ΝΑΤΟ: Ο Μητσοτάκης επαναφέρει το casus belli στο επίκεντρο – Το μήνυμα προς Άγκυρα και Ουάσιγκτον για τα F-35
Πηγή Φωτογραφίας: EPA//ΝΑΤΟ: Ο Μητσοτάκης επαναφέρει το casus belli στο επίκεντρο – Το μήνυμα προς Άγκυρα και Ουάσιγκτον για τα F-35
Η σημερινή παρέμβαση του Έλληνα πρωθυπουργού στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ είχε διπλή στόχευση. Από τη μία πλευρά απευθυνόταν στην Τουρκία, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα του casus belli, και από την άλλη προς την Ουάσιγκτον, σε μια περίοδο όπου αναζωπυρώνεται η συζήτηση για πιθανή επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το casus belli, που παραμένει σε ισχύ από το 1995, «ιστορική ανορθογραφία», τονίζοντας ότι μια μόνιμη απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας δεν μπορεί να συμβιβάζεται ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών ούτε με το πνεύμα συνεργασίας που οφείλει να διέπει τη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Το casus belli ως ευρωπαϊκό ζήτημα
Η ελληνική παρέμβαση δεν περιορίστηκε στο διμερές επίπεδο.
Ο πρωθυπουργός επιδίωξε να μετατρέψει το casus belli από ελληνοτουρκική διαφορά σε ευρωπαϊκό και συμμαχικό ζήτημα, υποστηρίζοντας ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιλαμβάνονται πλέον πως μια διαρκής απειλή πολέμου δεν συνάδει με τη λογική της συλλογικής άμυνας.
Η Αθήνα επιχειρεί έτσι να εντάξει την τουρκική αναθεωρητική πολιτική στο ευρύτερο πλαίσιο της ασφάλειας της Ευρώπης και όχι μόνο στις διμερείς σχέσεις.
Ψυχραιμία για τα F-35
Ερωτηθείς για τις επαφές Τραμπ – Ερντογάν και τα δημοσιεύματα περί πιθανής επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέφυγε να υιοθετήσει συγκρουσιακή ρητορική απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αντίθετα, υπενθύμισε ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία.
Η αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα δεν ήταν πολιτική επιλογή μιας κυβέρνησης αλλά αποτέλεσμα της ενεργοποίησης του πλαισίου των κυρώσεων CAATSA μετά την προμήθεια των ρωσικών S-400.
Με τον τρόπο αυτό, η Αθήνα μεταφέρει τη συζήτηση από το πολιτικό επίπεδο στο θεσμικό, υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε αλλαγή απαιτεί πολύ περισσότερα από μια πολιτική συμφωνία μεταξύ των δύο προέδρων.
Η ελληνική αποτροπή συνεχίζει ανεξάρτητα
Ο πρωθυπουργός επέλεξε παράλληλα να αναδείξει την πορεία ενίσχυσης της Πολεμικής Αεροπορίας.
Όπως επισήμανε:
- η διαδικασία ένταξης της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35 εξελίσσεται κανονικά,
- οι πρώτοι Έλληνες πιλότοι θα ξεκινήσουν εκπαίδευση το 2027,
- περισσότερα από 50 F-16 Viper έχουν ήδη αναβαθμιστεί, με τελικό στόχο τα 83 αεροσκάφη,
- ενώ η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 Rafale.
Το μήνυμα ήταν σαφές: η ελληνική στρατηγική δεν εξαρτάται από τις εξελίξεις στην Τουρκία αλλά ακολουθεί τον δικό της επιχειρησιακό σχεδιασμό.
«Δεν υποδεικνύουμε στις ΗΠΑ τις επιλογές τους»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέφυγε να ζητήσει δημόσια από την Ουάσιγκτον να αποκλείσει την Τουρκία από μελλοντικά εξοπλιστικά προγράμματα.
«Δεν πρόκειται να υποδείξουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιες χώρες θα διαθέσουν αμυντικά συστήματα», ανέφερε, προσθέτοντας όμως ότι με την ίδια λογική η Ελλάδα δεν αποδέχεται παρεμβάσεις στις δικές της επιλογές εξοπλισμού.
Πρόκειται για μια τοποθέτηση που επιχειρεί να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική σχέση Αθήνας–Ουάσιγκτον και στην ανάγκη διαρκούς ανάδειξης των ελληνικών ανησυχιών για την τουρκική πολιτική.
Διάλογος χωρίς αυταπάτες
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι, παρά τις σημαντικές διαφωνίες για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, οι δύο χώρες έχουν καταγράψει πρόοδο σε επιμέρους τομείς, όπως:
- η διαχείριση του μεταναστευτικού,
- η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινωνιών,
- οι δίαυλοι πολιτικού διαλόγου.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα παραμένει η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και ότι η ειρηνική συνύπαρξη δεν προϋποθέτει επίλυση όλων των εκκρεμοτήτων.
Η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτυπώνει μια εμφανή μετατόπιση της ελληνικής στρατηγικής. Αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην αποτροπή μιας πιθανής τουρκικής επιστροφής στα F-35, η Αθήνα επιδιώκει να αναδείξει ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα: ότι δεν μπορεί να υπάρχει πλήρης ενσωμάτωση μιας χώρας στη δυτική αμυντική αρχιτεκτονική όσο εξακολουθεί να διατηρεί επίσημη απειλή πολέμου εναντίον άλλου συμμάχου του ΝΑΤΟ.
Η αναφορά στο casus belli λειτουργεί ως στρατηγική υπενθύμιση προς την Ουάσιγκτον και τους Ευρωπαίους συμμάχους ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου δεν εξαρτάται μόνο από τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά και από τη συμβατότητα της τουρκικής συμπεριφοράς με τις θεμελιώδεις αρχές της Συμμαχίας. Παράλληλα, η επιλογή να μην αμφισβητηθεί δημόσια το δικαίωμα των ΗΠΑ να αποφασίζουν για τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων δείχνει ότι η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει υψηλό επίπεδο στρατηγικής αξιοπιστίας, επενδύοντας περισσότερο στην ενίσχυση της δικής της αποτρεπτικής ισχύος παρά σε μια πολιτική δημόσιας αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο