Η Ευρώπη εξοπλίζεται «Made in Israel» – Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της νέας αμυντικής εξάρτησης
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Η Ευρώπη εξοπλίζεται «Made in Israel» – Η Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της νέας αμυντικής εξάρτησης
Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται με ταχύτητα που δεν έχει προηγούμενο εδώ και δεκαετίες.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, τα drones, οι βαλλιστικοί πύραυλοι και η επιστροφή της αεράμυνας στο κέντρο της στρατηγικής έχουν αλλάξει πλήρως τις προτεραιότητες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Και μέσα σε αυτή τη νέα αγορά ασφάλειας, το Ισραήλ αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους τεχνολογικούς προμηθευτές της Ευρώπης.
Το POLITICO περιγράφει μια ολοένα ισχυρότερη παρουσία ισραηλινών εταιρειών σε τομείς που δεν είναι πάντα οι πιο ορατοί αλλά είναι κρίσιμοι στον σύγχρονο πόλεμο: αισθητήρες, αναχαιτιστές, επιτήρηση, επικοινωνίες και ηλεκτρονικός πόλεμος.
Και η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο κέντρο αυτής της εξέλιξης.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζει το επίπεδο
Στις 31 Αυγούστου, Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν διακρατική συμφωνία για την ανάπτυξη της πολυεπίπεδης αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και anti-drone «Ασπίδας του Αχιλλέα». Το πρόγραμμα, αξίας περίπου €3 δισ., βασίζεται σε ισραηλινά συστήματα όπως David’s Sling και SPYDER της Rafael και BARAK MX της Israel Aerospace Industries, μαζί με ραντάρ επιτήρησης και ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου.
Η συμφωνία δεν είναι απλώς μεγάλη σε αξία.
Είναι στρατηγική σε χαρακτήρα.
Η Ελλάδα γίνεται η πρώτη χώρα της ΕΕ που υιοθετεί ένα τόσο ολοκληρωμένο πολυεπίπεδο ισραηλινό σύστημα αεράμυνας, ενώ η συμφωνία αποτελεί τη μεγαλύτερη αμυντική εξαγωγική συμφωνία στην ιστορία των σχέσεων Ελλάδας–Ισραήλ.
Αυτό δείχνει πόσο γρήγορα η αμυντική συνεργασία Αθήνας–Τελ Αβίβ περνά από την πολιτική σύγκλιση σε βαθιά τεχνολογική διασύνδεση.
Και δεν είναι μόνο η αεράμυνα
Η ισραηλινή παρουσία στο ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα είναι ήδη ευρύτερη.
Τον Απρίλιο, η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία περίπου €650 εκατ. για το σύστημα πυραυλικού πυροβολικού PULS της Elbit Systems. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει εκτοξευτές, κατευθυνόμενα πυρομαχικά διαφορετικών βεληνεκών και loitering munitions, με πολυετή υποστήριξη.
Άρα η σχέση δεν αφορά μία μόνο πλατφόρμα.
Δημιουργείται σταδιακά ένα δίκτυο εξάρτησης και διαλειτουργικότητας σε αεράμυνα, πυραυλικό πυροβολικό, drones, αισθητήρες και command-and-control.
Αυτό έχει επιχειρησιακά πλεονεκτήματα.
Έχει όμως και στρατηγικό κόστος.
Η αντίφαση της ευρωπαϊκής «στρατηγικής αυτονομίας»
Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον πολιτικό σημείο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επαναλαμβάνει ότι θέλει να ενισχύσει την αμυντική της αυτάρκεια και να κρατά μεγαλύτερο μέρος των αμυντικών δαπανών εντός της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης.
Στην πράξη όμως, η πίεση χρόνου λειτουργεί αντίστροφα.
Όταν η απειλή είναι άμεση, οι κυβερνήσεις αγοράζουν αυτό που υπάρχει σήμερα, όχι αυτό που μπορεί να παραχθεί σε πέντε χρόνια.
Και σε τομείς όπως η αντιβαλλιστική άμυνα, η αναχαίτιση drones και τα προηγμένα συστήματα επιτήρησης, το Ισραήλ διαθέτει ήδη ώριμη τεχνολογία με πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία.
Αυτό δημιουργεί μια νέα ευρωπαϊκή αντίφαση:
η Ευρώπη θέλει να γίνει πιο αυτόνομη, αλλά για να προστατευτεί γρήγορα, εισάγει περισσότερη τεχνολογία από τρίτες χώρες.
Η Ελλάδα έχει και έναν επιπλέον λόγο
Για την Αθήνα, η επιλογή ισραηλινών συστημάτων δεν είναι μόνο τεχνολογική.
Είναι και γεωπολιτική.
Οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις έχουν ενισχυθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία σε άμυνα, ασφάλεια και ενέργεια, ενώ οι δύο χώρες έχουν κοινές ανησυχίες για την περιφερειακή ισορροπία και ειδικά για την Τουρκία. Η πρόσφατη συμφωνία των €3 δισ. εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη βαθύτερη στρατηγική σχέση.
Η Ελλάδα, παράλληλα, επενδύει πάνω από 3% του ΑΕΠ στην άμυνα και προετοιμάζεται για την παραλαβή των πρώτων F-35 από τα τέλη του 2028.
Άρα η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι αυτόνομο πρόγραμμα.
Είναι μέρος μιας μεγαλύτερης προσπάθειας να δημιουργηθεί ένα πυκνότερο πλέγμα αποτροπής.
Το πλεονέκτημα του Ισραήλ: η επιχειρησιακή εμπειρία
Η ισραηλινή αμυντική βιομηχανία διαθέτει ένα πλεονέκτημα που δύσκολα αντιγράφεται.
Τα συστήματά της δεν αναπτύσσονται μόνο σε εργαστήρια.
Δοκιμάζονται διαρκώς σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.
Η εμπειρία αυτή μεταφέρεται σε αναβαθμίσεις λογισμικού, αισθητήρων, command-and-control και αναχαιτιστών.
Για έναν ευρωπαϊκό στρατό που θέλει άμεση επιχειρησιακή ετοιμότητα, αυτή η παράμετρος έχει τεράστια αξία.
Και αυτό εξηγεί γιατί ισραηλινές εταιρείες κερδίζουν έδαφος σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν μακρούς κύκλους ανάπτυξης.
Η Γερμανία είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη.
Η Γερμανία έχει ήδη προχωρήσει στην αγορά του ισραηλινού Arrow 3, με τη συνολική αξία της συμφωνίας να έχει αυξηθεί περίπου στα €5,6 δισ.
Αυτό δείχνει ότι δεν πρόκειται για ελληνική εξαίρεση.
Πρόκειται για ευρωπαϊκή τάση.
Και όσο περισσότερο εξαπλώνονται τέτοια συστήματα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να τα αντικαταστήσουν αργότερα χωρίς μεγάλο κόστος.
Η εξάρτηση δεν είναι μόνο από το υλικό
Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα.
Ένα σύστημα αεράμυνας δεν είναι απλώς ένας πύραυλος.
Είναι λογισμικό, αισθητήρες, αναβαθμίσεις, ανταλλακτικά, εκπαίδευση, data links και συνεχή τεχνική υποστήριξη.
Όσο περισσότερο ένα κράτος χτίζει την άμυνά του πάνω σε συγκεκριμένη αρχιτεκτονική, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η μακροχρόνια εξάρτηση από τον προμηθευτή.
Άρα η συζήτηση για «Made in Israel» δεν αφορά μόνο την αγορά.
Αφορά το ποιος θα ελέγχει τις αναβαθμίσεις, τη συντήρηση και την τεχνολογική εξέλιξη των συστημάτων για τις επόμενες δεκαετίες.
Η ευρωπαϊκή λύση δεν μπορεί να είναι απλώς «μην αγοράζετε»
Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι η Ευρώπη πρέπει απλώς να περιορίσει τις αγορές από τρίτες χώρες.
Αυτό όμως δεν είναι ρεαλιστικό όταν υπάρχουν άμεσες επιχειρησιακές ανάγκες.
Η πραγματική λύση είναι διαφορετική:
να χρησιμοποιήσει τις σημερινές αγορές ως γέφυρα για την ενίσχυση της δικής της αμυντικής βιομηχανίας.
Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμπαραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας, κοινές γραμμές παραγωγής και συμμετοχή εγχώριων βιομηχανιών στις αλυσίδες υποστήριξης.
Για την Ελλάδα αυτό είναι κρίσιμο.
Το ερώτημα δεν πρέπει να είναι μόνο τι αγοράζει.
Πρέπει να είναι και τι παράγει, τι συντηρεί και ποια τεχνολογία κρατά εντός της χώρας.
Η ελληνική ευκαιρία
Η μεγάλη συμφωνία με το Ισραήλ μπορεί να δημιουργήσει και μια βιομηχανική ευκαιρία για την Ελλάδα, εφόσον συνδεθεί με εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Η χώρα διαθέτει εταιρείες ηλεκτρονικών, αμυντικής τεχνολογίας, ναυπηγεία και αναπτυσσόμενο οικοσύστημα drones και dual-use εφαρμογών.
Αν μέρος της συντήρησης, αναβάθμισης και υποστήριξης περάσει σε ελληνικές εταιρείες, το πρόγραμμα μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Αν όχι, τότε θα πρόκειται κυρίως για εισαγωγή τεχνολογίας.
Και αυτή είναι η κρίσιμη διαφορά.
Το πολιτικό παράδοξο της Ευρώπης
Η σημερινή Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.
Χρειάζεται περισσότερη στρατηγική αυτονομία.
Χρειάζεται όμως άμεσα και αποτελεσματικά συστήματα.
Το Ισραήλ μπορεί να προσφέρει το δεύτερο πολύ ταχύτερα από όσο η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει το πρώτο.
Για αυτό και το «Made in Israel» δεν είναι προσωρινή λεπτομέρεια της ευρωπαϊκής άμυνας.
Γίνεται τμήμα της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Και η Ελλάδα, με την «Ασπίδα του Αχιλλέα», βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της μεταβολής.
Το μεγάλο ερώτημα για την Αθήνα και τις Βρυξέλλες είναι πλέον αν αυτή η εξάρτηση θα παραμείνει απλώς εξάρτηση — ή αν θα μετατραπεί σε εργαλείο τεχνολογικής και βιομηχανικής αναβάθμισης της ίδιας της Ευρώπης.
Γιατί η πραγματική στρατηγική αυτονομία δεν κρίνεται μόνο από το ποιος αγοράζει το καλύτερο όπλο. Κρίνεται από το ποιος μπορεί αύριο να το κατασκευάσει, να το αναβαθμίσει και να το υποστηρίξει μόνος του.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο