«Νέα τάξη χωρίς τις ΗΠΑ»: Το Ιράν επιστρέφει στη Βαγδάτη και το Ιράκ γίνεται ξανά το μεγάλο πεδίο μάχης
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//«Νέα τάξη χωρίς τις ΗΠΑ»: Το Ιράν επιστρέφει στη Βαγδάτη και το Ιράκ γίνεται ξανά το μεγάλο πεδίο μάχης
Το μήνυμα που επέλεξε να στείλει η Τεχεράνη από τη Βαγδάτη δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο.
Ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ξεκινώντας τριήμερη επίσκεψη στο Ιράκ, μίλησε για την ανάγκη ενίσχυσης μιας «νέας τάξης» στη Μέση Ανατολή, στην οποία —όπως υποστήριξε— οι χώρες της περιοχής θα συνεργάζονται χωρίς ξένες παρεμβάσεις.
Δεν επέλεξε τυχαία το σημείο από το οποίο έκανε τη δήλωση.
Βρέθηκε κοντά στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, εκεί όπου τον Ιανουάριο του 2020 αμερικανικό πλήγμα σκότωσε τον Ιρανό στρατηγό Κασέμ Σουλεϊμανί, τον άνθρωπο που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον είχε οικοδομήσει το δίκτυο περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης.
Το μήνυμα ήταν επομένως και συμβολικό και πολιτικό:
το Ιράν θέλει να παραμείνει καθοριστική δύναμη στο Ιράκ ακόμη και καθώς η Βαγδάτη επιχειρεί να περιορίσει την εξουσία των ένοπλων οργανώσεων που βρίσκονται κοντά στην Τεχεράνη.
Η «νέα τάξη» του Ιράν
Ο Γκαλιμπάφ δήλωσε ότι στόχος της επίσκεψής του είναι η ενίσχυση της νέας περιφερειακής τάξης και η επιτάχυνση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών της περιοχής «χωρίς ξένη παρέμβαση».
Ακόμη πιο σημαντική ήταν η αναφορά του στην αποκαλούμενη «αντίσταση».
Κατά τον Ιρανό αξιωματούχο, η «αντίσταση» στο Ιράκ αποτελεί στοιχείο της ισχύος της χώρας και πλέον έχει ξεπεράσει τα σύνορα Ιράν και Ιράκ.
Πίσω από τη συγκεκριμένη διατύπωση βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις για το μέλλον του ιρακινού κράτους:
ποιος θα έχει τα όπλα — η κυβέρνηση της Βαγδάτης ή οι παραστρατιωτικές οργανώσεις;
Η Βαγδάτη λέει: ένα κράτος, ένα οπλοστάσιο
Η νέα κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αλί αλ-Ζαΐντι, που ανέλαβε επισήμως τον Μάιο, έχει δεσμευθεί να ενισχύσει το κρατικό μονοπώλιο στη χρήση ένοπλης ισχύος.
Ο ίδιος ο Ζαΐντι έγραψε τον Ιούλιο ότι προτεραιότητα της κυβέρνησής του είναι ακριβώς η κατοχύρωση του νόμιμου κρατικού μονοπωλίου στη χρήση βίας και ότι είχαν ήδη γίνει βήματα για τον αφοπλισμό ή την ενσωμάτωση ενόπλων ομάδων στους κρατικούς θεσμούς.
Η πολιτική αυτή έχει αποκτήσει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.
Η 30ή Σεπτεμβρίου αποτελεί κρίσιμη ημερομηνία για τον σχεδιασμό της Βαγδάτης, καθώς συμπίπτει με την προγραμματισμένη ολοκλήρωση της αποστολής των δυνάμεων του αμερικανικού συνασπισμού στο Ιράκ.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική σύγκρουση.
Οι ισχυρές πολιτοφυλακές δεν θέλουν να παραδώσουν τα όπλα
Ορισμένες από τις ισχυρότερες φιλοϊρανικές οργανώσεις εξακολουθούν να αντιστέκονται στον αφοπλισμό.
Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Kataib Hezbollah, η Harakat Hezbollah al-Nujaba και η Kataib Sayyid al-Shuhada.
Υπάρχει μάλιστα ένα ακόμη πιο περίπλοκο σενάριο.
Αντί για πραγματική παράδοση των όπλων στο κράτος, ορισμένες πολιτοφυλακές ενδέχεται να τα μεταφέρουν στις Popular Mobilization Forces (PMF), οι οποίες αποτελούν επίσημο τμήμα της ιρακινής αρχιτεκτονικής ασφαλείας αλλά περιλαμβάνουν οργανώσεις με στενούς δεσμούς με το Ιράν.
Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κατάσταση όπου ο αφοπλισμός θα πραγματοποιηθεί στα χαρτιά, χωρίς να εξαφανιστεί στην πράξη η ιρανική επιρροή πάνω στις ένοπλες δομές.
Το πραγματικό ερώτημα: ποιος ελέγχει το Ιράκ;
Από την αμερικανική εισβολή του 2003, το Ιράκ βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ισχυρούς πόλους.
Από τη μία οι Ηνωμένες Πολιτείες, που διαθέτουν τεράστια οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική επιρροή.
Από την άλλη το Ιράν, που έχει οικοδομήσει ένα πολύ βαθύτερο δίκτυο πολιτικών, θρησκευτικών και στρατιωτικών σχέσεων στο εσωτερικό της χώρας.
Η αντιπαράθεση δεν είναι απλώς γεωπολιτική.
Διαπερνά το ίδιο το ιρακινό πολιτικό σύστημα.
Η σιιτική Coordination Framework, η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη που ανέδειξε τον Ζαΐντι, περιλαμβάνει κόμματα και πολιτικούς με πολύ διαφορετικούς βαθμούς εγγύτητας προς την Τεχεράνη.
Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός πρέπει να πραγματοποιήσει μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση ισορροπίας:
να περιορίσει τα όπλα των φιλοϊρανικών οργανώσεων χωρίς να διαλύσει την πολιτική συμμαχία πάνω στην οποία στηρίζεται η κυβέρνησή του.
Η Ουάσιγκτον επενδύει στον Ζαΐντι
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν τη νέα ιρακινή κυβέρνηση ως ευκαιρία για αλλαγή του μοντέλου των σχέσεων με τη Βαγδάτη.
Ο Ζαΐντι πραγματοποίησε τον Ιούλιο επίσκεψη στην Ουάσιγκτον και συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η ιρακινή πλευρά παρουσίασε τη νέα σχέση ως μετάβαση από τη διαχείριση κρίσεων προς μια στρατηγική οικονομική συνεργασία, με έμφαση σε επενδύσεις, ενέργεια και εμπόριο.
Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι μετά την ολοκλήρωση της αποχώρησης των τελευταίων αμερικανικών δυνάμεων, θέλει η σχέση με τις ΗΠΑ να μετακινηθεί από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Η νέα Βαγδάτη δεν φαίνεται να θέλει να αντικαταστήσει την ιρανική επιρροή με αμερικανική κηδεμονία.
Θέλει να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία και από τις δύο.
Το Ιράν βλέπει τον κίνδυνο
Ακριβώς γι’ αυτό η επίσκεψη Γκαλιμπάφ έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Τεχεράνη βλέπει μια κυβέρνηση που:
επιχειρεί να αφοπλίσει πολιτοφυλακές,
ενισχύει τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον,
επιδιώκει αμερικανικές επενδύσεις,
και προσπαθεί να μετατρέψει το κράτος στον μοναδικό νόμιμο φορέα στρατιωτικής ισχύος.
Για το Ιράν, αυτή η διαδικασία μπορεί να σημαίνει σταδιακή απώλεια ενός από τα σημαντικότερα εργαλεία περιφερειακής επιρροής που δημιούργησε μετά το 2003.
Γι’ αυτό και η αναφορά Γκαλιμπάφ στην «αντίσταση» δεν είναι απλή ρητορική.
Είναι μήνυμα προς τη Βαγδάτη ότι η Τεχεράνη δεν θεωρεί τις ένοπλες φιλοϊρανικές οργανώσεις απλώς πρόβλημα ασφαλείας — τις θεωρεί μέρος της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ισχύος της.
Η σκιά του Σουλεϊμανί
Η επιλογή του τόπου των δηλώσεων κάνει το μήνυμα ακόμη ισχυρότερο.
Ο Κασέμ Σουλεϊμανί ήταν ο αρχιτέκτονας της στρατηγικής μέσω της οποίας το Ιράν δημιούργησε δίκτυο συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι τον Λίβανο και την Υεμένη.
Το ότι ένας κορυφαίος Ιρανός αξιωματούχος μιλά για τη «νέα τάξη» της περιοχής από το σημείο όπου σκοτώθηκε ο Σουλεϊμανί αποτελεί ξεκάθαρο πολιτικό συμβολισμό.
Η Τεχεράνη θέλει να δείξει ότι το μοντέλο επιρροής που εκείνος οικοδόμησε δεν τελείωσε μαζί του.
Το Ιράκ θέλει να γίνει χώρα-γέφυρα
Η στρατηγική του Ζαΐντι φαίνεται διαφορετική.
Αντί το Ιράκ να παραμένει πεδίο σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η Βαγδάτη επιδιώκει να μετατραπεί σε γέφυρα ανάμεσα στις ανταγωνιστικές δυνάμεις της περιοχής.
Η κυβέρνηση έχει ήδη κινηθεί προς βαθύτερη οικονομική συνεργασία με τις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις σχέσεις της με περιφερειακούς παίκτες.
Η ενεργειακή συνεργασία με την Τουρκία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: Άγκυρα και Βαγδάτη συζητούν νέα συμφωνία που θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τις πετρελαϊκές ροές μέσω Τουρκίας.
Αυτό δείχνει ένα Ιράκ που θέλει να αποκτήσει περισσότερες επιλογές.
Και όσο περισσότερες επιλογές αποκτά, τόσο μικρότερη μπορεί να γίνει η εξάρτησή του από οποιονδήποτε έναν εξωτερικό προστάτη.
Η 30ή Σεπτεμβρίου γίνεται το μεγάλο τεστ
Η ημερομηνία αυτή μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικότερη από μια ακόμη επίσκεψη Ιρανού αξιωματούχου στη Βαγδάτη.
Εάν η κυβέρνηση καταφέρει πραγματικά να θέσει τα όπλα υπό κρατικό έλεγχο, θα πρόκειται για σημαντική αλλαγή στην ισορροπία ισχύος που διαμορφώθηκε μετά το 2003.
Εάν όμως οι πολιτοφυλακές διατηρήσουν ουσιαστικά τα οπλοστάσιά τους — είτε απευθείας είτε μέσω μεταφοράς τους σε δομές που εξακολουθούν να επηρεάζονται από την Τεχεράνη — τότε το κράτος θα συνεχίσει να μοιράζεται την πραγματική ισχύ με παράλληλα ένοπλα κέντρα.
Και αυτό ακριβώς θα καθορίσει ποια «νέα τάξη» θα επικρατήσει.
Δύο διαφορετικές «νέες τάξεις» συγκρούονται στη Βαγδάτη
Στην πραγματικότητα, το Ιράν και η κυβέρνηση Ζαΐντι μιλούν για δύο πολύ διαφορετικές εκδοχές του ίδιου μέλλοντος.
Η Τεχεράνη βλέπει μια Μέση Ανατολή με λιγότερη αμερικανική στρατιωτική παρουσία και ισχυρότερα περιφερειακά δίκτυα «αντίστασης».
Η Βαγδάτη θέλει επίσης λιγότερη εξωτερική στρατιωτική εξάρτηση — αλλά με ισχυρότερο ιρακινό κράτος, όχι ισχυρότερες ανεξάρτητες πολιτοφυλακές.
Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, φαίνεται πρόθυμη να αποδεχθεί μικρότερο στρατιωτικό αποτύπωμα εφόσον αντικατασταθεί από οικονομική επιρροή και ένα ιρακινό κράτος ικανό να περιορίσει τις φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις. Αυτό κάνει το Ιράκ ξανά ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά εργαστήρια της Μέσης Ανατολής.
Όχι επειδή ΗΠΑ και Ιράν ετοιμάζονται απαραίτητα να συγκρουστούν άμεσα εκεί.
Αλλά επειδή η Βαγδάτη προσπαθεί για πρώτη φορά να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού που καθόρισαν το Ιράκ επί δύο δεκαετίες.
Ο Γκαλιμπάφ πήγε στη Βαγδάτη μιλώντας για μια «νέα τάξη».
Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι ποιος θα τη διαμορφώσει.
Η Τεχεράνη μέσω της “αντίστασης”, η Ουάσιγκτον μέσω οικονομικής και πολιτικής επιρροής — ή ένα Ιράκ που θα καταφέρει επιτέλους να κρατήσει τα όπλα, τις αποφάσεις και την εξωτερική του πολιτική στα δικά του χέρια;
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο