Σκέρτσος αποδομεί το «7 στους 10 με κάτω από €1.000»: Το στατιστικό λάθος που αλλάζει όλη την εικόνα
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//Σκέρτσος αποδομεί το «7 στους 10 με κάτω από €1.000»: Το στατιστικό λάθος που αλλάζει όλη την εικόνα
Μια φαινομενικά μικρή διαφορά στη διατύπωση μπορεί να αλλάξει εντελώς το πολιτικό και οικονομικό συμπέρασμα.
Αυτό επιχειρεί να αναδείξει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από τη φράση ότι «7 στους 10 Έλληνες έχουν καταθέσεις κάτω από 1.000 ευρώ».
Η παρέμβασή του έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν αμφισβητεί ότι τα επίσημα στοιχεία του ΤΕΚΕ εμφανίζουν περίπου 70,6% των επιλέξιμων καταθετών στην κατηγορία έως 1.000 ευρώ. Αυτό πράγματι έχει δημοσιευθεί με βάση τα απολογιστικά στοιχεία του Ταμείου.
Αμφισβητεί όμως κάτι διαφορετικό και ουσιώδες:
ότι αυτοί οι “καταθέτες” μπορούν να ταυτιστούν αυτομάτως με μοναδικούς Έλληνες πολίτες.
Και εκεί βρίσκεται η στατιστική παγίδα.
Άλλο “καταθέτης ανά τράπεζα”, άλλο άνθρωπος
Το κρίσιμο σημείο στην επιχειρηματολογία Σκέρτσου είναι ότι τα δεδομένα του συστήματος εγγύησης καταθέσεων οργανώνονται ανά πιστωτικό ίδρυμα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει λογαριασμούς σε περισσότερες από μία τράπεζες.
Μπορεί επίσης να είναι συνδικαιούχος σε πολλούς λογαριασμούς.
Άρα μπορεί να εμφανίζεται περισσότερες από μία φορές στα συγκεντρωτικά στοιχεία.
Και αυτό σημαίνει ότι δεν είναι μεθοδολογικά ασφαλές να πάρει κάποιος το ποσοστό των επιλέξιμων καταθετών και να το μετατρέψει χωρίς δεύτερη σκέψη σε ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού.
Το ίδιο το ΤΕΚΕ λειτουργεί ανά συμμετέχον πιστωτικό ίδρυμα και η προστασία καταθέσεων υπολογίζεται στο πλαίσιο της σχέσης καταθέτη-τράπεζας.
Το παράδειγμα των τριών λογαριασμών
Ο Σκέρτσος χρησιμοποιεί ένα απλό παράδειγμα.
Ένας πολίτης μπορεί να έχει:
500 ευρώ σε μία τράπεζα,
800 ευρώ σε δεύτερη,
και 50.000 ευρώ σε τρίτη.
Οι δύο πρώτες τραπεζικές σχέσεις εμφανίζονται κάτω από το όριο των 1.000 ευρώ.
Ο άνθρωπος όμως συνολικά διαθέτει 51.300 ευρώ.
Επομένως, η φράση «δύο στους τρεις λογαριασμούς του έχουν κάτω από 1.000 ευρώ» δεν μπορεί να μετατραπεί στη φράση «δύο στους τρεις ανθρώπους έχουν κάτω από 1.000 ευρώ».
Και ακριβώς αυτή είναι η διάκριση που θεωρεί ότι χάθηκε στον δημόσιο διάλογο.
Το στοιχείο που από μόνο του γεννά ερωτήματα
Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη είναι ο τεράστιος αριθμός των εμφανιζόμενων καταθετών.
Ήδη για το 2024 είχαν καταγραφεί περίπου 31,8 εκατομμύρια καταθέτες, σε μια χώρα με πληθυσμό πολύ μικρότερο, γεγονός που από μόνο του δείχνει ότι τα δεδομένα δεν μπορούν να διαβαστούν ως 31,8 εκατομμύρια διαφορετικοί άνθρωποι.
Αυτό ενισχύει το βασικό επιχείρημα του υπουργού:
τα στατιστικά είναι πραγματικά, αλλά η ερμηνεία τους χρειάζεται προσοχή.
Άρα το “7 στους 10” είναι ψευδές;
Εδώ χρειάζεται ακρίβεια.
Όχι.
Το ποσοστό περίπου 70% αφορά πράγματι την κατηγορία των επιλέξιμων καταθετών που εμφανίζονται στο σχετικό κλιμάκιο των στοιχείων του ΤΕΚΕ.
Αυτό που δεν αποδεικνύεται από το συγκεκριμένο dataset είναι ότι:επτά στους δέκα μοναδικούς Έλληνες πολίτες διαθέτουν συνολικά λιγότερα από 1.000 ευρώ στις τράπεζες.
Αυτή η δεύτερη διατύπωση είναι πολύ ισχυρότερη.
Και απαιτεί διαφορετικό σύνολο δεδομένων, συγκεντρωμένο ανά μοναδικό φυσικό πρόσωπο σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα.
Αυτό είναι το δυνατό σημείο της παρέμβασης Σκέρτσου
Ο υπουργός δεν επιχειρεί απλώς να πει ότι «η οικονομία πάει καλύτερα».
Θέτει ένα συγκεκριμένο ζήτημα στατιστικής ορθότητας.
Και σε αυτό το επίπεδο η παρατήρηση είναι σημαντική:
άλλο ένα record σε τραπεζική βάση δεδομένων,
άλλο ένας τραπεζικός λογαριασμός,
άλλο ένας επιλέξιμος καταθέτης σε συγκεκριμένο ίδρυμα,
και άλλο ένας μοναδικός πολίτης με το σύνολο της περιουσίας του.
Όταν αυτές οι έννοιες συγχέονται, ο αριθμός μπορεί να είναι σωστός αλλά το πολιτικό συμπέρασμα λάθος.
Η δεύτερη πλευρά της εικόνας: οι συνολικές καταθέσεις έχουν αυξηθεί
Ο Σκέρτσος περνά στη συνέχεια από τη μεθοδολογία στη συνολική πορεία των καταθέσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει, οι καταθέσεις φυσικών προσώπων αυξήθηκαν από περίπου 106,4 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2018 σε 148,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025.
Η μεταβολή αντιστοιχεί σε περίπου:
+42,4 δισ. ευρώ
ή
+39,8%.
Η γενικότερη τάση ενίσχυσης των καταθέσεων επιβεβαιώνεται και από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία καταγράφει σημαντική άνοδο του αποθέματος καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα και ιδιαίτερα των νοικοκυριών τα προηγούμενα χρόνια.
Η μεσαία κλίμακα είναι το πολιτικά ενδιαφέρον κομμάτι
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία δεν στέκεται μόνο στο συνολικό ποσό.
Ο Σκέρτσος δίνει βάρος στα κλιμάκια 5.000 έως 100.000 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος της αύξησης των καταθέσεων βρίσκεται εκεί.
Σύμφωνα με την επεξεργασία που παρουσιάζει:
οι καταθέσεις μεταξύ 5.000 και 50.000 ευρώ αυξήθηκαν κατά περίπου 16 δισ. ευρώ,
ενώ στην κατηγορία 50.000 έως 100.000 ευρώ η αύξηση ήταν περίπου 7,9 δισ. ευρώ.
Συνολικά σχεδόν 24 δισ. ευρώ περισσότερα σε αυτά τα δύο κλιμάκια.
Το πολιτικό μήνυμα είναι προφανές:
η αύξηση των καταθέσεων δεν αφορά μόνο τους πολύ εύπορους.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η οικονομική πίεση
Μια σοβαρή ανάγνωση των στοιχείων χρειάζεται και τη συγκεκριμένη διευκρίνιση.
Η αύξηση των συνολικών καταθέσεων δεν σημαίνει ότι κάθε νοικοκυριό είδε τη δική του αποταμίευση να αυξάνεται κατά 40%.
Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι η κατανομή του πλούτου είναι ισόρροπη.
Τα ίδια δεδομένα του ΤΕΚΕ έχουν διαχρονικά δείξει μεγάλη συγκέντρωση καταθέσεων στα υψηλότερα κλιμάκια, ενώ οι πολύ μικρές καταθέσεις αποτελούν μικρό ποσοστό του συνολικού ποσού, παρά το ότι καταγράφονται σε μεγάλο αριθμό τραπεζικών σχέσεων
Άρα δύο πράγματα μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα:
η οικονομική θέση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας παραμένει πιεσμένη,
και παράλληλα το σύνθημα «7 στους 10 Έλληνες έχουν μόνο 1.000 ευρώ» δεν τεκμηριώνεται από αυτά τα δεδομένα με τον τρόπο που συχνά παρουσιάζεται.
Ο Σκέρτσος χτυπά ένα ευρύτερο πολιτικό πρόβλημα
Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τις τράπεζες.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι οικονομικοί δείκτες στην πολιτική σύγκρουση.
Ένα ποσοστό αποκόπτεται από τη μεθοδολογία του.
Μετατρέπεται σε τίτλο.
Ο τίτλος γίνεται πολιτικό επιχείρημα.
Και μέσα σε λίγες ώρες η διατύπωση αποκτά μεγαλύτερη δύναμη από το ίδιο το dataset από το οποίο ξεκίνησε.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να ανατρέψει ο υπουργός Επικρατείας.
Η σύγκρουση με την αντιπολίτευση μεταφέρεται στα δεδομένα
Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση επιμένει τελευταία ολοένα περισσότερο σε Eurostat, ΟΟΣΑ, Τράπεζα της Ελλάδος και επίσημες βάσεις δεδομένων.
Η στρατηγική του Μαξίμου είναι να αντιμετωπίζει την κριτική για ακρίβεια, εισοδήματα και ανισότητες όχι μόνο πολιτικά αλλά και με αντιπαράθεση αριθμών.
Η αντιπολίτευση από την άλλη επιχειρεί να δείξει ότι οι μακροοικονομικοί δείκτες δεν περιγράφουν πάντα την καθημερινή εμπειρία.
Και οι δύο συζητήσεις είναι νόμιμες.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένας στατιστικός δείκτης χρησιμοποιείται για κάτι που δεν μετρά.
Το “31,7 εκατομμύρια καταθέτες” είναι ίσως το καλύτερο reality check
Αν ένα dataset εμφανίζει περίπου τριπλάσιο αριθμό καταθετών από τον πληθυσμό της χώρας, τότε προφανώς χρειάζεται προσοχή πριν εξαχθούν συμπεράσματα «ανά Έλληνα».
Δεν σημαίνει ότι τα δεδομένα είναι λανθασμένα.
Σημαίνει ότι μετρούν κάτι διαφορετικό.
Αυτή είναι ίσως η πιο ισχυρή απάντηση του Σκέρτσου στη συγκεκριμένη συζήτηση.
Το πολιτικό μήνυμα του υπουργού είναι ευρύτερο
Στην πραγματικότητα, η παρέμβασή του επιχειρεί να αλλάξει και το αφήγημα γύρω από την ελληνική οικονομία.
Από τη μία υπάρχει η εικόνα:
«οι πολίτες δεν έχουν ούτε 1.000 ευρώ στην άκρη».
Από την άλλη ο Σκέρτσος αντιπαραθέτει μια οικονομία όπου οι καταθέσεις φυσικών προσώπων έχουν αυξηθεί αισθητά σε σχέση με το 2018 και όπου σημαντικό μέρος της αύξησης καταγράφεται σε ενδιάμεσα κλιμάκια.
Η πραγματικότητα είναι ασφαλώς περισσότερο σύνθετη από ένα σύνθημα.
Αλλά αυτό ακριβώς είναι και το δυνατό σημείο της κυβερνητικής απάντησης.
Ο Σκέρτσος έχει δίκιο σε ένα κρίσιμο σημείο: οι αριθμοί χρειάζονται μετάφραση πριν γίνουν πολιτική
Η φράση «7 στους 10» είναι ισχυρή.
Είναι εύκολη.
Και πολιτικά λειτουργεί.
Όμως η στατιστική δεν μετρά εντυπώσεις.
Μετρά συγκεκριμένες μονάδες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αρκούν για να μετατραπούν οι καταθέτες που καταγράφονται ανά τραπεζικό ίδρυμα σε μοναδικά φυσικά πρόσωπα και να εξαχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι το 70% των Ελλήνων συνολικά διαθέτει λιγότερα από 1.000 ευρώ.
Και αυτή είναι η ουσία της παρέμβασης:
δεν αρκεί να επικαλείσαι έναν σωστό αριθμό. Πρέπει να λες σωστά και τι ακριβώς μετρά.
Στην οικονομική πολιτική, αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι ολόκληρο το συμπέρασμα.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο