«Δεν ξέρω πόσα θα πάρουμε»: Η «πατριωτική εισφορά» του Τσίπρα σκοντάφτει στο πρώτο μεγάλο νούμερο
Πηγή Φωτογραφίας: eurokinissi//«Δεν ξέρω πόσα θα πάρουμε»: Η «πατριωτική εισφορά» του Τσίπρα σκοντάφτει στο πρώτο μεγάλο νούμερο
Η «πατριωτική εισφορά» εξελίσσεται σε ένα από τα δυσκολότερα σημεία του οικονομικού προγράμματος που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας.
Όχι επειδή η ΕΛ.Α.Σ. υποχωρεί από την πολιτική επιλογή να φορολογήσει περισσότερο τις μεγάλες περιουσίες. Το αντίθετο: δηλώνει αποφασισμένη να την εφαρμόσει.
Το πρόβλημα βρίσκεται στον αριθμό που ακόμη λείπει.
Ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ., Φραγκίσκος Κουτεντάκης, ρωτήθηκε στο OPEN πόσα χρήματα εκτιμά ότι θα εισπράξει το Δημόσιο από τον νέο φόρο.
Η απάντηση ήταν ασυνήθιστα καθαρή:
«Δεν θα σας πω γιατί δεν ξέρω».
Και αυτή η φράση ανοίγει ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό ζήτημα για την αντιπολίτευση.
Ο φόρος έχει ανακοινωθεί – τα έσοδα όχι
Ο Κουτεντάκης δεν επιχείρησε να δώσει έναν αριθμό που δεν μπορεί σήμερα να τεκμηριώσει.
Υπερασπίστηκε όμως πλήρως την πολιτική επιλογή:
«Είναι μία συγκεκριμένη πολιτική δέσμευση και κατεύθυνση που είμαστε αποφασισμένοι να υλοποιήσουμε».
Και πρόσθεσε:
«Θεωρούμε ότι οι υψηλές περιουσίες θα πρέπει να συνεισφέρουν στα φορολογικά έσοδα και στο κοινωνικό σύνολο όπως κάθε άλλος πολίτης».
Άρα το μέτρο δεν βρίσκεται υπό επανεξέταση.
Η ΕΛ.Α.Σ. έχει αποφασίσει την κατεύθυνση: φόρος στην καθαρή περιουσία του πλουσιότερου 1%.
Αυτό που δεν έχει ακόμη είναι η πλήρης βάση δεδομένων πάνω στην οποία θα υπολογιστεί η πραγματική φορολογητέα ύλη και, συνεπώς, το ύψος των εσόδων.
«Πρώτα περιουσιολόγιο και μετά θα εκτιμήσουμε»
Η εξήγηση Κουτεντάκη βρίσκεται στην αβεβαιότητα γύρω από την πραγματική περιουσία του συγκεκριμένου 1%.
«Ακριβώς επειδή υπάρχει αβεβαιότητα, δεν μπορούμε εμείς να πούμε επειδή το λέει μία στατιστική βάση», ανέφερε.
Και έδωσε τη σειρά με την οποία η ΕΛ.Α.Σ. σχεδιάζει να κινηθεί:
«Θα ξεκινήσουμε με την εφαρμογή του περιουσιολογίου, εκεί θα έχουμε τα στοιχεία μπροστά μας και εκεί θα εκτιμήσουμε τον φόρο του 1%».
Αυτό είναι ουσιαστικά το μοντέλο της πρότασης:
πρώτα καταγραφή της καθαρής περιουσίας, στη συνέχεια προσδιορισμός του πλουσιότερου 1% και μετά υπολογισμός της φορολογικής απόδοσης.
Οικονομικά, η επιφύλαξη απέναντι σε μια πρόχειρη πρόβλεψη εσόδων έχει βάση.
Πολιτικά, όμως, δημιουργεί πρόβλημα.
Η αντίφαση με το «απολύτως κοστολογημένο πρόγραμμα»
Μόλις μία ημέρα νωρίτερα, ο ίδιος ο Κουτεντάκης παρουσίαζε το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. ως αναλυτικά κοστολογημένο και κατηγορούσε την κυβέρνηση για λανθασμένη αποτίμησή του.
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι το συνολικό κόστος του προγράμματός της είναι περίπου 7,5 δισ. ευρώ και έχει δεσμευτεί ότι θα το υποβάλει στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο όταν ενεργοποιηθεί η σχετική διαδικασία ανεξάρτητης κοστολόγησης.
Εδώ όμως υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια που πρέπει να αποσαφηνιστεί.
Η ίδια η ΕΛ.Α.Σ. λέει ότι δεν έχει εντάξει τα πιθανά έσοδα της «πατριωτικής εισφοράς» στη χρηματοδότηση του κοστολογημένου προγράμματός της, ακριβώς επειδή δεν μπορεί ακόμη να τα υπολογίσει αξιόπιστα.
Άρα δεν είναι ακριβές να ειπωθεί ότι «λείπουν» αυτά τα έσοδα για να βγει σήμερα η αριθμητική των 7,5 δισ.
Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό και απολύτως πραγματικό πολιτικό ζήτημα:
πώς ανακοινώνεις έναν κεντρικό νέο φόρο χωρίς να μπορείς ακόμη να πεις ούτε κατά προσέγγιση τι θα αποφέρει;
Τι ακριβώς είναι η «πατριωτική εισφορά»
Μετά τις πρώτες αντιδράσεις, η ΕΛ.Α.Σ. έχει επιχειρήσει να οριοθετήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια το μέτρο.
Δεν πρόκειται, σύμφωνα με τον Κουτεντάκη, για πρόσθετο φόρο στο εισόδημα.
Πρόκειται για φόρο πάνω στην καθαρή περιουσία του πλουσιότερου 1% των πολιτών, δηλαδή στην αξία της περιουσίας αφού αφαιρεθούν χρέη και σχετικές υποχρεώσεις.
Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι στην περιουσιακή βάση μπορούν να περιλαμβάνονται ακίνητα, μετοχές, ομόλογα και άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία.
Παράλληλα, έχει αποκλείσει ρητά τα κοσμήματα από τη συγκεκριμένη περιγραφή:
«Όχι κοσμήματα. Είναι σαφές αυτό».
Η διευκρίνιση δεν είναι τυχαία, καθώς προηγούμενες δηλώσεις στελεχών είχαν προκαλέσει έντονη πολιτική συζήτηση για το πόσο βαθιά θα φτάνει το σχεδιαζόμενο περιουσιολόγιο.
Το μεγάλο τεχνικό πρόβλημα: Ποιος ακριβώς ανήκει στο 1%;
Εδώ αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα.
Για να επιβάλεις φόρο καθαρής περιουσίας στο πλουσιότερο 1%, πρέπει πρώτα να γνωρίζεις με αρκετή ακρίβεια την καθαρή περιουσία των φορολογουμένων.
Στα ακίνητα αυτό είναι σχετικά ευκολότερο.
Στις εισηγμένες μετοχές επίσης υπάρχει διαθέσιμη αποτίμηση.
Όμως οικογενειακές επιχειρήσεις, συμμετοχές σε μη εισηγμένες εταιρείες, περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό και σύνθετες εταιρικές δομές κάνουν την αποτίμηση πολύ δυσκολότερη.
Και μετά έρχεται το δεύτερο πρόβλημα: η συμπεριφορά των φορολογουμένων.
Ένας φόρος περιουσίας δεν αποδίδει αυτομάτως το ονομαστικό ποσοστό επί της θεωρητικής φορολογικής βάσης. Η φορολογική συμπεριφορά, η μεταφορά περιουσιακών στοιχείων και η αποτελεσματικότητα των ελέγχων επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα.
Γι’ αυτό ο Κουτεντάκης υποστηρίζει ότι δεν θέλει να παρουσιάσει ως βέβαιο έναν αριθμό που σήμερα βασίζεται σε στατιστικές εκτιμήσεις.
Ειλικρίνεια ή πολιτικό κενό;
Εδώ βρίσκεται και η ενδιαφέρουσα πολιτική πλευρά της ιστορίας.
Από μία άποψη, η απάντηση «δεν ξέρω» είναι πιο έντιμη από μια αυθαίρετη πρόβλεψη δισεκατομμυρίων.
Ο Κουτεντάκης ουσιαστικά παραδέχεται ότι χωρίς ολοκληρωμένο περιουσιολόγιο δεν διαθέτει τα δεδομένα που χρειάζεται για σοβαρή εκτίμηση.
Από την άλλη, όμως, ένα κόμμα που διεκδικεί κυβερνητική αξιοπιστία δεν αξιολογείται μόνο από το αν έχει μια πολιτική κατεύθυνση.
Αξιολογείται και από το αν μπορεί να εξηγήσει ποιον ακριβώς θα φορολογήσει, πάνω σε ποια βάση, με ποιον μηχανισμό και με ποια αναμενόμενη δημοσιονομική απόδοση.
Και εκεί η ΕΛ.Α.Σ. έχει ακόμη δουλειά να κάνει.
Η «πατριωτική εισφορά» γίνεται crash test κυβερνησιμότητας
Αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο θέμα.
Η αντιπαράθεση μετά τη ΔΕΘ έχει μετακινηθεί από το ποιος υπόσχεται περισσότερα στο ποιος μπορεί να αποδείξει ότι οι αριθμοί του στέκουν.
Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να χτίσει το προφίλ μιας αντιπολίτευσης με ολοκληρωμένο οικονομικό πρόγραμμα και όχι απλώς ενός πολιτικού φορέα διαμαρτυρίας.
Γι’ αυτό και η δέσμευσή της να καταθέσει το πρόγραμμα στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο έχει ιδιαίτερη σημασία.
Όμως ακριβώς επειδή ανεβάζει τόσο ψηλά τον πήχη της κοστολόγησης, κάθε ανοιχτό αριθμητικό ερώτημα αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.
Και η «πατριωτική εισφορά» είναι αυτή τη στιγμή το πιο χαρακτηριστικό.
Η ΕΛ.Α.Σ. ξέρει ποιον θέλει να φορολογήσει.
Ξέρει γιατί θέλει να τον φορολογήσει.
Δηλώνει ότι ξέρει με ποιο εργαλείο θα τον εντοπίσει.
Αυτό που ο αρμόδιος τομεάρχης της παραδέχεται ότι ακόμη δεν ξέρει είναι το βασικότερο νούμερο:
πόσα χρήματα τελικά θα μπουν στο ταμείο.
Και για ένα κόμμα που θέλει να πείσει ότι είναι έτοιμο να κυβερνήσει, αυτή είναι μια απάντηση που αργά ή γρήγορα θα πρέπει να δοθεί.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο