσή της, η Κίνα εμφανίζεται τα τελευταία πέντε χρόνια περισσότερο «ιαπωνοποιημένη» από την ίδια την Ιαπωνία.

Η διαπίστωση δεν σημαίνει ότι η κινεζική οικονομία έχει ήδη εισέλθει σε μια περίοδο τριάντα ετών στασιμότητας.

Δείχνει, ωστόσο, ότι ορισμένες από τις συνθήκες που χαρακτήρισαν την ιαπωνική εμπειρία έχουν εμφανιστεί και στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Το ερώτημα είναι εάν οι κινεζικές αρχές θα μπορέσουν να αναστρέψουν αυτές τις τάσεις προτού παγιωθούν.

Το παράδοξο: Η Κίνα εξάγει όσο ποτέ, αλλά η εσωτερική αγορά ασφυκτιά

Παρά την αδυναμία της εγχώριας ζήτησης, η Κίνα εξακολουθεί να παρουσιάζει εντυπωσιακή εξαγωγική επίδοση.

Το εμπορικό πλεόνασμα έφθασε περίπου τα 1,2 τρισ. δολάρια το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times.

Πρόκειται για ιστορικά υψηλό επίπεδο.

Η ισχυρή εξαγωγική δραστηριότητα συμβάλλει στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης, ακόμη και όταν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις στο εσωτερικό της χώρας εμφανίζονται επιφυλακτικοί.

Η κινεζική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 4,5% σε ετήσια βάση το τρίτο τρίμηνο του 2026, με τις εξαγωγές να αποτελούν σημαντικό παράγοντα στήριξης.

Ωστόσο, η εξάρτηση από τη διεθνή ζήτηση δημιουργεί νέους κινδύνους.

Οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας, κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκφράζουν ανησυχίες για την υπερπαραγωγή και την επίδραση των φθηνών κινεζικών προϊόντων στις δικές τους βιομηχανίες.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετους δασμούς, εμπορικούς περιορισμούς και εντάσεις.

Η εξαγωγική επιτυχία προσφέρει χρόνο στο Πεκίνο, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αποκατάσταση της εγχώριας κατανάλωσης.

Το Πεκίνο ποντάρει σε τεχνητή νοημοσύνη, τσιπ και βιομηχανική κυριαρχία

Η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ της σημερινής Κίνας και της Ιαπωνίας της δεκαετίας του 1990 βρίσκεται στη βιομηχανική και τεχνολογική στρατηγική.

Η κινεζική κυβέρνηση έχει επιλέξει να επενδύσει συστηματικά σε κλάδους που θεωρεί καθοριστικούς για τη μελλοντική οικονομική και γεωπολιτική ισχύ της χώρας.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη, τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες και οι προηγμένες τεχνολογίες παραγωγής.

Το Πεκίνο θεωρεί ότι αυτές οι επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν νέες πηγές ανάπτυξης και να μειώσουν την τεχνολογική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ένας Κινέζος κυβερνητικός σύμβουλος, μιλώντας ανώνυμα στους Financial Times, υποστήριξε ότι η χώρα έχει ακολουθήσει συνειδητά διαφορετική στρατηγική από την Ιαπωνία.

«Η Κίνα είναι διαφορετική. Το κάναμε αυτό σκόπιμα», ανέφερε.

Και πρόσθεσε:

«Δεν περιμέναμε να σκάσει μόνη της η φούσκα των ακινήτων. Το προκαλέσαμε σκόπιμα, προληπτικά».

Κατά την ίδια πηγή, η ηγεσία θεωρεί ότι οι σημερινές οικονομικές θυσίες μπορούν να αποδώσουν μακροπρόθεσμα μέσω της τεχνολογικής αναβάθμισης.

«Πιστεύουν ότι αυτή η κάμψη δεν θα διαρκέσει πολύ», ανέφερε ο σύμβουλος.

Η εκτίμηση αυτή εκφράζει την οπτική της συγκεκριμένης πηγής και όχι μια βεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας.

Η μεγάλη διαφορά με την Ιαπωνία: Η Κίνα δεν εγκαταλείπει τη μεταποίηση

Ο Άντριου Τίλτον, επικεφαλής οικονομολόγος Ασίας και Ειρηνικού της Goldman Sachs, επισημαίνει ότι η Κίνα διατηρεί ισχυρή προσήλωση στην ανταγωνιστικότητα της μεταποίησης.

«Η Κίνα έχει καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να διασφαλίσει ότι ο μεταποιητικός της τομέας παραμένει ανταγωνιστικός και διατηρεί το μερίδιό του στην αγορά», σημειώνει.

Τα στοιχεία υποστηρίζουν τη σημασία αυτής της διαφοροποίησης.

Το μερίδιο της Ιαπωνίας στην παγκόσμια μεταποιητική προστιθέμενη αξία μειώθηκε από περίπου 23% το 1995 σε 11% το 2010.

Αντίθετα, το αντίστοιχο μερίδιο της Κίνας ανερχόταν περίπου στο 28% το 2024.

Από την έναρξη των εμπορικών εντάσεων ΗΠΑ–Κίνας το 2018, οι κινεζικές εξαγωγές έχουν αυξηθεί περίπου 52%, σύμφωνα με ανάλυση της Macquarie.

Το εμπορικό πλεόνασμα αγαθών έχει υπερτριπλασιαστεί.

Αυτή η βιομηχανική ανθεκτικότητα αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η Κίνα δεν είναι καταδικασμένη να ακολουθήσει την ιαπωνική πορεία.

Ο κίνδυνος των «εταιρειών-ζόμπι»

Η διατήρηση υψηλής βιομηχανικής παραγωγής δεν είναι απαλλαγμένη από προβλήματα.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει προειδοποιήσει για τον κίνδυνο αύξησης των λεγόμενων «εταιρειών-ζόμπι» στην Ασία.

Πρόκειται για επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να καλύψουν τις χρηματοοικονομικές τους υποχρεώσεις, αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν χάρη στην ευνοϊκή χρηματοδότηση ή σε άλλες μορφές στήριξης.

Η διατήρηση τέτοιων επιχειρήσεων μπορεί να περιορίσει την αποτελεσματική κατανομή κεφαλαίων.

Επενδύσεις και πιστώσεις κατευθύνονται σε δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας, αντί να χρηματοδοτούν νέες, δυναμικές επιχειρήσεις.

Στην Κίνα, η ισχυρή κρατική στήριξη ορισμένων βιομηχανικών κλάδων δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο η παραγωγική επέκταση ανταποκρίνεται στην πραγματική ζήτηση.

Η πρόκληση είναι να ενισχυθούν οι στρατηγικές βιομηχανίες χωρίς να δημιουργηθούν νέες ανισορροπίες.

Το λάθος της Ιαπωνίας που δεν θέλει να επαναλάβει ο Σι Τζινπίνγκ

Ο Ρίτσαρντ Κου θεωρεί ότι η βασική απάντηση σε μια ύφεση ισολογισμών είναι η ενεργότερη δημοσιονομική παρέμβαση.

Όταν επιχειρήσεις και νοικοκυριά μειώνουν τα χρέη τους, το κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει τις διαθέσιμες αποταμιεύσεις για να στηρίξει τη ζήτηση.

Κατά τον οικονομολόγο, η απλή μείωση των επιτοκίων δεν αρκεί όταν οι ιδιωτικοί φορείς δεν επιθυμούν να δανειστούν.

Η κινεζική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει μέτρα στήριξης της κατανάλωσης, μεταξύ άλλων επιδοτήσεις για την αγορά οικιακών συσκευών και άλλων προϊόντων.

Ωστόσο, ο Κου θεωρεί ότι τα μέτρα δεν έχουν την απαιτούμενη κλίμακα.

«Πολλοί άνθρωποι στην Κίνα κατανοούν πλήρως την ανάγκη δημοσιονομικής τόνωσης, αλλά η κυβέρνηση εξακολουθεί να μην προσαρμόζει πλήρως τη στάση της», υποστηρίζει.

Και συνεχίζει:

«Έχει κάνει κάποια πράγματα, αλλά ούτε κατά διάνοια αρκετά για να αντισταθμίσει τις αποπληθωριστικές πιέσεις».

Το επιχείρημά του είναι ότι η οικονομία χρειάζεται ισχυρότερη εσωτερική ζήτηση και όχι αποκλειστικά περισσότερη παραγωγή.

Η Goldman Sachs και η BNP Paribas βλέπουν διέξοδο

Δεν συμμερίζονται όλοι οι οικονομολόγοι την εκτίμηση ότι η Κίνα οδεύει αναπόφευκτα προς παρατεταμένη στασιμότητα.

Η Ιζαμπέλ Ματέος ι Λάγκο, επικεφαλής οικονομολόγος της BNP Paribas, επισημαίνει ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο οικονομιών είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Κατά την άποψή της, η Κίνα διαθέτει περιθώρια να ενισχύσει την εσωτερική ζήτηση, εφόσον αντιμετωπίσει τους παράγοντες που οδηγούν τα νοικοκυριά σε υπερβολικά υψηλή αποταμίευση.

«Η Κίνα θα μπορούσε να αναθερμάνει την εγχώρια οικονομία της αντιμετωπίζοντας τις βαθύτερες αιτίες του εντυπωσιακά υψηλού ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών», σημειώνει.

Η ίδια επισημαίνει ότι το ποσοστό αυτό είναι περίπου διπλάσιο από το αντίστοιχο της Ιαπωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Η παρατήρηση αναδεικνύει ένα σημαντικό περιθώριο οικονομικής πολιτικής.

Εάν τα νοικοκυριά αισθανθούν μεγαλύτερη ασφάλεια για την εργασία, την υγεία και τη συνταξιοδότησή τους, ενδέχεται να αυξήσουν την κατανάλωσή τους.

Μια τέτοια μεταβολή θα μπορούσε να στηρίξει την ανάπτυξη χωρίς να απαιτείται συνεχής επέκταση των εξαγωγών.

Από ανάπτυξη 10% στον φόβο για 2% – Η μεγάλη ανατροπή των προβλέψεων

Η αλλαγή των μακροπρόθεσμων προσδοκιών είναι εντυπωσιακή.

Πριν από μία δεκαετία, αρκετές αναλύσεις προέβλεπαν ότι η κινεζική οικονομία θα μπορούσε να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς 7%, 8% ή ακόμη και 10% για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Σήμερα, οι εκτιμήσεις είναι σαφώς πιο συγκρατημένες.

Ο Άνταμ Σλέιτερ, επικεφαλής οικονομολόγος της Oxford Economics, επισημαίνει τη μεταβολή.

«Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι άνθρωποι σχεδίαζαν γραμμές σε διαγράμματα που έδειχναν την Κίνα να συνεχίζει να αναπτύσσεται με 7%, 8% ή ακόμη και 10% για δύο ακόμη δεκαετίες», αναφέρει.

Και προσθέτει:

«Τώρα, ξαφνικά, εξετάζουμε το ενδεχόμενο η κινεζική ανάπτυξη να υποχωρήσει προς το 3% ετησίως μέσα σε μία δεκαετία. Πρόκειται για πολύ μεγάλη αλλαγή στις προοπτικές».

Ο ίδιος δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο ρυθμός ανάπτυξης να περιοριστεί ακόμη περισσότερο, στο 2%–2,5% μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Πρόκειται για σενάριο και όχι για δεδομένη εξέλιξη.

Ωστόσο, εάν επιβεβαιωνόταν, θα περιόριζε σημαντικά την ταχύτητα με την οποία η Κίνα θα μπορούσε να συγκλίνει οικονομικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΗΠΑ και Κίνα: Το οικονομικό στοίχημα γίνεται γεωπολιτικό

Η επιβράδυνση της Κίνας δεν αποτελεί αποκλειστικά οικονομικό ζήτημα.

Συνδέεται άμεσα με την παγκόσμια ισορροπία ισχύος.

Η κινεζική ηγεσία έχει επενδύσει στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της τεχνολογικής, βιομηχανικής και στρατιωτικής ισχύος της χώρας.

Η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση αυτών των στόχων.

Εάν η ανάπτυξη επιβραδυνθεί σημαντικά, το Πεκίνο θα χρειαστεί να κατανείμει πιο προσεκτικά τους διαθέσιμους πόρους ανάμεσα σε κοινωνικές ανάγκες, δημόσιες επενδύσεις και στρατηγικούς τομείς.

Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρήσουν την τεχνολογική τους υπεροχή, ιδιαίτερα στους ημιαγωγούς και στην τεχνητή νοημοσύνη.

Η οικονομική ανθεκτικότητα της Κίνας θα επηρεάσει συνεπώς και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μια χαμηλότερη ανάπτυξη οδηγεί αυτομάτως σε γεωπολιτική υποχώρηση.

Σημαίνει όμως ότι η οικονομική επίδοση παραμένει καθοριστικός παράγοντας για τη μακροπρόθεσμη ισχύ της χώρας.

Ευρώπη και Ελλάδα: Τι σημαίνει μια πιο αδύναμη Κίνα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κινεζική επιβράδυνση δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον.

Από τη μία πλευρά, η χαμηλότερη εγχώρια ζήτηση στην Κίνα μπορεί να περιορίσει τις ευκαιρίες για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που εξάγουν προϊόντα και υπηρεσίες στην κινεζική αγορά.

Από την άλλη, η προσπάθεια των κινεζικών βιομηχανιών να διατηρήσουν υψηλή παραγωγή μέσω των εξαγωγών μπορεί να αυξήσει τον ανταγωνισμό στην ευρωπαϊκή αγορά.

Οι κλάδοι των ηλεκτρικών οχημάτων, των μπαταριών, των φωτοβολταϊκών και του βιομηχανικού εξοπλισμού βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων.

Για την Ελλάδα, οι πιθανές επιπτώσεις συνδέονται κυρίως με τη ναυτιλία, το διεθνές εμπόριο, τις ενεργειακές αγορές και την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Μια παρατεταμένη επιβράδυνση της κινεζικής οικοδομικής δραστηριότητας μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση πρώτων υλών, όπως το σιδηρομετάλλευμα, και κατ’ επέκταση τις μεταφορές ξηρού φορτίου.

Παράλληλα, η ισχυρή εξαγωγική δραστηριότητα της Κίνας μπορεί να στηρίζει τη ζήτηση για θαλάσσιες μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων.

Οι επιπτώσεις δεν κινούνται απαραίτητα προς μία μόνο κατεύθυνση.

Εξαρτώνται από τη σύνθεση του εμπορίου και από το κατά πόσο η κινεζική οικονομία θα μετακινηθεί από τις κατασκευές προς την κατανάλωση και την τεχνολογία.

Μπορεί ο Σι Τζινπίνγκ να αποφύγει τις «χαμένες δεκαετίες»;

Η Κίνα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα που δεν πρέπει να υποτιμώνται.

Παραμένει μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές δυνάμεις του κόσμου, έχει αναπτύξει εκτεταμένες υποδομές και διαθέτει σημαντική παρουσία σε κρίσιμους τεχνολογικούς κλάδους.

Επιπλέον, το κράτος διατηρεί σημαντική δυνατότητα παρέμβασης στην οικονομία και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ωστόσο, η εμπειρία της Ιαπωνίας δείχνει ότι η βιομηχανική ισχύς δεν αρκεί πάντοτε για να αντιμετωπιστεί μια παρατεταμένη κρίση ζήτησης και χρέους.

Η ουσιαστική πρόκληση για το Πεκίνο είναι να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών, να σταθεροποιήσει την αγορά ακινήτων και να δημιουργήσει ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ήδη επισημάνει την ανάγκη ενίσχυσης της κατανάλωσης και αντιμετώπισης των ανισορροπιών που συνδέονται με τον κλάδο των ακινήτων και τα χρέη των τοπικών κυβερνήσεων.

Η τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες.

Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει πλήρως τη ζήτηση εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών.

Το μεγαλύτερο οικονομικό στοίχημα του Σι Τζινπίνγκ δεν είναι μόνο να κατασκευάσει περισσότερα τσιπ, ηλεκτρικά αυτοκίνητα και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Είναι να δημιουργήσει μια οικονομία στην οποία οι ίδιοι οι Κινέζοι θα αισθάνονται αρκετά ασφαλείς ώστε να καταναλώνουν και να επενδύουν.

Η ιστορία της Ιαπωνίας λειτουργεί ως προειδοποίηση, όχι ως αναπόφευκτο μέλλον.

Εάν η Κίνα καταφέρει να μεταβάλει το αναπτυξιακό της μοντέλο, μπορεί να αποφύγει μια αντίστοιχη παρατεταμένη στασιμότητα.

Εάν όμως οι αποπληθωριστικές πιέσεις, το υψηλό χρέος και η αδύναμη κατανάλωση παγιωθούν, η οικονομική της πορεία θα μπορούσε να αλλάξει για πολλά χρόνια.

Και τότε το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι πότε η Κίνα θα ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά πόσο γρήγορα θα μπορέσει να ανακτήσει τη δυναμική που την έκανε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο