Τραμπ–Χέγκσεθ: Ποντάρουν στα εργοστάσια όπλων για να ξεφύγουν από τη σκιά του Ιράν
Πηγή Φωτογραφίας: Defense Secretary Pete Hegseth appears at a campaign event for Rep. Zach Nunn (R-Iowa) at the Iowa State Fair in Des Moines, Iowa, on Aug. 17, 2026. | Hannah Fingerhut/AP
«Δεν θέλω άλλη μία βάρδια. Θέλω ένα νέο εργοστάσιο. Θέλω δύο νέα εργοστάσια. Θέλω τρία νέα εργοστάσια».
Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο Πιτ Χέγκσεθ τις απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ από τις αμερικανικές αμυντικές εταιρείες, σε πρόσφατη εμφάνισή του στο Ντέιτον του Οχάιο. Η δήλωση συμπυκνώνει την προσπάθεια της κυβέρνησης να μεταφέρει την προεκλογική συζήτηση από το κόστος του πολέμου στο Ιράν στις υποσχέσεις για βιομηχανική ανάπτυξη.
Σύμφωνα με το POLITICO, ο υπουργός Άμυνας περιοδεύει σε πολιτείες κρίσιμες για τις ενδιάμεσες εκλογές, παρουσιάζοντας την ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής ως απόδειξη οικονομικής ανασυγκρότησης. Η στρατηγική συνδέει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ με ένα άμεσο εκλογικό μήνυμα: νέες μονάδες, περισσότερες παραγγελίες, περισσότερες δουλειές.
Το δύσκολο ερώτημα είναι αν οι ψηφοφόροι θα πιστώσουν στην κυβέρνηση μελλοντικά οφέλη, όταν ήδη αντιμετωπίζουν τις οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης.
Από το μέτωπο του Ιράν στις γραμμές παραγωγής
Ο Χέγκσεθ έχει δώσει ιδιαίτερο βάρος στο Οχάιο και στο Ουισκόνσιν. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς μίλησε για «μεταποιητική αναγέννηση» σε εργοστάσιο αμυντικής τεχνολογίας στο Μέιν, ενώ ο Τραμπ επισκέφθηκε τη Βαλτιμόρη για να ανακοινώσει νέο ναυπηγείο για αυτόνομα υποβρύχια.
Στο επίκεντρο αυτών των εμφανίσεων βρίσκονται τα οικονομικά οφέλη της στρατιωτικής παραγωγής. Οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, η πίεση στα αποθέματα οπλισμού και η αβεβαιότητα για τη συνέχεια του πολέμου παραμένουν στο περιθώριο του κυβερνητικού μηνύματος.
Η επιλογή έχει σαφή πολιτική λογική. Όπως καταγράφει το αμερικανικό μέσο, Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι σε δύσκολες αναμετρήσεις, μεταξύ τους ο Κεν Πάξτον στο Τέξας και ο γερουσιαστής Τζον Χάστεντ στο Οχάιο, αποφεύγουν ακόμη και να αναφερθούν στη σύγκρουση.
Για την κυβέρνηση, ένα εργοστάσιο προσφέρει εικόνες επένδυσης και απασχόλησης. Ο πόλεμος απαιτεί απαντήσεις για το κόστος, τους στόχους και την ημερομηνία λήξης του.
Το Πεντάγωνο στον προεκλογικό χάρτη
Η περιοδεία του Χέγκσεθ εντάσσεται στην πρωτοβουλία «Arsenal of Freedom» — «Οπλοστάσιο της Ελευθερίας», με την οποία προωθεί την επέκταση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας.
Το POLITICO επισημαίνει, ωστόσο, ότι τις τελευταίες εβδομάδες οι επισκέψεις του επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά σε εκλογικά αμφίρροπες πολιτείες. Συνδέει επίσης αυτή τη δραστηριότητα με την απόστασή του από την πρακτική προηγούμενων επικεφαλής του Πενταγώνου, οι οποίοι απέφευγαν την άμεση προεκλογική στήριξη υποψηφίων.
Το υπουργείο Άμυνας απορρίπτει την ερμηνεία μιας συγκυριακής κινητοποίησης, υποστηρίζοντας ότι ο Χέγκσεθ επιταχύνει την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανικής βάσης και ότι αυτό αποτελεί προτεραιότητα «από την πρώτη ημέρα».
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Ολίβια Γουέιλς, έδωσε ακόμη πιο κομματικό τόνο:
«Οι Δημοκρατικοί κατέστρεψαν τον στρατό μας· ο πρόεδρος Τραμπ τον ανοικοδόμησε και συνεχίζει να ενισχύει την αμυντική βιομηχανική μας βάση».
Οι επενδύσεις ακολουθούν τις κρίσιμες αναμετρήσεις
Στην Πενσιλβάνια, όπου διεξάγονται σημαντικές εκλογικές μάχες, Τραμπ και Χέγκσεθ ανακοίνωσαν το καλοκαίρι επενδύσεις 10 δισ. δολαρίων στην παραγωγή όπλων, με στόχο τη δημιουργία 4.000 θέσεων εργασίας, σύμφωνα με το ρεπορτάζ.
Στο Μέιν, το Πεντάγωνο συμφώνησε να χρηματοδοτήσει αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων που κατασκευάζεται στα ναυπηγεία Bath Iron Works. Εκεί, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Σούζαν Κόλινς δίνει δύσκολη μάχη επανεκλογής.
Ο βετεράνος Ρεπουμπλικανός σύμβουλος Ντάγκλας Χάι περιγράφει τη λογική χωρίς περιστροφές:
«Δεν διαφέρει από την προβολή οποιουδήποτε άλλου προγράμματος ή επιχορήγησης. Επιτρέπει στους υποψηφίους να μιλούν για αποτελέσματα που εξασφάλισαν για την πολιτεία ή την περιφέρειά τους».
Υπάρχει, όμως, απόσταση ανάμεσα στην ανακοίνωση μιας επένδυσης και στην καταβολή του πρώτου μισθού. Οι μεγάλες αμυντικές μονάδες και τα ναυπηγικά προγράμματα χρειάζονται χρόνια για να αναπτυχθούν — χρόνος που υπερβαίνει κατά πολύ τις λίγες ημέρες της προεκλογικής εκστρατείας.
Παλιές συμβάσεις με νέα πολιτική συσκευασία
Ορισμένα έργα που προβάλλονται έχουν προϊστορία προηγούμενη της σημερινής κυβέρνησης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρόγραμμα των νέων αεροσκαφών εναέριας διοίκησης για ακραίες κρίσεις, γνωστών ως «Doomsday planes», την πρόοδο του οποίου επιθεώρησε ο Χέγκσεθ στο Ντέιτον.
Η σύμβαση των 13 δισ. δολαρίων προς τη Sierra Nevada είχε ανακοινωθεί τον Απρίλιο του 2024, επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν. Η προβλεπόμενη ολοκλήρωση του έργου φτάνει έως τον Ιούλιο του 2036.
Αντίστοιχα, σύμφωνα με το POLITICO, κέντρο επισκευής εξαρτημάτων υποβρυχίων που προέβαλε ο Τραμπ στο Οχάιο είχε υποστηριχθεί αρχικά από τον Δημοκρατικό πρώην γερουσιαστή Σέροντ Μπράουν, ο οποίος διεκδικεί την επιστροφή του στη Γερουσία.
Το κόστος του πολέμου συναντά την κάλπη
Κατά το ίδιο ρεπορτάζ, το κόστος του οκτάμηνου πολέμου με το Ιράν έχει ξεπεράσει τα 47 δισ. δολάρια. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει αμυντικό προϋπολογισμό 1,5 τρισ. δολαρίων, η πολιτική τύχη του οποίου θα εξαρτηθεί και από τους συσχετισμούς στο επόμενο Κογκρέσο.
Ο Έρικ Φάνινγκ, πρώην υπουργός Στρατού επί Μπαράκ Ομπάμα και σήμερα επικεφαλής της Aerospace Industries Association, αναγνωρίζει τη χρησιμότητα της κυβερνητικής προβολής, αλλά επισημαίνει τα όριά της:
«Βοηθά τον Λευκό Οίκο να διατηρεί την προσοχή στη βάση της εθνικής ασφάλειας. Υπάρχουν, όμως, όρια στο πόσο μπορείς να επηρεάσεις το Κογκρέσο».
Στο Ουισκόνσιν, η έρευνα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Marquette, που πραγματοποιήθηκε στις 14–22 Οκτωβρίου, δείχνει το οικονομικό βάρος που αντιμετωπίζουν οι υποσχέσεις της κυβέρνησης: μόλις 16% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δηλώνει ότι βρίσκεται σε καλύτερη προσωπική οικονομική κατάσταση από έναν χρόνο πριν. 42% δηλώνει χειρότερη κατάσταση και άλλο 42% περίπου την ίδια.
Ο Τσαρλς Φράνκλιν, καθηγητής και επικεφαλής της δημοσκόπησης, συνδέει τη δυσαρέσκεια με τη σύγκρουση:
«Είναι εν μέρει αντίθεση στον ίδιο τον πόλεμο. Αλλά είναι επίσης, και ιδιαίτερα, δυσαρέσκεια για τις οικονομικές συνέπειες που είχε ο πόλεμος».
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο