Μπέσεντ: Οι επαναγορές ομολόγων μπορεί να ξεπεράσουν τα 4 δισ. δολάρια
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Μπέσεντ: Οι επαναγορές ομολόγων μπορεί να ξεπεράσουν τα 4 δισ. δολάρια
Αύξηση στις επαναγορές χρέους
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει να αυξήσει το μέγεθος των επαναγορών κρατικού χρέους, με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι κινήσεις αυτές να ξεπεράσουν τα 4 δισ. δολάρια για κάθε έκδοση. Σε ζωντανή του συνέντευξη στο CNBC, ο Μπέσεντ είπε ότι η υπηρεσία του θέλει να «δημιουργήσει αγορά» στους τίτλους μεγαλύτερης διάρκειας, εκεί όπου οι αποδόσεις έχουν ενισχυθεί έντονα το τελευταίο διάστημα.
Η ανακοίνωση της Τετάρτης από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προέβλεπε ότι οι προγραμματισμένες επαναγορές μακροπρόθεσμου κρατικού χρέους θα διπλασιαστούν στα 4 δισ. δολάρια από 2 δισ. δολάρια προηγουμένως. Η κίνηση αυτή οδήγησε σε απότομη υποχώρηση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων, δείχνοντας ότι η αγορά αντέδρασε άμεσα στην παρέμβαση.
Οι πιέσεις στις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων
Ο Σκοτ Μπέσεντ σημείωσε ότι το ύψος της επαναγοράς θα αυξηθεί, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να είναι μεγαλύτερο από τα 4 δισ. δολάρια ανά έκδοση. Οι δηλώσεις του προκάλεσαν μια μικρή αποκλιμάκωση στις αποδόσεις, αν και η αγορά είχε σε μεγάλο βαθμό ανακτήσει την πτώση που ακολούθησε την παραπάνω ανακοίνωση.
Την ώρα των δηλώσεών του, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου βρισκόταν κοντά στο 5,235%. Το συγκεκριμένο μακροπρόθεσμο ομόλογο είχε κινηθεί πρόσφατα σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Ο Μπέσεντ αναγνώρισε ότι υπάρχουν πιέσεις στο μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων, υπογραμμίζοντας ότι τα τρέχοντα επίπεδα διαπραγμάτευσης δεν αντικατοπτρίζουν τις οικονομικές συνθήκες.
«Έχουμε πολλά εργαλεία»
Ο υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει αρκετά εργαλεία και ότι θα εξετάσει τα επόμενα βήματα. «Έχουμε πολλά εργαλεία στη διάθεσή μας, οπότε θα δούμε», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως ένα μέρος της παρέμβασης αφορά το μήνυμα που στέλνει η κυβέρνηση και την εκτίμηση ότι οι αποδόσεις δεν συμβαδίζουν με τα θεμελιώδη μεγέθη.
Παράλληλα, τόνισε ότι η ρευστότητα στην αγορά των 30ετών ομολόγων είναι «πολύ κακή», δίνοντας ακόμη έναν λόγο για παρέμβαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών σε μια αγορά που υπό κανονικές συνθήκες θεωρείται ιδιαίτερα ρευστή. Η αναφορά αυτή συνδέεται με τις πρόσφατες κινήσεις της αγοράς και με τις ανησυχίες που έχουν διαμορφωθεί γύρω από την πορεία των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.
Γιατί ανεβαίνουν οι αποδόσεις
Στο κείμενο της οικονομικής εικόνας που περιέγραψε ο Μπέσεντ, καταγράφονται πολλοί παράγοντες που έχουν ωθήσει τις αποδόσεις υψηλότερα. Ανάμεσά τους βρίσκονται η αύξηση του αμερικανικού χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ο ανταγωνισμός από άλλες κατηγορίες τίτλων και ειδικά από εταιρικά ομόλογα που εκδίδονται για τη χρηματοδότηση επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και οι υψηλότερες αποδόσεις κρατικών ομολόγων σε άλλες χώρες, όπως η Ιαπωνία.
Στους ίδιους παράγοντες περιλαμβάνεται και η άνοδος του term premium, δηλαδή της πρόσθετης απόδοσης που ζητούν οι επενδυτές για να διακρατούν μακροπρόθεσμο κρατικό χρέος. Το σύνολο αυτών των πιέσεων εξηγεί γιατί η αγορά των αμερικανικών μακροπρόθεσμων ομολόγων δέχεται ισχυρές αναταράξεις το τελευταίο διάστημα, με τις αποδόσεις να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Συνάντηση για τη δημοσιονομική εξυγίανση
Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό πεδίο, ο Μπέσεντ ανέφερε ότι πρόκειται να συναντηθεί με τον Ράσελ Βόουτ, επικεφαλής του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισμού (OMB), με αντικείμενο τη «δημοσιονομική εξυγίανση». Η αναφορά αυτή ήρθε στο πλαίσιο της συζήτησης για τη συνολική κατεύθυνση της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής και των παρεμβάσεων που συνδέονται με το χρέος και τα ελλείμματα.
Η πίεση προς το Ιράν και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις
Ο υπουργός Οικονομικών τοποθετήθηκε και για την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο Ιράν. Όπως είπε, το σχέδιο για την άσκηση ασφυκτικής οικονομικής πίεσης στην ιρανική οικονομία πιθανότατα θα περιορίσει την ανάγκη για περαιτέρω αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Εάν ασκούμε τη μέγιστη δυνατή οικονομική πίεση, τότε αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα δεν θα υπάρξει επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας», δήλωσε ο Μπέσεντ.
Η τοποθέτησή του συνδέει την οικονομική πολιτική με τη στρατηγική ασφάλειας της Ουάσιγκτον, χωρίς να προαναγγέλλει νέες στρατιωτικές κινήσεις. Αντίθετα, υπογράμμισε ότι η ενίσχυση της οικονομικής πίεσης μπορεί να λειτουργήσει ως αντικατάσταση της ανάγκης για ευρύτερη στρατιωτική εμπλοκή, στο πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τεχεράνη.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο