Διεθνής Οικονομία

ΗΠΑ: Μετά το «μπλε τσουνάμι» έρχεται η απειλή υποβάθμισης – Το χρέος γίνεται όπλο κατά του Τραμπ

ΗΠΑ: Μετά το «μπλε τσουνάμι» έρχεται η απειλή υποβάθμισης – Το χρέος γίνεται όπλο κατά του Τραμπ

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//ΗΠΑ: Μετά το «μπλε τσουνάμι» έρχεται η απειλή υποβάθμισης – Το χρέος γίνεται όπλο κατά του Τραμπ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών στο Κογκρέσο ανοίγει νέο μέτωπο για την αμερικανική οικονομία. Fitch, Moody’s και S&P παρακολουθούν τη δημοσιονομική αξιοπιστία της Ουάσιγκτον, ενώ ένα παρατεταμένο αδιέξοδο για τον προϋπολογισμό και το όριο χρέους θα μπορούσε να πυροδοτήσει πιέσεις στα ομόλογα, αύξηση του κόστους δανεισμού και νέες πιστοληπτικές προειδοποιήσεις.

Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών μπορεί να αποδειχθεί μόνο η αρχή των προβλημάτων για τον Ντόναλντ Τραμπ. Μετά την ανατροπή των συσχετισμών στο Κογκρέσο, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δυνητικά σοβαρότερη πρόκληση: την απειλή νέας κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στο αμερικανικό δημόσιο χρέος.

Το πολιτικό αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 2026 δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια περίοδο σκληρών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και τους Δημοκρατικούς. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι ομοσπονδιακές δαπάνες, τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα και το ανώτατο όριο του χρέους.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν αυτομάτως νέα υποβάθμιση. Είναι εάν η πολιτική σύγκρουση θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ικανότητα της Ουάσιγκτον να διαχειρίζεται τις δημοσιονομικές της υποχρεώσεις.

Και αυτή είναι μια εξέλιξη που οι οίκοι αξιολόγησης δεν χρειάζεται να περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή για να αποτιμήσουν.

Fitch, Moody’s και S&P: Το αμερικανικό αξιόχρεο βρίσκεται ξανά στο μικροσκόπιο

Η δημοσιονομική αξιοπιστία των ΗΠΑ έχει ήδη δεχθεί σημαντικά πλήγματα τα τελευταία χρόνια.

Τον Αύγουστο του 2023, η Fitch υποβάθμισε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση των Ηνωμένων Πολιτειών από AAA σε AA+, επικαλούμενη την επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, την αύξηση του χρέους και την υποχώρηση της ποιότητας της δημοσιονομικής διακυβέρνησης.

Η απόφαση ελήφθη μετά την επίλυση της τότε αντιπαράθεσης για το όριο χρέους. Αυτό ήταν και το σημαντικότερο μήνυμα: η αποφυγή μιας άμεσης κρίσης πληρωμών δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη όταν οι θεσμικές αδυναμίες παραμένουν.

Τον Μάιο του 2025 ακολούθησε η Moody’s, η οποία υποβάθμισε τις ΗΠΑ από Aaa σε Aa1, επικαλούμενη τη μακροχρόνια επιδείνωση της δημοσιονομικής τους ισχύος.

Η Standard & Poor’s είχε ήδη αφαιρέσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες την κορυφαία αξιολόγηση AAA από το 2011.

Η κοινή συνισταμένη των αποφάσεων είναι σαφής: ακόμη και η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου δεν διαθέτει απεριόριστη πιστοληπτική ασυλία.

Το νέο Κογκρέσο και η παγίδα της πολιτικής παράλυσης

Η απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων από τους Ρεπουμπλικανούς, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των Δημοκρατικών στη Γερουσία, αλλάζει τους όρους άσκησης της οικονομικής πολιτικής.

Ο Τραμπ διατηρεί την προεδρία και το δικαίωμα άσκησης βέτο. Δεν μπορεί, όμως, να επιβάλλει μονομερώς νομοθετικές αποφάσεις που απαιτούν την έγκριση του Κογκρέσου.

Οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να θέτουν όρους στις διαπραγματεύσεις για τις δημόσιες δαπάνες, τις φορολογικές παρεμβάσεις και τις δημοσιονομικές προτεραιότητες.

Αυτό δημιουργεί δύο εντελώς διαφορετικά ενδεχόμενα.

Το πρώτο είναι μια περίοδος αναγκαστικών συμβιβασμών που θα περιορίσει τις δημοσιονομικές υπερβολές και θα οδηγήσει σε πιο προβλέψιμη διαχείριση.

Το δεύτερο είναι ένα παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο, με αλλεπάλληλες συγκρούσεις για τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης και την εξυπηρέτηση των κρατικών υποχρεώσεων.

Για τους οίκους αξιολόγησης, η διαφορά ανάμεσα στα δύο σενάρια είναι καθοριστική.

Η πρώτη προειδοποίηση μπορεί να έρθει πριν από την υποβάθμιση

Μια επιδείνωση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας δεν χρειάζεται να εκδηλωθεί εξαρχής με μείωση της πιστοληπτικής βαθμίδας.

Οι οίκοι μπορούν να μεταβάλουν τις προοπτικές μιας αξιολόγησης από σταθερές σε αρνητικές, σηματοδοτώντας αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής υποβάθμισης.

Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προειδοποίηση προς την αμερικανική πολιτική ηγεσία, εφόσον οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε παρατεταμένη αβεβαιότητα.

Δεν αποτελεί, ωστόσο, αναπόφευκτο στάδιο πριν από μια υποβάθμιση.

Οι αξιολογήσεις εξαρτώνται από τη συνολική δημοσιονομική εικόνα, την εξέλιξη του χρέους, την ικανότητα εξυπηρέτησής του και την αποτελεσματικότητα των θεσμών.

Επομένως, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν αρκεί από μόνο του για να δικαιολογήσει αρνητική πιστοληπτική ενέργεια. Καθοριστικό θα είναι το πώς θα λειτουργήσει το νέο Κογκρέσο.

Shutdown και όριο χρέους: Δύο διαφορετικές απειλές για την Ουάσιγκτον

Η νέα πολιτική ισορροπία αυξάνει τη σημασία δύο κρίσιμων δημοσιονομικών διαδικασιών.

Η πρώτη αφορά τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Εάν ο Λευκός Οίκος και το Κογκρέσο δεν συμφωνήσουν εγκαίρως στις απαραίτητες πιστώσεις, μπορεί να προκύψει προσωρινή διακοπή λειτουργίας ορισμένων κρατικών υπηρεσιών, το γνωστό shutdown.

Η δεύτερη αφορά το ανώτατο όριο του αμερικανικού χρέους.

Σε αντίθεση με το shutdown, μια παρατεταμένη αδυναμία αύξησης ή αναστολής του ορίου χρέους μπορεί, όταν εξαντληθούν τα διαθέσιμα και τα έκτακτα μέτρα του υπουργείου Οικονομικών, να απειλήσει την έγκαιρη εκπλήρωση ομοσπονδιακών υποχρεώσεων.

Η διάκριση είναι ουσιώδης.

Ένα shutdown μπορεί να προκαλέσει οικονομικές απώλειες, καθυστερήσεις και διοικητική αναστάτωση, χωρίς να συνεπάγεται αυτομάτως αθέτηση πληρωμών του δημόσιου χρέους.

Μια κρίση γύρω από το όριο χρέους, αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει άμεσες πιέσεις στην αγορά αμερικανικών κρατικών τίτλων.

Το ακριβό τίμημα: Οι ΗΠΑ μπορεί να δανείζονται ακριβότερα χωρίς να αυξήσει τα επιτόκια η Fed

Ο μεγαλύτερος χρηματοπιστωτικός κίνδυνος βρίσκεται στην αγορά ομολόγων.

Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών τίτλων δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τα επιτόκια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.

Επηρεάζονται επίσης από τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, τις δημοσιονομικές ανάγκες και το ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές.

Εάν οι αγορές αρχίσουν να θεωρούν ότι η πολιτική αντιπαράθεση καθιστά δυσκολότερη τη διαχείριση του χρέους, μπορεί να απαιτήσουν υψηλότερες αποδόσεις για τη χρηματοδότηση του αμερικανικού Δημοσίου.

Αυτό σημαίνει ότι το κόστος δανεισμού θα μπορούσε να αυξηθεί ακόμη και σε μια περίοδο κατά την οποία η Fed εξετάζει μειώσεις των βασικών επιτοκίων.

Μια τέτοια απόκλιση θα δημιουργούσε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες για την οικονομία.

Η κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε υψηλότερες δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους, ενώ επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα μπορούσαν να συνεχίσουν να επιβαρύνονται από το ακριβό μακροπρόθεσμο χρήμα.

Η προειδοποίηση του GAO: Οι κρίσεις χρέους κοστίζουν πριν από την κορύφωσή τους

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό.

Το αμερικανικό Γραφείο Κυβερνητικής Λογοδοσίας, GAO, έχει επισημάνει ότι προηγούμενες αντιπαραθέσεις για το όριο χρέους αύξησαν το κόστος δανεισμού των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αβεβαιότητα για την έγκαιρη αναπροσαρμογή του ορίου επηρεάζει ιδιαίτερα τα βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα που λήγουν κοντά σε πιθανές ημερομηνίες εξάντλησης των διαθέσιμων πόρων.

Οι επενδυτές ενδέχεται να απαιτήσουν πρόσθετη αποζημίωση για να διακρατήσουν αυτούς τους τίτλους, ακόμη και εάν τελικά επιτευχθεί συμφωνία και αποφευχθεί η αθέτηση πληρωμών.

Αυτό σημαίνει ότι το πολιτικό κόστος μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική δημοσιονομική επιβάρυνση πριν εκδηλωθεί οποιαδήποτε κρίση.

Κάθε πρόσθετη αύξηση στο κόστος χρηματοδότησης γίνεται ιδιαίτερα σημαντική για μια οικονομία με μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης και υψηλό δημόσιο χρέος.

Πληθωρισμός, Ιράν και Fed: Η τριπλή πίεση στην αμερικανική οικονομία

Η δημοσιονομική αβεβαιότητα συμπίπτει με μια περίοδο σημαντικών μακροοικονομικών και γεωπολιτικών προκλήσεων.

Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης με το Ιράν στις ενεργειακές αγορές, οι δασμολογικές πολιτικές και οι πληθωριστικές πιέσεις δυσκολεύουν τη διαχείριση της οικονομίας.

Η Fed καλείται να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στον περιορισμό του πληθωρισμού και την προστασία της οικονομικής δραστηριότητας.

Εάν οι δημοσιονομικές συγκρούσεις προκαλέσουν πρόσθετη αβεβαιότητα, η νομισματική πολιτική θα βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη πιο σύνθετες συνθήκες.

Μια επιβράδυνση της οικονομίας θα μπορούσε να ενισχύσει την ανάγκη για χαμηλότερα επιτόκια.

Αν όμως ο πληθωρισμός παραμείνει επίμονος και οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις στα μακροπρόθεσμα ομόλογα, η αποτελεσματικότητα μιας νομισματικής χαλάρωσης θα περιοριζόταν.

Δολάριο και διεθνείς αγορές: Γιατί μια αμερικανική κρίση αφορά ολόκληρο τον κόσμο

Η σημασία της αμερικανικής δημοσιονομικής αξιοπιστίας υπερβαίνει κατά πολύ τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούν βασικό στοιχείο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις και λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση μεγάλου μέρους του διεθνούς χρέους.

Μια έντονη αύξηση των αποδόσεών τους θα μπορούσε να επηρεάσει το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και κρατών διεθνώς.

Παράλληλα, η μεταβολή της εμπιστοσύνης προς την αμερικανική οικονομία μπορεί να προκαλέσει σημαντικές κινήσεις στο δολάριο και στις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου.

Η αντίδραση δεν είναι απαραίτητα μονοσήμαντη. Σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας, το δολάριο και ορισμένοι αμερικανικοί τίτλοι μπορούν να προσελκύουν κεφάλαια ως ασφαλή καταφύγια.

Ωστόσο, μια κρίση που θα προερχόταν από την ίδια τη δημοσιονομική διαχείριση των ΗΠΑ θα δημιουργούσε μια διαφορετική και ιδιαίτερα σύνθετη εξίσωση.

Το δίλημμα του Τραμπ: Συμβιβασμός με τους Δημοκρατικούς ή πόλεμος φθοράς

Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία για τον Ντόναλντ Τραμπ δεν θα αφορά αποκλειστικά την πολιτική του επιρροή.

Θα αφορά την ικανότητα του Λευκού Οίκου να εξασφαλίσει λειτουργικές συμφωνίες με ένα Κογκρέσο στο οποίο οι Δημοκρατικοί διαθέτουν αυξημένη θεσμική ισχύ.

Η επιλογή μιας στρατηγικής συνεχούς αντιπαράθεσης θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο δημοσιονομικών αδιεξόδων.

Από την άλλη πλευρά, ένας συμβιβασμός που θα διασφαλίζει τη χρηματοδότηση του κράτους και θα περιορίζει τις μελλοντικές δημοσιονομικές πιέσεις θα μπορούσε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των αγορών.

Για τους οίκους αξιολόγησης, το ζήτημα δεν είναι ποιο κόμμα κέρδισε τις εκλογές, αλλά εάν το αμερικανικό πολιτικό σύστημα μπορεί να συνεχίσει να λαμβάνει αξιόπιστες οικονομικές αποφάσεις.

Η προειδοποίηση της Fitch από το 2023 παραμένει χαρακτηριστική: η επαναλαμβανόμενη αντιπαράθεση για το όριο χρέους και οι συμφωνίες της τελευταίας στιγμής αποτελούν ενδείξεις αποδυνάμωσης της δημοσιονομικής διακυβέρνησης.

Το νέο Κογκρέσο θα κριθεί ακριβώς σε αυτό το πεδίο. Και για τον Τραμπ, η μεγαλύτερη οικονομική απειλή δεν είναι απαραίτητα μια νέα υποβάθμιση από τους οίκους αξιολόγησης, αλλά το ενδεχόμενο οι αγορές να αρχίσουν να αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης της αμερικανικής οικονομίας πριν ακόμη εκδοθεί η επόμενη πιστοληπτική προειδοποίηση.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο