Παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα: Το αμερικανικό 10ετές στο 5,04% – Γιατί οι αγορές φοβούνται νέο σοκ
Πηγή Φωτογραφίας: Magnific/Παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα: Το αμερικανικό 10ετές στο 5 04% – Γιατί οι αγορές φοβούνται νέο σοκ
Οι παγκόσμιες αγορές ομολόγων βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο μιας μεγάλης αναταραχής, με το αμερικανικό 10ετές Treasury —το σημαντικότερο benchmark για το κόστος χρήματος διεθνώς— να σπάει το φράγμα του 5%.
Την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου η απόδοσή του έφθασε έως το 5,04%, σημειώνοντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2007. Μόλις μία ημέρα νωρίτερα είχε ξεπεράσει το 5% για πρώτη φορά από το 2023.
Το sell-off δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Οι πιέσεις έχουν περάσει στην Ευρώπη, στη Βρετανία και στην Ιαπωνία, δημιουργώντας ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον για τις αγορές: το σενάριο ότι τα επιτόκια θα μπορούσαν σύντομα να κινηθούν χαμηλότερα υποχωρεί και τη θέση του παίρνει ο φόβος ότι το ενεργειακό σοκ θα κρατήσει τον πληθωρισμό ψηλά.
Το πετρέλαιο ξαναγράφει τα στοιχήματα για τα επιτόκια
Ο βασικός καταλύτης είναι η νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών λόγω του πολέμου με το Ιράν και της αβεβαιότητας γύρω από τις κρίσιμες οδούς μεταφοράς πετρελαίου.
Το Brent κινήθηκε την Τρίτη λίγο κάτω από τα 108 δολάρια το βαρέλι, επαναφέροντας στο προσκήνιο τον μεγαλύτερο φόβο των κεντρικών τραπεζών: έναν νέο γύρο πληθωριστικών πιέσεων μέσω της ενέργειας.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλλαγή για τις αγορές.
Όσο ακριβότερο γίνεται το πετρέλαιο, τόσο δυσκολότερο είναι για τις κεντρικές τράπεζες να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική.
Αντίθετα, οι επενδυτές αρχίζουν να προεξοφλούν περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων.
Fed: Πάνω από 90% η πιθανότητα αύξησης
Η αγορά των futures αποτιμά πλέον πιθανότητα άνω του 90% ότι η Federal Reserve θα αυξήσει αυτή την εβδομάδα το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης.
Πρόκειται για εντυπωσιακή ανατροπή του αφηγήματος που κυριαρχούσε για μεγάλο διάστημα στις αγορές.
Ο νέος πρόεδρος της Fed, Kevin Warsh, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δύσκολο δίλημμα: να δείξει ότι η κεντρική τράπεζα παραμένει αποφασισμένη να ελέγξει τον πληθωρισμό, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει ακριβότερο χρήμα και μεγαλύτερη πίεση στην οικονομία.
Και όλα αυτά ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί χαμηλότερο κόστος δανεισμού.
Το δεύτερο καμπανάκι: Το αμερικανικό χρέος των $40 τρισ.
Το πετρέλαιο, όμως, εξηγεί μόνο ένα μέρος της αναταραχής.
Πίσω από το sell-off βρίσκεται ένας βαθύτερος φόβος για το μέγεθος του δημόσιου χρέους και τον όγκο των νέων κρατικών τίτλων που πρέπει να απορροφήσουν οι επενδυτές.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει φθάσει περίπου τα 40 τρισ. δολάρια και η αγορά αρχίζει να ζητά μεγαλύτερη απόδοση για να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την Ουάσιγκτον.
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα πίσω από το 5% του αμερικανικού 10ετούς.
Οι επενδυτές δεν τιμολογούν μόνο τη Fed.
Τιμολογούν και το δημοσιονομικό ρίσκο.
Οι ξένοι επενδυτές προτιμούν πλέον τις αμερικανικές μετοχές
Μία ακόμη ένδειξη της αλλαγής είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.
Οι εισροές ξένων επενδυτών στις αμερικανικές μετοχές έφθασαν κατά μέσο όρο στο 2,8% του αμερικανικού ΑΕΠ στο δωδεκάμηνο έως τον Ιούνιο, έναντι 2% για τα Treasuries.
Σύμφωνα με ανάλυση της Deutsche Bank, είναι η πρώτη φορά αυτόν τον αιώνα —εξαιρουμένων σύντομων περιόδων κατά την πανδημία και μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση— που συμβαίνει αυτή η αντιστροφή.
Με απλά λόγια, οι διεθνείς επενδυτές εξακολουθούν να πιστεύουν στις αμερικανικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα λόγω του AI boom και της ισχυρής κερδοφορίας.
Εμφανίζονται όμως περισσότερο επιφυλακτικοί απέναντι στον αμερικανικό δημόσιο ισολογισμό.
Ούτε τα $6 δισ. του Bessent ηρέμησαν την αγορά
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επιχείρησε να περιορίσει την πίεση μέσω αγοράς κρατικού χρέους ύψους 6 δισ. δολαρίων.
Η παρέμβαση δεν ήταν αρκετή.
Η απόδοση του 10ετούς πέρασε τελικά πάνω από το 5%, δείχνοντας πόσο δύσκολο είναι να ανακοπεί μια παγκόσμια κίνηση πωλήσεων όταν οι επενδυτές επανατιμολογούν ταυτόχρονα πληθωρισμό, επιτόκια και δημοσιονομικό κίνδυνο.
Η φωτιά έχει ήδη περάσει στην Ευρώπη και την Ιαπωνία
Το sell-off είναι παγκόσμιο.
Τις προηγούμενες ημέρες η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund είχε φθάσει στο 3,51%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ στη Βρετανία οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις έχουν δεχθεί ισχυρότατες πιέσεις. Στην Ιαπωνία, το 10ετές έφθασε επίσης σε υψηλό περίπου τριών δεκαετιών.
Η κοινή αιτία είναι ότι το ενεργειακό σοκ έρχεται σε μια στιγμή που πολλές κυβερνήσεις χρειάζονται τεράστιους όγκους χρηματοδότησης.
Οι αγορές ζητούν πλέον μεγαλύτερη αμοιβή για να αναλάβουν αυτό το ρίσκο.
Γιατί το 5% μπορεί να χτυπήσει και τις μετοχές
Μέχρι στιγμής, η Wall Street έχει εμφανίσει αξιοσημείωτη αντοχή, κυρίως χάρη στην κερδοφορία των μεγάλων αμερικανικών εταιρειών και τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Όμως ένα 10ετές Treasury πάνω από το 5% αλλάζει τις ισορροπίες.
Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις των ομολόγων, τόσο αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και τόσο πιο ελκυστικό γίνεται το fixed income απέναντι στις μετοχές.
Δεν είναι τυχαίο ότι το sell-off στα ομόλογα βρίσκεται πλέον στην κορυφή των ανησυχιών πολλών επενδυτών, ενώ την Τρίτη οι ευρωπαϊκές μετοχές και τα futures της Wall Street κινούνταν χαμηλότερα.
Το πραγματικό στοίχημα: Πετρέλαιο ή νέα εποχή ακριβού χρήματος;
Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές.
Εάν οι αποδόσεις ανεβαίνουν κυρίως λόγω του πολέμου και του πετρελαίου, μια αποκλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης θα μπορούσε να επαναφέρει γρήγορα αγοραστές στα ομόλογα.
Το είδαμε ήδη προσωρινά την προηγούμενη εβδομάδα: όταν το Brent υποχώρησε, το αμερικανικό 10ετές γύρισε στο 4,92% και οι αγορές ομολόγων σταθεροποιήθηκαν.
Εάν όμως το 5% αντανακλά κάτι βαθύτερο —φόβο για το παγκόσμιο χρέος, επίμονο πληθωρισμό και απαίτηση των επενδυτών για μεγαλύτερο risk premium— τότε το πρόβλημα δεν θα εξαφανιστεί μαζί με μια υποχώρηση του πετρελαίου.
Και αυτό είναι το σενάριο που φοβούνται περισσότερο οι αγορές.
Γιατί ένα αμερικανικό 10ετές σταθερά πάνω από το 5% δεν είναι απλώς μια ιστορία της αγοράς ομολόγων. Είναι μια νέα τιμή για το χρήμα παγκοσμίως — και μπορεί να περάσει από τα κρατικά ταμεία και τις τράπεζες μέχρι τις επιχειρήσεις, τα στεγαστικά δάνεια και τις αποτιμήσεις των μετοχών.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο